powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

«Έφυγα στα 12 μου από το Ριζοκάρπασο, ως παιδί δεν πήγα ποτέ μου στους γονείς μου… Η μητέρα μου ενημερώθηκε από το ΡΙΚ ότι γέννησα»

«Με τη δική μας θέληση, στα 12 μου χρόνια, υπέγραψα ένα αίτημα με το οποίο ζητούσα από τις Αρχές της Αστυνομίας και του στρατού, ότι θα ήθελα να έρθω στις ελεύθερες περιοχές, για να συνεχίσω τη μόρφωσή μου και να μην στερηθώ το δικαίωμα που έχουν όλα τα παιδιά στον κόσμο, αυτό της μόρφωσης, αλλά στερήθηκα την οικογένειά μου. Δυστυχώς, δεν μας επιτρεπόταν να επισκεφτούμε τους γονείς μας στο Ριζοκάρπασο. Μέχρι το καλοκαίρι του 1979 επιτρεπόταν σε παιδιά που ήταν στις ελεύθερες περιοχές να έρχονται πίσω Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι. Δυστυχώς, εγώ ήμουν στην ομάδα που δεν πήγα ποτέ μου».

Αυτά είναι τα λόγια της Νίκης Χρονίας, η οποία κατάγεται από το Ριζοκάρπασο. Η κα. Χρονία στην τρυφερή ηλικία των 12 ετών έπρεπε να λάβει μία δύσκολη απόφαση. Να εγκαταλείψει τους γονείς της, που έμειναν εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και να μεταβεί μόνη στις ελεύθερες περιοχές, για να συνεχίσει τη μόρφωσή της ή να παραμείνει στο Ριζοκάρπασο και να σταματήσει η μόρφωσή της σε επίπεδο Δημοτικού.

Επέλεξε να μην στερηθεί το αυτονόητο δικαίωμα στη μόρφωση και να ωριμάσει απότομα, αφού για πολλά χρόνια στερήθηκε την οικογένειά της. Επικοινωνούσε με τους γονείς της μέσω του ΡΙΚ και επέστρεψε στο χωριό της ενήλικη, για να παραστεί στην κηδεία της πρόγιαγιάς της. Μάλιστα, η επικοινωνία ήταν τόσο δύσκολη, που η μητέρα της έμαθε ότι γέννησε μέσω ΡΙΚ.

Η κα. Χρονία μίλησε στον REPORTER για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ερχόμενη στις ελεύθερες περιοχές, χωρίς να έχει τους γονείς της στο πλευρό της, για τη ζωή στο οικοτροφείο, καθώς και για το τελευταίο Πάσχα στο ελεύθερο Ριζοκάρπασο και τις διαφορές του τότε με το σήμερα.

Η δεύτερη εισβολή και η αιχμαλωσία του πατέρα της

«Έζησα τα δώδεκά μου πρώτα χρόνια στο Ριζοκάρπασο. Γεννήθηκα το 1967, οπόταν τον Ιούλιο του 1974 ήμουν επτά χρόνων. Είχα τελειώσει την Α’ τάξη του Δημοτικού μόνο όταν ήταν ελεύθερη όλη η Κύπρος. Ήμασταν μεγάλο χωριό. Το 1973 η απογραφή του χωριού έδειχνε ότι ήταν 3,500 κάτοικοι. Ήταν ένα καθαρά αμιγές ελληνικό χωριό. Οι Τουρκοκύπριοι, με τους οποίους συνεργαζόμασταν ήταν στο διπλανό χωριό και είχαμε καλές σχέσεις μαζί τους.

Το καλοκαίρι του 1974, όταν έγινε η δεύτερη εισβολή, μας βρίσκει με την οικογένειά μου, με τον αδελφό μου τον Ανδρέα που ήταν νήπιο, μόλις 1,5 χρονών, σε μία περιοχή πριν τον Απόστολο Ανδρέα που ονομάζεται Ακαθκιά. Εκεί όλοι οι χωριανοί, το καλοκαίρι ως Καρπασίτες, καλλιεργούσαμε καπνά και αναγκαζόμασταν να φύγουμε από τη μόνιμη μας κατοικία και πηγαίναμε προς την περιοχή του Αποστόλου Ανδρέα ή στα βόρεια που ήταν ο Άγιος Φίλωνας, για να είμαστε κοντά στα φυτά, επειδή έπρεπε να ξυπνήσουν πολύ πρωί οι παραγωγοί, πριν να ανατείλει ο ήλιος, για να κόψουν τα φύλλα, όταν ήταν ακόμη υγρά. Αυτό επειδή έβγαζαν πίσσα και έλιωναν και δεν βοηθούσε στο μάζεμα.

Η οικογένειά μου, επειδή ο πατέρας μου ήταν γεωργός, ήμασταν στην περιοχή Ακαθκιά, που είχαμε εκεί τα καπνά. Ήταν άνυδρα, λόγω και της υγρασίας. Το χωριό μας βρέχεται από τρεις μεριές θάλασσα και έχει πολλή υγρασία. Στο περιβόλι μας φυτεύαμε λαχανικά και φρούτα για τις ανάγκες της διατροφής μας, ενώ μαζί μας παίρναμε και τα ζώα μας, επειδή φεύγαμε από το χωριό για ένα τρίμηνο περίπου.

Έγινε η δεύτερη εισβολή στις 14 Αυγούστου. Στις 16 Αυγούστου, ο πατέρας μου μας πήρε για μπάνιο και μας έψηνε κοτόπουλο στα κάρβουνα. Το απόγευμα, μας βρήκαν εκεί οι Τούρκοι στρατιώτες και κάλεσαν τον πατέρα μου για να τους δείξει πού είναι το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα. Ο πατέρας μου, πρόθυμος να βοηθήσει, όπως ήταν με το κοντό παντελόνι, άφησε τη σούβλα και ξεκίνησε να τους δείξει που είναι ο Απόστολος Ανδρέας, που ήταν πολύ κοντά. Ήταν ανυποψίαστος για το τι θα συνέβαινε μετά.

Ο πατέρας μου μαζί με άλλους έξι χωριανούς αιχμαλωτίστηκαν από εκείνη τη στιγμή, τους πήραν προς το Μοναστήρι. Εν τω μεταξύ, οι Τούρκοι είχαν παραλάβει μεγάλη ομάδα συγχωριανών μας, από 18-50 ετών, τους οποίους είχαν μαζέψει στην πλατεία του Αγίου Συνεσίου. Ο πατέρας μου και οι άλλοι έξι πήγαν με άλλη ομάδα και δεν τους είχαν δει οι υπόλοιποι συγχωριανοί μας. Οι Τούρκοι τους βασάνισαν και τους μετέφεραν στη Λευκωσία, στο γκαράζ Παυλίδη και από εκεί στις Φυλακές στα Άδανα. Ο πατέρας μου και οι συγχωριανοί μας ήταν από τους τυχερούς, επειδή είχαν πάρει ένα αριθμό από τον Ερυθρό Σταυρό, τον οποίο μας έστειλαν και εμάς και μας ενημέρωσαν ότι ζούσε και ήταν στη Φυλακή των Αδάνων. Ο πατέρας μου επέστρεψε τον Οκτώβριο, όταν έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών».

Η ζωή στην αιχμαλωσία

«Εγώ δεν είδα πόλεμο. Ήταν περαστοί, αλλά μου έμεινε στο μυαλό η εικόνα με τα τσιπ του στρατού και τα τανκς και το συγκρίνω με την 1η Οκτωβρίου που γίνεται η στρατιωτική παρέλαση. Μου έμεινε και ο ήχος από την ερπύστρια και η γραμμή που χάραζε στο δρόμο.

Εγώ, η μητέρα μου και ο αδελφός μου είχαμε μείνει στα χωράφια και μας μετέφερε ένας χωριανός μας και βρήκαμε τους γονείς της μητέρας μου στο χωριό. Πέρασε ο καιρός, άνοιξαν τα σχολεία και έπρεπε να συνεχίσουμε τη μαθητική μας ζωή. Ήταν δύσκολα τα πράγματα, εμείς αναγκαζόμασταν να πάρουμε βιβλία από παλαιότερους μαθητές, μέχρι να οργανωθεί και το Υπουργείο Παιδείας με τα νέα δεδομένα. Γύρω στα Χριστούγεννα, θυμούμαι, είχαν σταλεί από το Υπουργείο και τα δικά μας βιβλία. Από τότε είχαμε τον πενθήμερο, το Σάββατο δεν το είχαμε και πηγαίναμε και απόγευμα καθημερινά, εκτός από Τετάρτη, για να καλύψουμε την ύλη του Σαββάτου.

Είχαμε δύο τάξεις και όταν τελείωσα εγώ το Δημοτικό, το 1979 ήμασταν 29 παιδιά. Φυσικά, λιγόστεψε ο πληθυσμός και ο βασικότερος λόγος ήταν ότι το 1976 το βασικό Γυμνάσιο είχε κλείσει και επαναλειτούργησε το 2003, που είχαν ήδη φύγει πάρα πολλοί νέοι, όπως και εγώ».

5449761097586459 viber image 2026-04-09 13-09-19-716

Το Πάσχα στο Ριζοκάρπασο

«Το Ριζοκάρπασο, όπως και όλες οι περιοχές, έχει τα δικά του ήθη και έθιμα για το Πάσχα. Το παραδοσιακό μας φαγητό είναι το οφτό το παραδοσιακό της τερατσιάς, κάνουμε αυγωτές, που είναι κουλούρια ζυμωτά, με προζύμι στο φούρνο και το ιδιαίτερο συστατικό είναι ότι βάζουμε αναρή και βάζουμε και αυγό κόκκινο στη μέση. Κάνουμε τις φλαούνες μας, που επίσης είναι γλυκιές, επειδή βάζουμε μέσα ζάχαρη και σταφίδες. Επίσης, βάφουμε τα αυγά μας με τα φύκια της θάλασσας, που φυτρώνουν στη βόρεια πλευρά του Ριζοκαρπάσου, σε βράχους και τα μαζεύουν και όταν ψήνονται τα αυγά, νομίζεις ότι είσαι στην παραλία, επειδή μυρίζουν θάλασσα».

Το τελευταίο Πάσχα στο ελεύθερο Ριζοκάρπασο και η διαφορά μετά την εισβολή

«Το Πάσχα γινόταν στον Άγιο Συνέσιο. Θυμούμαι ότι κοιμόμασταν και μετά πηγαίναμε εκκλησία, γύρω στις 3:00 το πρωί. Ήταν εκεί η λαμπρατζιά, για κάψιμο του Ιούδα, εκκλησιαζόμασταν, μετά πηγαίναμε σπίτι για να φάμε τη φλαούνα μας, που την έψηναν την ημέρα του Σαββάτου, την αυγωτή μας, τη σούπα μας. Στην πλατεία του Αγίου Συνεσίου γινόταν μεγάλη πανήγυρη, επειδή είναι κοντά και η γιορτή του Αγίου. Γινόταν μεγάλη γιορτή το Πάσχα, με όλους τους συντελεστές.

Οι χασάπηδες άναβαν γύρω στους δέκα φούρνους και έψηναν το παραδοσιακό οφτό της τερατσιάς, που ήταν τοπικό έδεσμα. Υπήρχαν οι βιολάριδες, οι λαουτάριδες, οι μουσικοί, υπήρχαν οι παναγηριώτες που πουλούσαν ξηρούς καρπούς, εδέσματα, πουλούσαν τατσιές, σκάφες. Ήταν μεγάλη πανήγυρη για το χωριό και διασκέδαση, επειδή διαρκούσε μία εβδομάδα.

Έρχονταν και από άλλες περιοχές στην πανήγυρη μας. Καρπασίτες που ζούσαν στο εξωτερικό, περίμεναν αυτή την ημέρα, για να επιστρέψουν στην κοινότητά μας. Λόγω του ότι είμαστε απομακρυσμένη περιοχή έχουμε διαφορά στα φαγητά, στη γλώσσα, στις συνήθειες και στα παιχνίδια μας. Ακόμη και στις στολές μας. Η ριζοκαρπασίτικη σαγιά διαφέρει πολύ από τις άλλες περιοχές, είναι τα μοτίβα με έντονο ύφασμα, χρησιμοποιούσαμε μεταξωτό. Έχουμε μοναδικά υφαντά, όπως το δουπλέτι, το μουτζέττι, που είναι νυφική στολή του Ριζοκαρπάσου. Η βράκα με το μεταξωτό πουκάμισο και γιλέκο. Αργότερα και με μεταξωτό ύφασμα έραβαν πουκάμισα και παντελόνια οι άντρες και τα χρώματα που κυριαρχούσαν ήταν το κόκκινο.

Έχουμε και ένα προϊόν που γίνεται μόνο στο Ριζοκάρπασο, είναι το βούτυρο της αναρής. Έπαιρναν την αναρή, από αιγινό γάλα, την έλιωναν, την έτριβαν, την έβραζαν και την ανακάτευαν για πολλή ώρα και έβγαινε το βούτυρο. Το χρησιμοποιούσαν στα φαγητά και στα γλυκά.

Μετά την εισβολή όλα άλλαξαν. Ο πάτερ Ζαχαρίας έπρεπε να κάνει αίτηση στις “αρχές” του ψευδοκράτους για να λειτουργήσει. Οι ακολουθίες γίνονταν το απόγευμα, επειδή και οι χωριανοί δεν μπορούσαν να μεταβούν στις εκκλησίες εύκολα. Δεν γινόταν η πανήγυρη, δεν υπήρχε εκείνη η κατάνυξη στο χωριό. Οι καμπάνες δεν χτυπούσαν για χρόνια και ο καθένας γιόρταζε την ανάσταση στο σπίτι του. Πηγαίναμε εκκλησία με το φόβο ότι πιθανό κάτι μπορεί να συμβεί. Ήταν βουβό το Πάσχα».

5449760946698078 viber image 2026-04-09 13-09-19-421

Η ζωή στις ελεύθερες περιοχές

«Με τη δική μας θέληση, στα 12 μου χρόνια, υπέγραψα ένα αίτημα με το οποίο ζητούσα από τις Αρχές της Αστυνομίας και του στρατού, ότι θα ήθελα να έρθω στις ελεύθερες περιοχές, για να συνεχίσω τη μόρφωσή μου και να μην στερηθώ το δικαίωμα που έχουν όλα τα παιδιά στον κόσμο, αυτό της μόρφωσης, αλλά στερήθηκα την οικογένειά μου.

Έφυγα από το Ριζοκάρπασο στις 19 Οκτωβρίου 1979. Είχαμε φιλοξενηθεί στο μαθητικό οικοτροφείο, που ήταν υπό την αιγίδα του Γραφείου Ευημερίας. Είχε δημιουργηθεί το Γενάρη του 1979 από την κα. Βούλη Παπαδόπουλου. Εκεί ήταν το σπίτι μας. Είχε αρκετές κοπέλες, φτάσαμε να είναι μέχρι και 23.

Τον Οκτώβριο του 1979 πήγα Γυμνάσιο στον Λυκαβητό και την ώρα που έπρεπε να διαχειριστώ το ψυχολογικό κομμάτι ότι ήμουν μόνη, μακριά από τους γονείς μου, έπρεπε να διαβάζω μόνη μου, να καλύψω τις πολλές αδυναμίες που είχαμε. Ευτυχώς, τα καταφέραμε. Πήγα πρώτη μέρα Δευτέρα στο σχολείο, μαζί με άλλες δύο κοπέλες και η τάξη είχε διαγώνισμα Μαθηματικών. Μας το έδωσαν και εμάς και γράψαμε. Έλυσα δύο ασκήσεις μόνο, επειδή τα θυμόμουν από το Δημοτικό και έγραψα χαμηλά. Στο επόμενο διαγώνισμα πήρα πιο ψηλό βαθμό.

Ντρεπόμουν να μιλήσω στην τάξη, επειδή δεν ήθελα να κάνω λάθος. Εμείς έχουμε και μία διαφορετική νοοτροπία, ένα ιδίωμα στο Ριζοκάρπασο, που χρησιμοποιούμε πολλές ομηρικές λέξεις και θεωρούσα ότι ήταν προσβλητικές να τις χρησιμοποιώ, ως παιδί. Στάθηκα στα πόδια μου, διάβαζα και βελτίωσα τους βαθμούς μου. Στο πρώτο σχολείο που πήγα, ένιωσα λίγο την απόρριψη και την κοροϊδία. Όχι από όλους. Θυμούμαι ότι άκουσα συμμαθήτριά μου, που κορόιδευε που φορούσα την ποδιά, που ήταν η στολή του σχολείου, που μας αγόρασαν οι υπεύθυνες. Εκείνες φορούσαν την επίσημη στολή και μία από αυτές, μας δακτυλόδειχνε και έλεγε για τη στολή μας. Οι άλλοι μας αγκάλιασαν.

Το κράτος μας παρείχε φροντιστήρια και όταν μετακομίσαμε στο κέντρο της Λευκωσίας, πήγαινα με τα πόδια στο φροντιστήριο, επειδή ήθελα να μάθω. Στο νέο σχολείο, τα παιδιά μας αγκάλιασαν με αγάπη και νιώθαμε πιο ωραία εκεί. Ακόμη και οι καθηγητές εκτιμούσαν ιδιαίτερα τις προσπάθειές μας και μας επισκέπτονταν και οι γονείς των συμμαθητών μας στο οικοτροφείο και μας έπαιρναν και σπίτι τους. Βρήκαμε αγάπη και στήριξη.

Υπήρχε έλεγχος, επειδή είχαν μεγάλη ευθύνη στο οικοτροφείο. Πηγαίναμε και θέατρο, αλλά ήταν όλα υπό αυστηρό έλεγχο. Πηγαίναμε και κατασκήνωση και σε εκδηλώσεις. Ακόμη και σπίτι των συμμαθητριών μας πηγαίναμε, αλλά έπρεπε να ξέρουν οι υπεύθυνοι που θα πάμε, τι ώρα, με ποιους.

Τελειώνοντας το σχολείο, ως ενήλικες, έπρεπε να φύγουμε από το οικοτροφείο. Ως πρόσφυγες, κάναμε αίτηση στη μέριμνα για να μας δοθεί ένα διαμέρισμα. Έτσι, στα 18 μού παραχωρήθηκε ένα διαμέρισμα, που ήταν σε κακή κατάσταση και μετά από παρέμβαση του πατέρα μου, τελικά μου έδωσαν ένα άλλο στα Λατσιά, που ήταν κοντά στον αδελφό του. Τότε, ανέλαβα και τον αδελφό μου που ήταν 11,5 ετών και άρχισα και τις σπουδές μου. Αρχικά ήθελα να γίνω λογίστρια, όμως λόγω του ότι φοιτούσα σε ιδιωτικό, έπρεπε να εργάζομαι για να καλύψω τα δίδακτρα και πήγαινα σε νυχτερινά μαθήματα.

Σε κάποια στιγμή, η μητέρα μού είπε ότι έπρεπε να το ξανασκεφτώ, επειδή θα είχε δυσκολίες και να ενταχθώ στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Κάθισα στις εξετάσεις, επειδή δεν πίστευα ότι θα περάσω και τελικά κατάφερα να περάσω και δεν το μετάνιωσα».

Δυστυχώς, δεν μας επιτρεπόταν να επισκεφτούμε τους γονείς μας στο Ριζοκάρπασο. Μέχρι το καλοκαίρι του 1979 επιτρεπόταν σε παιδιά που ήταν στις ελεύθερες περιοχές να έρχονται πίσω Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι. Δυστυχώς, εγώ ήμουν στην ομάδα που δεν πήγα ποτέ μου. Το οικοτροφείο έκλεινε για τις διακοπές και έπρεπε να πάμε ή σε συγγενικές οικογένειες ή σε ανάδοχες, που έβρισκε το γραφείο Ευημερίας. Εμένα με φιλοξενούσαν οι νονοί του αδελφού μου, Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι, αλλά και τα Σαββατοκύριακα, που έρχονταν και με έπαιρναν μαζί τους σε εκδρομές. Το Πάσχα του 1980 είχε έρθει ο πατέρας μου, με όλα τα παραδοσιακά εδέσματα από το χωριό, που ζύμωσε η μητέρα μου. Ο πατέρας μου γιόρτασε το Πάσχα μαζί μας και μετά επέστρεψε στο χωριό.

Ήταν αρκετά δύσκολα τα χρόνια. Επικοινωνούσαμε μέσω ραδιοφώνου, από την εκπομπή του ΡΙΚ. Από την 1:30-1:45 το μεσημέρι ήταν μηνύματα προς τους εγκλωβισμένους. Παίρναμε τηλέφωνο και ανακοινώναμε από εκεί βασικά πράγματα, είτε ευχές, είτε γεγονότα ευχάριστα ή δυσάρεστα. Ήταν ο τρόπος επικοινωνίας. Επίσης, μπορούσαμε να μεταφέρουμε νέα μέσω συγχωριανών μας που έρχονταν, μετά από δήλωση στις “αρχές” του ψευδοκράτους, ότι ήθελαν να έρθουν στις ελεύθερες περιοχές για να δουν τα παιδιά τους. Έτσι έκαναν και οι γονείς μου, μοιραζόμασταν και ερχόταν ο ένας τα Χριστούγεννα, ο άλλος το Πάσχα και έμεινε και ένας με τον αδελφό μου, που ήρθε στις ελεύθερες περιοχές πολύ αργότερα.

Το 1983, που ήρθε ο αδελφός μου, επιτράπηκε στα παιδιά που δεν είχαν κλείσει το 12ο έτος της ηλικίας τους για να επισκεφτούν τους γονείς τους τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και το καλοκαίρι. Ο αδελφός μου, επειδή ήταν μικρός μπορούσε να πάει. Εγώ ήμουν εκτός ηλικιακού ορίου και έτσι παρέμενα εδώ».

5449760857579956 viber image 2026-04-09 13-09-19-137

 

Η επιστροφή στο Ριζοκάρπασο

«Εγώ πήγα για πρώτη φορά στο Ριζοκάρπασο μετά από 12 χρόνια, ενήλικη πλέον, στην κηδεία της πρόγιαγιάς μου. Είχε ειδικές διαδικασίες, έπρεπε να δώσουμε τα στοιχεία, με τις ταυτότητες των συγγενών πρώτου βαθμού στα Ηνωμένα Έθνη, για να γίνει και αίτημα στις “αρχές” του ψευδοκράτους, για να εγκριθούμε.

Η προγιαγιά μου πέθανε σε ηλικία 107 ετών, ήταν παραμυθού, της άρεσε να μας διηγείται τα παραμύθια και πέρασα πολλές ώρες μαζί της. Την αγαπούσα πολύ και για μένα δεν ήταν μόνο γιαγιά, ήταν μητέρα, φίλη μου. Όταν πέθανε ήθελα πάρα πολύ να πάω στην κηδεία. Κινήσαμε όλη τη διαδικασία, είχα δηλώσει τα στοιχεία μου και πηγαίνοντας στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, άρχισε ο αστυνομικός να αναγιγνώσκει τα ονόματα που θα πήγαιναν. Έφτασε στο τέλος, είπε να πιάσουν το ταξί και να πάνε και εγώ δεν ήμουν μέσα. Τον ρώτησα “εγώ δεν θα πάω;”, αφού το όνομά μου ήταν πάνω στη λίστα. Η απάντηση που μου έδωσε με πλήγωσε πολύ και έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Μου είπε “δεν είσαι συγγενής” και του απάντησα “τι εννοείς δεν είμαι συγγενής;”. Μου απάντησε “δεν είσαι κόρη της” και του είπα “μα είναι γιαγιά μου” και μου είπε πίσω “δεν είναι γιαγιά σου, είναι η γιαγιά του παπά σου”. Έβαλα τα κλάματα και στο τέλος μία θεία μου, είπε να πάω εγώ και να μείνει εκείνη πίσω. Μετά από αρκετή συζήτηση επιτράπηκε και στις δύο μας. Η πρόφασή τους ήταν ότι δεν θα μας χωρούσε το ταξί και τελικά πήραμε και τρίτο ταξί και πήγαμε πιο άνετα. Πήγαμε στο χωριό, αλλά επειδή δεν είχαν ειδοποιηθεί στο Ριζοκάρπασο ότι θα πηγαίναμε, λόγω και του ότι δεν ήταν εύκολη η επικοινωνία, είχαν κάνει την κηδεία την προηγούμενη ημέρα.

Όταν πήγα μου φάνηκε ότι οι δρόμοι είχαν μικρύνει, έχασα τον προσανατολισμό μου, δεν μπορούσα να καθοδηγήσω τον οδηγό να μας πάρει στο σπίτι μου. Ήμουν πολύ αναστατωμένη ψυχολογικά και μπερδεύτηκα.

Πήγα ξανά την επόμενη χρονιά, όταν πέθανε ο πατέρας μου, που έπαθε έμφραγμα στη μέση του χωριού. Τον είχαν μεταφέρει στο σπίτι και επειδή ήταν μπαϊράμι, δεν μπορούσαν να βρουν ασθενοφόρο για να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Πέθανε Τετάρτη και ειδοποιηθήκαμε Παρασκευή».

5449760724970140 viber image 2026-04-09 13-09-18-843

Η ειδοποίηση για τη γέννα μέσω ραδιοφώνου

«Το 1994 γέννησα την κόρη μου. Η μητέρα μου ενημερώθηκε για τη γέννα από το ραδιόφωνο. Η μητέρα μου είχε αιτηθεί για να έρθει το Γενάρη, επειδή τότε ήταν προγραμματισμένο να γεννήσω, αλλά τελικά η κόρη μου ήρθε πρόωρα και τελικά ήρθε πιο μετά για να μας δει. Γέννησα στις 26 Δεκεμβρίου 1994 και ήταν αργία. Τα μηνύματα ήταν προεπιλεγμένα και με προτεραιότητα και ο σύζυγός μου κάλεσε στο ΡΙΚ και τους ζήτησε να βάλει το μήνυμα “ο Πανίκος και η Νίκη πληροφορούν τη μητέρα τους, Μαρούλλα Χρονία στο Ριζοκάρπασο, ότι γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι”. Χριστούγεννα και Πάσχα πηγαίναμε στο ΡΙΚ, συγκεκριμένες ημέρες και ηχογραφούσαμε τη φωνή μας και έπαιζαν και αυτά.

Για πρώτη φορά για γιορτές πήγαμε τα Χριστούγεννα του 1995. Αρχίσαμε να δηλώνουμε τα ονόματά μας στα Ηνωμένα Έθνη, για να πάρουμε την έγκριση από τις “αρχές” του ψευδοκράτους και πηγαίναμε διήμερο, με τα λεωφορεία. Η μητέρα μου είναι εκεί, κάθε χρόνο μας περιμένει, κάνει τις προετοιμασίες της και μας περιμένει να γιορτάσουμε μαζί.

Μέχρι και σήμερα υπάρχουν 240 εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο, λειτουργεί το Νηπιαγωγείο, με 18 παιδάκια, το Δημοτικό, με 17 παιδάκια και το Γυμνάσιο, με 16 μαθητές, αλλά μέχρι και σήμερα υπάρχουν δυσκολίες, επειδή οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αιτηθούν, όχι μόνο στην εκπαιδευτική υπηρεσία, αλλά και να εγκριθούν από τις “αρχές” του ψευδοκράτους. Κάνουν τον αγώνα τους με τους μαθητές.

Υπάρχει το στήριγμα του Ριζοκαρπάσου, που στήριξε τους Χριστιανούς, ο πάτερ Ζαχαρίας, που ακόμη είναι εκεί και στα 75 του χρόνια αγωνίζεται και λειτουργεί καθημερινά τον Απόστολο Ανδρέα, αλλά λειτουργεί και τις άλλες εκκλησίες, κάνει τα μυστήρια».

5449760611586043 viber image 2026-04-09 13-09-07-958

 

;