powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Μυρσίνη Αριστείδου: Από το Sundance στον δρόμο για τα Όσκαρ με το «Κράτα Με»-«Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν όταν άρχισα να γράφω την ταινία»

Υπάρχουν ταινίες που χρειάζονται χρόνο για να βρουν τον δρόμο τους και υπάρχουν ταινίες που, όταν τελικά φτάσουν στο κοινό, αρχίζουν να ταξιδεύουν πολύ πιο μακριά από εκεί όπου γεννήθηκαν. Το «Κράτα Με» («Hold Onto Me») της Μυρσίνης Αριστείδου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία για έναν πατέρα και μια κόρη, γυρισμένη στην Κύπρο, που χρειάστηκε οκτώ χρόνια για να φτάσει στη μεγάλη οθόνη και στη συνέχεια έκανε ένα εντυπωσιακό διεθνές ταξίδι.

Η ταινία βρέθηκε στο Sundance, ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ ανεξάρτητου κινηματογράφου στον κόσμο, όπου απέσπασε το Βραβείο Κοινού, και σήμερα αποτελεί την επίσημη επιλογή της Κύπρου για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας Μεγάλου Μήκους. Για τη Μυρσίνη Αριστείδου, όμως, η διαδρομή του «Κράτα Με» δεν είναι απλώς μια ιστορία διεθνών διακρίσεων. Είναι μια ιστορία οκτώ χρόνων, αμφιβολιών, επιμονής και μιας ταινίας που άλλαζε μαζί με τη δημιουργό της.

Στη συζήτησή μας, μιλά για τη σχέση πατέρα και κόρης που βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας, για τους ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο, για τη φθορά και την ομορφιά της Λεμεσού, αλλά και για την ανάγκη να αφήνει τον θεατή να ανακαλύπτει μόνος του το συναίσθημα.

Και ίσως η πιο δυνατή απάντησή της να έρχεται όταν κοιτάζει πίσω σε όλη αυτή τη διαδρομή. Γιατί το «Κράτα Με» δεν είναι μόνο μια ταινία που ολοκλήρωσε. Είναι μια ταινία με την οποία μεγάλωσε. «Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν όταν άρχισα να τη γράφω», λέει η Μυρσίνη Αριστείδου. Και ίσως μέσα σε αυτή τη φράση να βρίσκεται ολόκληρη η ουσία της διαδρομής της.

Το «Κράτα Με» αφηγείται την ιστορία της Ίριδας, ενός 11χρονου κοριτσιού που αναζητά τον πατέρα της, Άρη, και βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν άνθρωπο που ουσιαστικά πρέπει να γνωρίσει από την αρχή. Ανάμεσα στη ζέστη του κυπριακού καλοκαιριού, τους χώρους μιας Λεμεσού που βρίσκεται μακριά από τη γυαλιστερή εικόνα της σύγχρονης πόλης και μια σχέση που σταδιακά αλλάζει, η ταινία μιλά τελικά για την ανάγκη δύο ανθρώπων να βρουν ο ένας τον άλλο. Με την Λεμεσιανή Μυρσίνη Αριστείδου συναντηθήκαμε στη Λευκωσία, αφού τώρα βρίσκεται στην Κύπρου που, όπως μας εξομολογείται, την ξεκουράζει, πριν επιστρέψει στην Αμερική για την προώθηση της ταινίας.

5598533834743650 Still 3

Να ξεκινήσουμε από την αρχή. Πότε κατάλαβες ότι θέλεις να γίνεις σκηνοθέτρια και πότε συνειδητοποίησες ότι ο κινηματογράφος δεν θα ήταν απλώς ένα ενδιαφέρον αλλά η επαγγελματική σου πορεία;

Από πολύ μικρή είχα σχέση με διαφορών ειδών τέχνης. Χορό, ζωγραφική, φωτογραφία, μουσική. Έβλεπα επίσης πάρα πολλές ταινίες, χωρίς όμως αρχικά να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να τις κάνω εγώ. Γύρω στα δεκαεπτά μου συνειδητοποίησα ότι ο κινηματογράφος είναι ουσιαστικά το σημείο όπου όλες αυτές οι τέχνες συναντιούνται. Η έβδομη τέχνη. Αυτό που με μάγεψε ήταν η δυνατότητα να δημιουργήσεις έναν ολόκληρο κόσμο και ανθρώπους που μοιάζουν πραγματικά ζωντανοί. Να δημιουργήσεις ένα κομμάτι ζωής, χωρίς τις συνέπειες της πραγματικής ζωής. Και όσο περισσότερο ασχολήθηκα με τον κινηματογράφο, τόσο περισσότερο κατάλαβα ότι η διαδικασία δημιουργίας μιας ταινίας είναι ταυτόχρονα και ένας τρόπος να κατανοήσεις καλύτερα τον εαυτό σου.

Έχεις σπουδάσει κινηματογράφο στις ΗΠΑ. Πόσο καθοριστική ήταν η Νέα Υόρκη για τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις σήμερα τον κινηματογράφο και για την επαγγελματική σου εξέλιξη;

Πήγα στη Νέα Υόρκη στα 18, σπούδασα Κινηματογράφο και Ιστορία της Τέχνης στο Pratt Institute και στη συνέχεια ολοκλήρωσα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη σκηνοθεσία κινηματογράφου στο NYU Tisch. Οπότε ουσιαστικά ενηλικιώθηκα εκεί και ταυτόχρονα βρήκα τη φωνή μου ως δημιουργός.

Η Νέα Υόρκη σε ωθεί σε μια περιέργεια και αναζήτηση για τη ζωή. Βρίσκεσαι συνεχώς ανάμεσα σε ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, κοινωνικές τάξεις, πολιτισμούς και καλλιτεχνικές παραδόσεις. Για έναν νέο άνθρωπο από ένα μικρό νησί, αυτή η έκθεση σε έναν πολύ μεγαλύτερο κόσμο ήταν καθοριστική.

Ταυτόχρονα, όμως, το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο έζησα έξω τόσο περισσότερο άρχισα να κοιτάζω πίσω προς την Κύπρο. Η απόσταση με βοήθησε να δω τον τόπο όπου μεγάλωσα διαφορετικά και τελικά να θέλω να επιστρέψω σε αυτόν μέσα από τις ταινίες μου.

5598533939006548 BTS by Christina Drakou

Ζεις ουσιαστικά ανάμεσα σε Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες και Κύπρο. Πού νιώθεις ότι ανήκεις περισσότερο ως δημιουργός; Και πόσο σημαντικό είναι για έναν Κύπριο σκηνοθέτη να βρίσκεται εκτός Κύπρου για να ανοίξει τους ορίζοντές του;

Δεν ξέρω αν νιώθω ότι ανήκω απόλυτα κάπου και ίσως αυτό να είναι χρήσιμο δημιουργικά. Η Κύπρος είναι ο τόπος από τον οποίο προέρχομαι και ο τόπος στον οποίο επιστρέφω όταν θέλω να κοιτάξω προς τα μέσα. Η Νέα Υόρκη είναι ένα τεράστιο κομμάτι της διαμόρφωσής μου και της επαγγελματικής μου ζωής. Το Λος Άντζελες είναι περισσότερο μέρος της δουλειάς μου και των σχέσεων που αναπτύσσω τώρα στην αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία.

Δεν πιστεύω ότι πρέπει απαραίτητα ένας Κύπριος δημιουργός να φύγει για να γίνει καλός κινηματογραφιστής. Πιστεύω όμως πάρα πολύ στην έκθεση σε άλλους κόσμους. Το να φύγεις από αυτό που γνωρίζεις σε αναγκάζει να αμφισβητήσεις πράγματα και να ανοιχτείς σε άλλους ορίζοντες σκέψης. Και μετά, αν επιστρέψεις, επιστρέφεις με διαφορετικά μάτια και αγάπη για το που ξεκίνησες.

Είχες ήδη μια σημαντική διεθνή διαδρομή με τις ταινίες μικρού μήκους «Σεμέλη» και «Άρια», οι οποίες ταξίδεψαν σε μεγάλα φεστιβάλ. Υπήρξε κάποια στιγμή που είπες «ναι, τώρα μπορώ να κάνω μεγάλου μήκους»;

Η «Σεμέλη» και η «Άρια» ήταν ένα πολύ σημαντικό σχολείο. Η «Σεμέλη» ξεκίνησε από το NYU, έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στο τμήμα Generation της Berlinale. Η «Άρια» έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στο Sundance. Και οι δυο ταινίες βραβεύτηκαν και έπαιξαν σε όλες τις γωνιές του κόσμου. Μέσα από αυτές τις ταινίες άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα ποια θέματα επιστρέφουν στη δουλειά μου και ποια είναι η κινηματογραφική γλώσσα που με ενδιαφέρει.

Το «Κράτα Με» προέκυψε οργανικά από αυτή τη διαδικασία. Ήταν φυσικό επαγγελματικό και καλλιτεχνικό επακόλουθο να θέλω να προχωρήσω σε ταινία μεγάλου μήκους. Σήμερα βλέπω τις τρεις ταινίες σχεδόν σαν ένα τρίπτυχο γύρω από την αρχέτυπη σχέση πατέρα και κόρης, και παράλληλα της επι της ουσίας ανάγκης μας σαν άνθρωποι να επικοινωνούμε και να συνυπάρχουμε όσο καλύτερα μπορούμε.

5598534124824626 BTS Dimitris Pastella BTS

Όπως είπες στις δηλώσεις σου μετά την αβάντ πρεμιέρ, το «Κράτα Με» χρειάστηκε περίπου οκτώ χρόνια για να φτάσει στην οθόνη. Γιατί πήρε τόσο χρόνο; Ήταν κυρίως θέμα χρηματοδότησης, παραγωγής, σεναρίου;

Ήταν όλα μαζί. Ξεκίνησα να γράφω την ταινία από το 2017, και ουσιαστικά μεγάλωσα μαζί της.

Το σενάριο πέρασε από πολλές εκδοχές και από σημαντικά εργαστήρια και προγράμματα ανάπτυξης. Παράλληλα, όμως, έπρεπε να χτιστεί μια διεθνής συμπαραγωγή από την αρχή. Για μια πρώτη ταινία από την Κύπρο αυτό δεν είναι καθόλου απλό. Έπρεπε να βρεθούν συνεργάτες, χρηματοδότηση, συμπαραγωγοί, να ευθυγραμμιστούν διαφορετικά χρηματοδοτικά συστήματα και χρονοδιαγράμματα.

Υπήρχαν πολλές στιγμές μέσα σε αυτά τα χρόνια που η ταινία θα μπορούσε πολύ εύκολα να μη γίνει. Το δύσκολο ήταν να συνεχίζεις να πιστεύεις στην ίδια ιστορία όταν περνούν τα χρόνια και η πραγματικότητα γύρω σου αλλάζει, όσο αλλάζεις και εσύ και τα θέματα που σε αφορούν.

Συνήθως οι ταινίες κυπριακής παραγωγής έχουν να κάνουν με το Κυπριακό πρόβλημα, ειδικά όταν στηρίζονται σε κρατικά κονδύλια. Εσύ πώς γλίστρησες μέσα από αυτό το δίχτυ και κατάφερες να κάνεις κάτι διαφορετικό;

Δεν θα συμφωνούσα ακριβώς με αυτή την παραδοχή. Υπάρχουν Κύπριοι δημιουργοί που ασχολούνται με το Κυπριακό και άλλοι που αφηγούνται εντελώς διαφορετικές ιστορίες. Και δεν θεωρώ ότι η κρατική χρηματοδότηση επιβάλλει στους δημιουργούς ένα συγκεκριμένο θέμα.

Εγώ ξεκίνησα από δύο ανθρώπους και από μια φαινομενικά απλή οικογενειακή συνθήκη, την οποία ήθελα να εξερευνήσω βαθύτερα: πώς η ανάγκη για έναν άλλον άνθρωπο μπορεί να μετατοπίσει έναν χαρακτήρα, να επηρεάσει τις επιλογές του και τελικά να τον αλλάξει.

Φυσικά, επειδή μεγάλωσα εδώ, η Κύπρος υπάρχει παντού μέσα στην ταινία. Υπάρχει στον ήλιο, στον ήχο, στους ανθρώπους, στη θάλασσα, στην αρχιτεκτονική, ακόμη και στον τρόπο που περνά ο χρόνος. Αλλά προκύπτει μέσα από την ιστορία και όχι ως δήλωση.

Ταυτόχρονα, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, για μένα η ταινία αντανακλά με πολλούς τρόπους και την ίδια την Κύπρο: μικρή και ευάλωτη απέναντι σε δυνάμεις μεγαλύτερες από την ίδια, αλλά ταυτόχρονα πεισματάρα, θαρραλέα και αποφασισμένη να επιβιώσει.

Γι’ αυτό και για μένα το «Κράτα Με» δεν είναι απλώς μια ιστορία πατέρα και κόρης. Στον πυρήνα της υπάρχει η συνθήκη του να βρίσκεσαι σε θέση ανάγκης και να αναζητάς από μια ισχυρότερη παρουσία προστασία, αναγνώριση ή αποδοχή. Η «πατρική φιγούρα» μπορεί να διαβαστεί πολύ ευρύτερα από την κυριολεκτική σχέση ενός παιδιού με τον πατέρα του. Και ίσως εκεί, χωρίς να το επιδιώκει άμεσα, η ταινία γίνεται τελικά βαθιά πολιτική με τον δικό της τρόπο.

5598534243546634 hotm stills.0116459

Η σχέση πατέρα και κόρης είναι ο πυρήνας του «Κράτα με», αλλά είναι ένα θέμα που επιστρέφει και στις δύο προηγούμενες ταινίες σου, «Σεμέλη» και «Άρια». Γιατί αυτή η σχέση είναι τόσο κοντά στην καρδιά σου; Είναι αυτό που λέμε η τέχνη αντιγράφει τη ζωή;

Σίγουρα υπάρχει προσωπική αφετηρία. Αλλά οι ταινίες δεν είναι αυτοβιογραφικές. Με ενδιαφέρει περισσότερο η σχέση ως αρχέτυπο. Οι πρώτες σχέσεις που δημιουργούμε ως παιδιά μάς μαθαίνουν κάτι για την αγάπη, την εγκατάλειψη, την εμπιστοσύνη, τα όρια. Και πολύ συχνά επαναλαμβάνουμε αυτά τα μοτίβα αργότερα χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε.

Υπάρχει αυτή η αμηχανία δύο ανθρώπων που είναι οικογένεια αλλά ουσιαστικά πρέπει να γνωριστούν από την αρχή. Και μαζί με την αμηχανία υπήρχε και μια γλυκύτητα. Μεγαλώνοντας αρχίζεις επίσης να αναγνωρίζεις κομμάτια του εαυτού σου σε έναν γονιό και αυτή η συνειδητοποίηση είναι πάντα παράξενη και συναρπαστική.

Ως πατέρας έφηβης, βρήκα ιδιαίτερα συγκινητική τη σχέση της Ίρις με τον πατέρα της. Εσύ τι ελπίζεις να κρατήσει ένας γονιός από την ταινία;

Ίσως ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε.

Η Ίρις δεν χρειάζεται έναν τέλειο πατέρα. Χρειάζεται έναν άνθρωπο που να είναι παρών και να την αναγνωρίσει. Και ο Άρης δεν μεταμορφώνεται ξαφνικά στον ιδανικό πατέρα. Αυτό θα ήταν ψέμα.

Με ενδιαφέρει περισσότερο η μικρή μετατόπιση που μπορεί να συμβεί όταν δύο άνθρωποι επιτρέπουν πραγματικά ο ένας στον άλλο να τους πλησιάσει. Μερικές φορές ένα παιδί δεν ζητά τις σωστές απαντήσεις. Ζητά απλώς να μην φύγεις.

Τα πλάνα σου είναι πολύ κοντινά, σχεδόν κλειστοφοβικά σε ορισμένες σκηνές. Τι ήθελες να πετύχεις με αυτή την επιλογή;

Ήθελα να παραμείνουμε πολύ κοντά στους χαρακτήρες και να μη δίνουμε πάντα στον θεατή την άνεση να παρατηρεί από απόσταση.

Με τον Lasse Ulvedal Tolbøll, τον διευθυντή φωτογραφίας, μιλήσαμε πολύ για το πώς η κάμερα θα μπορούσε να παρακολουθεί τις πολύ μικρές μεταβολές στη σχέση τους. Με ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο ένα βλέμμα, μια παύση ή μια μικρή κίνηση από μια μεγάλη εξήγηση.

Υπάρχουν όμως και στιγμές όπου απομακρυνόμαστε και οι άνθρωποι σχεδόν χάνονται μέσα στο τοπίο. Αυτή η εναλλαγή ήταν σημαντική, από την ασφυκτική εγγύτητα στη μοναξιά.

5598534351353000 k stills-07 (2)

Κάτι που δυστυχώς βλέπουμε συχνά σε κυπριακές παραγωγές είναι μια υπερβολή στην υποκριτική. Εσύ το απέφυγες επιμελώς. Είσαι οπαδός της λογικής «το λιγότερο είναι περισσότερο»;

Σίγουρα με ενδιαφέρει η συγκράτηση, αλλά όχι ως αισθητικό δόγμα. Με ενδιαφέρει η αλήθεια.

Στην πραγματική ζωή οι άνθρωποι πολύ συχνά προσπαθούν να κρύψουν αυτό που αισθάνονται. Και για μένα αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικά από το να το εξωτερικεύσουν. Θέλω ο θεατής να ανακαλύπτει και να βιώνει το συναίσθημα και όχι να του το εξηγούμε.

Με τους ηθοποιούς προσπαθώ να δημιουργήσω χώρο ώστε να μπορούν να αντιδρούν πραγματικά ο ένας στον άλλο. Όταν υπάρχει αυτή η εμπιστοσύνη, δεν χρειάζεται να «παίξεις» τόσο πολύ το συναίσθημα, απλώς είσαι αυτό.

Παρακολουθώντας την ταινία, για αρκετή ώρα ένιωθα ότι διαδραματιζόταν στη δεκαετία του ’80 ή στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και ξαφνικά ακούγεται ένα κινητό τηλέφωνο. Υπήρχε κάποια σκοπιμότητα;

Με ενδιέφερε να δημιουργήσω έναν κόσμο που μοιάζει κάπως ξεχασμένος από τον χρόνο. Έναν κόσμο περιθωριακό, που υπάρχει παράλληλα με τη σύγχρονη πόλη αλλά σχεδόν έξω από αυτήν.

Επέλεξα συνειδητά μέρη της Κύπρου που δεν έχουν τη σύγχρονη εικόνα της Λεμεσού ή της Λευκωσίας. Και ο Άρης ζει στα όρια της κοινωνίας, οπότε ήθελα και ο κόσμος γύρω του να μοιάζει σαν να λειτουργεί με τους δικούς του κανόνες και τον δικό του τρόπο. Μετά εμφανίζεται ένα κινητό ή κάποιο άλλο σύγχρονο στοιχείο και σου θυμίζει ξαφνικά ότι αυτή η ιστορία συμβαίνει τώρα. Μου αρέσει αυτή η μικρή σύγκρουση.

Γενικά δεν μου αρέσει ιδιαίτερα η παρουσία των κινητών στις ταινίες. Προτιμώ την αμεσότητα του να πρέπει να πας να χτυπήσεις την πόρτα κάποιου ή να ξέρεις πού συχνάζουν οι φίλοι σου και να πας να τους βρεις. Υπάρχει κάτι πολύ πιο σωματικό και αυθόρμητο σε αυτό.

Κατά κάποιον τρόπο ήθελα οι χαρακτήρες να υπάρχουν μέσα σε μια διάσταση που σήμερα ίσως χάνεται. Όχι επειδή ήθελα να αναπαραστήσω μια άλλη εποχή, αλλά επειδή με ενδιέφερε ένας τρόπος επικοινωνίας πιο άμεσος, όπου για να συναντήσεις έναν άνθρωπο πρέπει πραγματικά να τον αναζητήσεις. Και νομίζω ότι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια ταινία που, στον πυρήνα της, αφορά δύο ανθρώπους που προσπαθούν να βρουν ο ένας τον άλλο.

Ο ρυθμός της ταινίας είναι βραδυφλεγής. Ξεκινάει αργά και σιγά-σιγά πιάνει τέμπο. Σε σημείο που έπιανα τον εαυτό μου να κρατάει την αναπνοή του λες κι έβλεπα ταινία τρόμου. Μίλησέ μας για τον ρυθμό.

Ο ρυθμός για μένα συνδέεται πολύ με τον τόπο αλλά και με τη σχέση. Το κυπριακό καλοκαίρι έχει έναν ιδιαίτερο χρόνο. Έχει την αφόρητη ζέστη, τον μονότονο ήχο των τζιτζικιών, τους άδειους δρόμους. Όλα επιβραδύνονται. Υπάρχει χώρος για ανία και σιωπή. Η ζέστη σε αναγκάζει σχεδόν να μείνεις ακίνητος και, αν έχεις διάθεση, να κοιτάξεις προς τα μέσα.

Ήθελα να αφήσω τη σχέση να χτιστεί μέσα σε αυτόν τον χρόνο και όχι να την πιέσουμε αφηγηματικά. Όσο όμως η Ίρις μπαίνει βαθύτερα στον κόσμο του πατέρα της και πλησιάζουμε προς την αναπόφευκτη σύγκρουση, αυτή η φαινομενική ηρεμία αρχίζει σιγά-σιγά να αποκτά ένταση.

Αυτό υπάρχει ήδη από την αρχή της ταινίας. Βλέπουμε έναν μακρινό ορίζοντα και έναν ουρανό ανάποδα. Κάποια στιγμή η εικόνα ισιώνει, αλλά τότε η θάλασσα δεν είναι πια ήρεμη. Με ενδιέφερε πολύ αυτή η αντίφαση, κάτι μπορεί εξωτερικά να μπαίνει στη θέση του, ενώ από κάτω τα πάντα αρχίζουν να αναταράσσονται.

Τα γυρίσματα έγιναν εξ ολοκλήρου στην Κύπρο, κυρίως στη Λεμεσό. Ωστόσο, η πόλη δεν κατονομάζεται, ούτε η Κύπρος. Ήταν συνειδητή επιλογή;

Ναι. Δεν ήθελα να πω στον θεατή «αυτή είναι μια ιστορία για τη Λεμεσό» ή «αυτή είναι μια ιστορία για την Κύπρο». Ήθελα να δημιουργήσω έναν κόσμο που να είναι κάπως άτοπος και άχρονος, γιατί τελικά αυτό που έχει σημασία είναι η σχέση αυτών των δύο ανθρώπων και όχι το ακριβές σημείο στον χάρτη όπου βρίσκονται.

Υπήρχε όμως και ένας πολύ πρακτικός λόγος. Η Κύπρος έχει μια πολύ μικρή κινηματογραφική βιομηχανία και, για μια ταινία με τόσους χαρακτήρες, δεν ήταν δυνατόν να περιοριστώ αποκλειστικά σε Κύπριους ηθοποιούς. Ήθελα ταυτόχρονα να κρατήσω ολόκληρη την ταινία στην ελληνική δημοτική γλώσσα. Έτσι προέκυψε ένα σύνολο ανθρώπων από διαφορετικά μέρη του ελληνόφωνου κόσμου, με διαφορετικές προφορές και καταβολές.

Αντί να προσπαθήσω να κρύψω αυτή την πραγματικότητα ή να επιβάλω σε όλους μια συγκεκριμένη κυπριακή ταυτότητα, αποφάσισα να την ενσωματώσω στον ίδιο τον κόσμο της ταινίας. Γυρίσαμε στη Λεμεσό αλλά και σε περιοχές της Λευκωσίας, επιλέγοντας πολύ συγκεκριμένα περιβάλλοντα, μεταξύ άλλων και προσφυγικές γειτονιές, ώστε όλα μαζί να συνθέτουν έναν τόπο που μοιάζει οικείος χωρίς να προσδιορίζεται απόλυτα.

Για μένα είχε μεγαλύτερη σημασία να δημιουργήσουμε έναν συνεκτικό κινηματογραφικό κόσμο παρά έναν γεωγραφικό οδηγό της Κύπρου. Ήθελα ο θεατής να μπει πρώτα στη σχέση της Ίριδας και του Άρη.

Η Λεμεσός του «Κράτα Με» απέχει πολύ από την εικόνα του ανερχόμενου επιχειρηματικού και τεχνολογικού κέντρου με τους εντυπωσιακούς πύργους. Αντιθέτως, αναδεικνύεται μια πόλη σε παρακμή, σε φθορά, φτώχεια και αδιέξοδα. Ήθελες το τοπίο να λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας ακόμη χαρακτήρας;

Απόλυτα. Το ναυπηγείο συγκεκριμένα το είχα ανακαλύψει πολλά χρόνια πριν και ήθελα ήδη από την εποχή της «Σεμέλης» να γυρίσω εκεί. Με συναρπάζει γιατί βρίσκεται σχεδόν δίπλα σε μια Λεμεσό που έχει αλλάξει δραματικά, με μαρίνες, πύργους και τεράστια ανάπτυξη, αλλά αυτό το κομμάτι παραμένει ακατάστατο, παλιό, σχεδόν ξεχασμένο. Τουλάχιστον ήταν μέχρι να γυρίσουμε την ταινία, τώρα άλλαξε και αυτό.

Και υπάρχει κάτι ακόμη που με ενδιέφερε πολύ, το καρνάγιο είναι ένας τόπος όπου οι άνθρωποι επισκευάζουν βάρκες. Μου φάνηκε πολύ όμορφο να τοποθετήσω εκεί δύο ανθρώπους που, με έναν τρόπο, προσπαθούν και αυτοί να επισκευάσουν τη σχέση τους.

Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες βρίσκονται λίγο στα περιθώρια. Στην άκρη της πόλης, στην άκρη της κοινωνίας, ίσως και στην άκρη της ίδιας τους της ζωής.

Παρά τη φθορά και την εγκατάλειψη, υπάρχει μια παράξενη γοητεία και ομορφιά στο παρακμιακό αστικό περιβάλλον και στους ανθρώπους της ταινίας. Τι είναι αυτό που βρίσκεις όμορφο σε αυτά τα «συντρίμμια»;

Ίσως ακριβώς το γεγονός ότι δεν προσπαθούν να είναι όμορφα. Με ελκύουν οι χώροι και οι άνθρωποι πάνω στους οποίους φαίνεται ο χρόνος. Μπορεί να μοιάζουν ξεχασμένοι, αλλά έχουν κάτι αληθινό, κάτι που νομίζω ότι μας λείπει πολύ σήμερα.

Οι ρωγμές, η φθορά, τα πράγματα που έχουν χρησιμοποιηθεί, επισκευαστεί και εγκαταλειφθεί κουβαλούν μνήμες, συναισθήματα, νοσταλγία. Ένα ολοκαίνουργιο κτίριο μπορεί να είναι εντυπωσιακό, αλλά δεν σου λέει απαραίτητα τίποτα για το τι συνέβη εκεί. Σε έναν παλιό χώρο, αντίθετα, υπάρχουν ίχνη ζωής. Νιώθεις ότι άνθρωποι πέρασαν από εκεί, ότι κάτι προϋπήρχε.

Και αυτό συνδέεται πολύ με τους χαρακτήρες της ταινίας. Δεν είναι τακτοποιημένοι άνθρωποι. Έχουν αποτυχίες, ελαττώματα, πληγές και πράγματα που δεν έχουν επιλύσει. Αλλά ακριβώς μέσα σε αυτή την ατέλεια βρίσκεται για μένα η ανθρωπιά τους.

Δεν εννοώ φυσικά ότι πρέπει να εξιδανικεύουμε την εγκατάλειψη ή να αφήνουμε κτίρια, περιοχές ή ανθρώπους να καταρρέουν. Αλλά υπάρχει κάτι όμορφο στην αυθεντικότητα, στο να μη σβήνουμε κάθε ίχνος φθοράς και κάθε σημάδι του χρόνου. Γιατί πολλές φορές αυτά τα σημάδια είναι ακριβώς εκείνα που μας θυμίζουν ότι κάτι έχει πραγματικά ζήσει.

Η πρωταγωνίστρια, Μαρία Πέτροβα, ήταν μόλις 11 ετών. Τι ψάχνεις σε ένα παιδί για να του εμπιστευτείς έναν τόσο απαιτητικό ρόλο;

Το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε στη Μαρία ήταν το βλέμμα της. Ήταν περίπου δέκα χρονών όταν τη γνώρισα και είχε μια απίστευτη ωριμότητα στον τρόπο που παρατηρούσε τους ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα παρέμενε απόλυτα παιδί.

Δεν έψαχνα ένα παιδί που θα μπορούσε να «παίξει» την Ίριδα. Έψαχνα κάποιον που είχε κάτι από την Ίριδα ήδη μέσα του: περιέργεια, πείσμα, ευαισθησία, ανεξαρτησία, ωριμότητα.

Με τα παιδιά το σημαντικότερο είναι η εμπιστοσύνη. Αν αισθανθούν ότι είναι ασφαλή μαζί σου, μπορούν να παραμείνουν ανοιχτά και αυθόρμητα. Η Μαρία δούλεψε απίστευτα σκληρά και είχε μια συγκέντρωση που πολλές φορές ξεχνούσες πόσο μικρή ήταν.

Απέναντί της είχες τον Χρήστο Πασσάλη. Πόσο διαφορετικό είναι να σκηνοθετείς έναν έμπειρο επαγγελματία ηθοποιό σε σχέση με ένα παιδί;

Είναι τελείως διαφορετικά εργαλεία, αλλά αυτό ακριβώς ήταν ενδιαφέρον.

Ο Χρήστος έχει τεράστια εμπειρία και μπορείς να μιλήσεις μαζί του για τον χαρακτήρα, τη δομή μιας σκηνής, μια πολύ συγκεκριμένη πρόθεση. Με τη Μαρία έπρεπε πολλές φορές να δουλεύω μέσα από καταστάσεις και δράσεις αντί για ψυχολογικές αναλύσεις.

Επίσης, συνειδητά δεν ήθελα να κάνουν πολλές πρόβες μαζί. Ήθελα να υπάρχει πραγματική αμηχανία μεταξύ τους στην αρχή. Όταν ξεκινήσαμε, η Μαρία ήταν αρκετά ντροπαλή μαζί του και δεν ανταποκρινόταν πάντα στις προσπάθειές του να την κάνει να γελάσει. Για μένα αυτό ήταν ιδανικό.

Κατά τη διάρκεια των δύο μηνών των γυρισμάτων άρχισαν πραγματικά να γνωρίζονται και να δένονται. Έτσι ένα κομμάτι της εξέλιξης που βλέπεις στην ταινία συνέβαινε παράλληλα και στη δική τους σχέση πίσω από τη κάμερα.

Έχεις συνεργαστεί και έχεις βρεθεί σε διεθνή κινηματογραφικά περιβάλλοντα. Αν σωστά διάβασα, την «Άρια» στήριξε οικονομικά και ο Σπάικ Λι. Έχεις υπάρξει ποτέ πραγματικά εντυπωσιασμένη μπροστά σε κάποιο μεγάλο όνομα;

Ναι, ο Σπάικ Λι είχε στηρίξει την «Άρια» μέσα από το Spike Lee Film Production Fund, το οποίο δημιούργησε για να στηρίζει νέους σκηνοθέτες. Και φυσικά, όλα αυτά τα χρόνια έχω βρεθεί σε περιβάλλοντα όπου συναντάς ανθρώπους των οποίων τη δουλειά θαύμαζες για χρόνια, και συνήθως ανακαλύπτεις ότι είναι πολύ πιο απλοί και προσιτοί απ’ όσο φανταζόσουν.

Στις αρχές θυμάμαι πολλές φορές να μην μπορώ να πιστέψω ότι βρισκόμουν στο ίδιο δωμάτιο ή συνομιλούσα με ανθρώπους που είχαν κάνει τόσο έργο στον κινηματογράφο. Με τα χρόνια, κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους έγιναν φίλοι και μέντορες, άνθρωποι που εκτιμώ βαθιά τόσο για τη δουλειά τους όσο και για το ποιοι είναι.

Και νομίζω ότι όσο μεγαλώνω, αυτό που με εντυπωσιάζει δεν είναι πια τόσο η διασημότητα όσο η σχέση κάποιου με τη δουλειά του. Μπορεί να συναντήσεις έναν σπουδαίο σκηνοθέτη και αυτό που τελικά να σου μείνει να είναι πόσο σοβαρά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη διαδικασία, πόσο περίεργος παραμένει ή πόσο πάθος και ενθουσιασμό εξακολουθεί να έχει γι’ αυτό που κάνει. Αυτό πλέον με εντυπωσιάζει πολύ περισσότερο από ένα μεγάλο όνομα.

Το «Κράτα με» έχει ήδη περάσει από μια πολύ σημαντική διεθνή δοκιμασία, το κορυφαίο Sundance Film Festival, όπου απέσπασε το Βραβείο Κοινού. Τι άλλαξε για σένα και για την ταινία μετά από αυτή τη διάκριση;

Το Sundance ήταν τεράστιο για την ταινία. Κάθε χρόνο υποβάλλονται χιλιάδες ταινίες από όλο τον κόσμο και μόλις δέκα επιλέγονται για το διεθνές διαγωνιστικό τμήμα δραματικών ταινιών. Οπότε και μόνο το γεγονός ότι μια τόσο μικρή ταινία από την Κύπρο βρέθηκε ανάμεσα σε αυτές τις δέκα ήταν για εμάς κάτι σχεδόν απίστευτο. Το ότι στη συνέχεια κέρδισε και το Βραβείο Κοινού ήταν πραγματικά ένα ακόμη θαύμα.

Και το συγκεκριμένο βραβείο είχε για μένα ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή προερχόταν από το κοινό. Κάνεις μια πολύ συγκεκριμένη, προσωπική ταινία σε ένα μικρό νησί και ξαφνικά κάθεσαι σε μια αίθουσα στην άλλη πλευρά του κόσμου και βλέπεις ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τίποτα για την Κύπρο να συνδέονται συναισθηματικά μαζί της και με την ιστορία. Αυτό ήταν ίσως το πιο συγκινητικό κομμάτι όλης της εμπειρίας.

Παράλληλα όμως άνοιξε ακόμη περισσότερο και ο δρόμος της ίδιας της ταινίας. Συνέχισε να ταξιδεύει σε κάθε γωνιά του κόσμου, από την Αυστραλία μέχρι την Κίνα, την Κορέα και το Μεξικό, να συναντά διαφορετικά κοινά και να διακρίνεται. Και νομίζω ότι αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο δώρο: μια ιστορία που ξεκίνησε από ένα τόσο συγκεκριμένο μέρος να αποκτά τη δική της ζωή και να συνεχίζει να βρίσκει ανθρώπους τόσο μακριά από εκεί όπου γεννήθηκε.

Επαγγελματικά, φυσικά, άνοιξε πολλές πόρτες. Μετά το Sundance με πλησίασαν μεγάλα πρακτορεία και εταιρείες εκπροσώπησης στην Αμερική και σήμερα τη δουλειά μου εκπροσωπούν η United Talent Agency και η Anonymous Content.

Μετά από όλα αυτά, έχει αλλάξει ο πήχης για την επόμενη ταινία σου;

Έχει αλλάξει με την έννοια ότι τώρα γνωρίζω πολύ καλύτερα τι απαιτεί μια μεγάλου μήκους ταινία. Αλλά προσπαθώ να μην αφήνω την εξωτερική επιτυχία μιας ταινίας να υπαγορεύει την επόμενη.

Το χειρότερο που θα μπορούσα να κάνω τώρα θα ήταν να προσπαθήσω να κατασκευάσω «την ταινία μετά το Sundance». Θέλω να επιστρέψω στο ίδιο ερώτημα που είχα πριν από όλα αυτά: τι είναι αυτό που με απασχολεί αρκετά ώστε να θέλω να ζήσω μαζί του για τα επόμενα χρόνια;

Αν το «Κράτα με» ήταν ένας κύκλος που ξεκίνησε με τη «Σεμέλη» και συνεχίστηκε με την «Άρια», τι θέλεις να εξερευνήσεις στον επόμενο κύκλο της δουλειάς σου;

Νιώθω πραγματικά ότι με το «Κράτα Με» έκλεισε ένας κύκλος. Η «Σεμέλη», η «Άρια» και το «Κράτα Με» γεννήθηκαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου, αλλά επιστρέφουν όλες στην εγκατάλειψη, και στην αρχέτυπη σχέση κόρη-πατέρα. Ίσως χρειαζόμουν να κάνω τρεις ταινίες για να καταλάβω τι ακριβώς προσπαθούσα να επεξεργαστώ.

Τώρα αναπτύσσω καινούργια έργα και θέλω να μπω σε διαφορετικούς κόσμους και σχέσεις. Δεν θέλω να επαναλαμβάνω τον εαυτό μου. Αυτό που μάλλον θα παραμείνει είναι η έλξη μου προς ανθρώπους που βρίσκονται λίγο έξω από τα πράγματα και προς τις αντιφάσεις στις ανθρώπινες σχέσεις.

Μετά από οκτώ χρόνια για να γίνει αυτή η ταινία, το Sundance, το Βραβείο Κοινού και τώρα τα Όσκαρ, όταν κοιτάς πίσω, άξιζε τελικά όλη αυτή η διαδρομή;

Αν μου το ρωτούσες σε κάποιες στιγμές μέσα σε αυτά τα οκτώ χρόνια, πιθανότατα θα σου έδινα διαφορετική απάντηση. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Υπήρξαν πολλές απογοητεύσεις, πολλές φορές που η ταινία σταμάτησε ή που δεν ήξερα αν θα μπορέσει ποτέ να γίνει. Και φυσικά όταν βλέπεις σήμερα το Sundance, το Βραβείο Κοινού ή τα Όσκαρ, είναι εύκολο να δημιουργηθεί μια πολύ καθαρή αφήγηση επιτυχίας εκ των υστέρων. Η πραγματική διαδρομή δεν ήταν καθόλου καθαρή.

Δεν μπορώ να απαντήσω ακόμα στο αν άξιζε, γιατί εγώ δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν όταν άρχισα να τη γράφω. Μεγάλωσα μαζί της. Και ίσως αυτό είναι τελικά το πιο σημαντικό πράγμα που μου έδωσε.

Info:

Παραγωγοί: Μόνικα Νικολαΐδου, Μυρσίνη Αριστείδου

Συμπαραγωγοί: Anders N.U. Berg, Κωνσταντίνα Σταυριανού, Ρένα Βουγιούκαλου

Executive Producers: Mark Hollinger, Thomas J. Mangan IV

Παραγωγή: Filmblades (Κύπρος), One Six One Films (Κύπρος)

Συμπαραγωγή: Fredo Pictures (Δανία), Graal Films (Ελλάδα), Υφυπουργείου Πολιτισμού Κύπρου – Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού, ΕΡΤ – Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση.

Χρηματοδότηση: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας – Creative Greece

Με τη στήριξη: Danish Film Institute, The Black Family Grant – NYU Tisch School of the Arts, Sam Spiegel International Film Lab – Emerging Filmmaker Award, Pleasant Bay Pictures, Mango Productions

Διεθνείς Πωλήσεις: Cercamon

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ