powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η έννοια του «χρόνου» στους πειθαρχικούς κανονισμούς της Αστυνομίας

Στο δίκαιο γενικά, αλλά και στο πειθαρχικό δίκαιο ειδικά, ο χρόνος έχει ιδιαίτερη νομική σημασία, επειδή η γένεση, η άσκηση, η μεταβολή και η απόσβεση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εξαρτώνται συχνά από την πάροδό του.

Οι βασικές εκδηλώσεις του χρόνου στο δίκαιο είναι:

•    Προθεσμίες: χρονικά όρια μέσα στα οποία πρέπει να γίνει μια ενέργεια (π.χ. άσκηση προσφυγής ή ένστασης).

•    Παραγραφή: η απώλεια της δυνατότητας δικαστικής επιδίωξης ενός δικαιώματος ή η εξάλειψη της αξίωσης λόγω παρέλευσης ορισμένου χρόνου. 

•    Αποσβεστική προθεσμία: με την άπρακτη παρέλευσή της αποσβήνεται το ίδιο το δικαίωμα.

•    Αναστολή και διακοπή: θεσμοί που επηρεάζουν την εξέλιξη των προθεσμιών και της παραγραφής.

Για σκοπούς της παρούσας αρθρογράφησης, μας ενδιαφέρει ο χρόνος στο πειθαρχικό δίκαιο στην Αστυνομία, ως αυτό πηγάζει από τους περί Αστυνομίας (Πειθαρχικούς) Κανονισμούς, Κ.Δ.Π.53/1989, ως έχουν τροποποιηθεί. Θα ασχοληθούμε για την πειθαρχική διαδικασία μέχρι τον βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου.

Ειδικότερα θα γίνει αναφορά μόνο σε δύο εκφάνσεις του χρόνου. Στις προθεσμίες και στην παραγραφή.

Προθεσμίες 

Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 9 με πλαγιότιτλο «Διενέργεια ερευνών» και ειδικότερα το εδάφιο (8) ορίζει ότι: 

«Η έρευνα διεξάγεται το συντομότερο δυνατόν και συμπληρώνεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία λήψης της εντολής για διεξαγωγή έρευνας:

Νοείται ότι ο Βοηθός Αρχηγός ο οποίος προέβη στο διορισμό σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό, ανάλογα με την περίπτωση, κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης από τον Ερευνώντα Αξιωματικό, μπορεί να δώσει παράταση της προθεσμίας για τη συμπλήρωση της έρευνας.»

Ο εν λόγω Κανονισμός μας λέει το εξής. Δεν μπορεί οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας να διενεργεί έρευνα για τυχόν διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από άλλο μέλος της Αστυνομίας. Για να είναι σε θέση να προβεί σε τέτοια έρευνα, θα πρέπει προηγουμένως αυτό το μέλος να διοριστεί από τον αρμόδιο Βοηθό Αρχηγό. 

Αφού διοριστεί, τότε θα διεξαγάγει έρευνα η οποία θα πρέπει να συμπληρωθεί μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία λήψης της εντολής για διεξαγωγή έρευνας. Αν συνεχίσει την έρευνα με την πάροδο των τριάντα ημερών και χωρίς να του έχει δοθεί παράταση χρόνου, τότε ενεργεί εκτός του χρόνου διορισμού του και οι οποιεσδήποτε ενέργειες του είναι άκυρες.

Αν όμως ο «ερευνών αξιωματικός» δεν περατώσει τις έρευνες του εντός των τριάντα ημερών; 

Σε αυτή την περίπτωση ο «ερευνών αξιωματικός» υποβάλλει, πριν την λήξη των τριάντα ημερών, αιτιολογημένη αίτηση προς τον Βοηθό Αρχηγό που τον διόρισε. Η αίτηση μελετάται και αν ο Βοηθός Αρχηγός κρίνει εύλογο το αίτημα, προχωρεί και δίνει παράταση της προθεσμίας για τη συμπλήρωση της έρευνας.

Δεν υπάρχει στον Κανονισμό όριο στο πόσες αριθμητικά παρατάσεις χρόνου μπορεί να δοθούν, ούτε υπάρχει όριο στο πόσο χρόνος πέραν των αρχικών τριάντα ημερών είναι επαρκής για περάτωση της έρευνας.

Στον Κανονισμό 10 με πλαγιότιτλο «Προσωπική εξήγηση» ορίζεται ότι ο «ερευνών Αξιωματικός», το ταχύτερο δυνατόν, θα πληροφορεί γραπτώς το μέλος της Αστυνομίας για την αναφορά που υποβλήθηκε ή τον ισχυρισμό που προβλήθηκε και θα του επιδίδει ειδοποίηση.

Η φράση «το ταχύτερο δυνατόν» είναι ένας αόριστος νομικός όρος που σημαίνει ότι μια ενέργεια πρέπει να γίνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μόλις αυτό είναι πρακτικά και εύλογα εφικτό υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Στο δίκαιο, η έκφραση αυτή δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένη προθεσμία (π.χ. 7 ή 30 ημέρες), αλλά επιβάλλει στη διοίκηση ή στο αρμόδιο όργανο υποχρέωση επιμέλειας και ταχύτητας. Η κρίση για το αν τηρήθηκε το «ταχύτερο δυνατόν» εξαρτάται από παράγοντες όπως:

•    η πολυπλοκότητα της υπόθεσης,

•    ο όγκος του αποδεικτικού υλικού,

•    η διαθεσιμότητα μαρτύρων,

•    τυχόν αντικειμενικά εμπόδια.

Στο πλαίσιο της Κ.Δ.Π. 53/1989, όταν αναφέρεται ότι η πειθαρχική έρευνα διεξάγεται «το ταχύτερο δυνατόν», ο σκοπός είναι να αποφεύγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τόσο την αποτελεσματικότητα της έρευνας όσο και τα δικαιώματα του ελεγχόμενου μέλους της Αστυνομίας.

Νομικά, η έκφραση συνδέεται και με την αρχή του εύλογου χρόνου: ακόμη και αν δεν υπάρχει συγκεκριμένη προθεσμία ή παραγραφή, η διοίκηση δεν μπορεί να αφήνει μια υπόθεση ανενεργή για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς επαρκή αιτιολογία.

Στον Κανονισμό 14 με πλαγιότιτλο «εξουσίες επιτροπής» και ειδικότερα στο εδάφιο (1)(γ) ορίζεται ότι η επιτροπή έχει εξουσία να αναβάλλει την ακρόαση από καιρό σε καιρό, νοουμένου ότι η υπόθεση προχωρεί το ταχύτερο δυνατόν, και να διατάσσει τους παρόντες μάρτυρες να εμφανιστούν κατά τη νέα δικάσιμο.

Στον Κανονισμό 19 με πλαγιότιτλο «ερωτήσεις πειθαρχικού εντύπου» και ειδικότερα στο εδάφιο (1) ορίζεται ότι ο κατηγορούμενος καλείται από τον Ερευνώντα Αξιωματικό να καταθέσει, μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την ημερομηνία που του χορηγείται το αντίγραφο του Πειθαρχικού Εντύπου και όλες οι άλλες σχετικές καταθέσεις και έγγραφα, γραπτώς στο Πειθαρχικό Έντυπο, αν παραδέχεται ή αρνείται την κατηγορία που του προσάπτεται.

Στον Κανονισμό 22 με πλαγιότιτλο «ποινές» ορίζεται ότι η απόφαση του Προεδρεύοντα Αξιωματικού θα είναι αιτιολογημένη, θα καταγράφεται στο Πειθαρχικό έντυπο και θα κοινοποιείται στον κατηγορούμενο το ταχύτερο δυνατόν από την εκδίκαση της υπόθεσης.

Στον Κανονισμό 28 με πλαγιότιτλο «εφέσεις» ορίζεται ότι ο Βοηθός Αρχηγός (Διοίκησης) δύναται, εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, να εφεσιβάλει ενώπιον του Συμβουλίου Εφέσεων την απόφαση της Επιτροπής ή του Προεδρεύοντα Αξιωματικού, ανάλογα με την περίπτωση, για το λόγο ότι, η επιβληθείσα ποινή ήταν ανεπαρκής ή να εφεσιβάλει την αθωωτική απόφαση της Επιτροπής ή του Προεδρεύοντα Αξιωματικού

Στον Κανονισμό 31 με πλαγιότιτλο «Διαθεσιμότητα» ορίζεται μεταξύ άλλων ότι ειδοποίηση περί της διαθεσιμότητας θα δίνεται γραπτώς το ταχύτερο δυνατόν στο ενδιαφερόμενο μέλος, το δε μέλος αυτό δεν παύει, λόγω διαθεσιμότητας, να είναι μέλος της Αστυνομίας.

Φαινομενικά, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, δίνεται η εντύπωση ότι ο νομοθέτης, στην θεωρία, επέλεξε η πειθαρχική έρευνα και μετέπειτα πειθαρχική διαδικασία να ολοκληρώνεται σε «εύλογο χρόνο». Αφού σε κάποια στάδια της διαδικασίας επέλεξε να χρησιμοποιήσει φράσεις όπως: «μέσα σε τριάντα μέρες», «το ταχύτερο δυνατόν», «εντός 14 ημερών». Πρακτικά το τι γίνεται στις πειθαρχικές υποθέσεις της Αστυνομίας, απέχει παρά σάγγας από αυτό που προβλέπει ο νόμος

Παραγραφή

Δεν υπάρχει η έννοια της παραγραφής στους περί Αστυνομίας (Πειθαρχικούς) Κανονισμούς. Αυτό σημαίνει ότι, αν διαπραχθεί πειθαρχικό παράπτωμα από μέλος της Αστυνομίας το έτος 2010 και αυτό ανακαλυφθεί μετά από δέκα έξι χρόνια, δηλαδή το έτος 2026, μπορεί το μέλος που διέπραξε το παράπτωμα να ερευνηθεί, να δικαστεί, και ενδεχομένως να κριθεί και ένοχο, ασχέτως του πότε το πειθαρχικό παράπτωμα  διαπράχθηκε. 

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της μη ύπαρξης παραγραφής στο πειθαρχικό δίκαιο είναι ότι έρχεται σε σύγκρουση με την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Ο αστυνομικός παραμένει επ' αόριστον εκτεθειμένος στον κίνδυνο πειθαρχικής δίωξης για πράξεις που τελέστηκαν πριν από πολλά χρόνια, χωρίς να γνωρίζει πότε παύει οριστικά η δυνατότητα του κράτους να τον ελέγξει.

Επιπλέον, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος δυσχεραίνει την αναζήτηση της αλήθειας. Αποδεικτικά στοιχεία χάνονται, μάρτυρες ξεχνούν γεγονότα ή καθίστανται μη διαθέσιμοι και η αξιολόγηση της υπόθεσης γίνεται λιγότερο αξιόπιστη. Η παραγραφή λειτουργεί ακριβώς για να αποτρέψει τέτοιες καταστάσεις και να εξασφαλίσει ότι η πειθαρχική εξουσία ασκείται μέσα σε εύλογο χρόνο.

Από θεωρητική άποψη, η απουσία παραγραφής μπορεί επίσης να θεωρηθεί δυσανάλογη, διότι το πειθαρχικό δίκαιο έχει σκοπό τη διατήρηση της υπηρεσιακής τάξης και πειθαρχίας και όχι την αέναη απειλή τιμωρίας. Για τον λόγο αυτό, στα περισσότερα σύγχρονα πειθαρχικά συστήματα προβλέπονται συγκεκριμένες προθεσμίες παραγραφής, με δυνατότητες αναστολής ή διακοπής τους σε ειδικές περιπτώσεις. 

Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Κύπρο, στο Ελληνικό πειθαρχικό δίκαιο η παραγραφή αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης εγγύηση. 

Καταληκτικά συμπεράσματα

Στους υφιστάμενους πειθαρχικούς Κανονισμούς δεν υπάρχουν:

1.    η έννοια της παραγραφής ενώ κατά την άποψη μου θα έπρεπε να θεσμοθετηθεί.

2.    καθορισμένος χρόνος ολοκλήρωσης της πειθαρχικής έρευνας και μετέπειτα καθορισμένος χρόνος της πειθαρχικής δίκης και περάτωσης έφεσης. Κατά την άποψη μου να οριοθετηθεί χρόνος ολοκλήρωσης πειθαρχικής έρευνας, δίκης, έφεσης, εντός 10 μηνών από την ημερομηνία διάπραξης του πειθαρχικού παραπτώματος.

Με αποτέλεσμα έχουμε σήμερα, το παράδειγμα της πειθαρχικής δίωξης μελών της Αστυνομίας από το 2016 στην υπόθεση του κατά συρροή δολοφόνου και φτάσαμε στο 2026 χωρίς αυτή να αρχίσει στην ουσία της.

Δημήτρης Απαισιώτης

Δικηγόρος

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ