Την υποχρέωση του κράτους και της πολιτείας να διασφαλίζουν την παροχή της αναγκαίας ιατρικής και θεραπευτικής φροντίδας στους ουσιοεξαρτημένους κρατουμένους, τονίζει η νομικός και αριστίνδην υποψήφια βουλευτής του ΔΗΚΟ, στην επαρχία Λάρνακας, Γεωργία Σταυρινοπούλου, υπογραμμίζοντας πως κάτι τέτοιο δεν αποτελεί πράξη φιλανθρωπίας, αλλά πρόκειται για νομική υποχρέωση που απορρέει από το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Υποδεικνύοντας πως οι σύγχρονες δημοκρατίες κρίνονται όχι μόνο από τον τρόπο που προστατεύουν τη κοινωνία, αλλά και από τον τρόπο που μεταχειρίζονται όσους βρίσκονται στο περιθώριο, η κ. Σταυρινοπούλου σημειώνει πως ίσως καμία ομάδα δεν δοκιμάζει περισσότερο τα αντανακλαστικά ενός κράτους δικαίου από τους ουσιοεξαρτημένους κρατουμένους.
Η κατάσταση στην Κύπρο
Όπως επισημαίνει, στην Κύπρο λειτουργούν δομές και προγράμματα για ουσιοεξαρτημένους κρατουμένους, για να προσθέσει ότι θεωρητικά η χώρα μας δεν στερείται δομών και προγραμμάτων.
Πρακτικά, όμως, σύμφωνα με την Γεωργία Σταυρινοπούλου, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να υπάρχουν αυτές οι υπηρεσίες, αλλά να επαρκούν και να προσφέρονται με τρόπο καθολικό, συστηματικό και αποτελεσματικό. Και ως προς αυτό, όπως αναφέρει, η εικόνα δεν είναι καλή.
Κατά την κ. Σταυρινοπούλου, η θεραπεία είναι αποσπασματική, χωρίς προγραμματισμό, χωρίς συνέχεια, κάτι που σημαίνει πως αν αντικριστεί το ζήτημα από την οπτική της μεγάλης εικόνας, δεν υπάρχει ένα ολοκληρωμένο συστηματικό και καθολικό θεραπευτικό μοντέλο.
Όπως περαιτέρω σημειώνει, οι πρόσφατες δημόσιες καταγγελίες για ανεξέλεγκτη κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών εντός των Κεντρικών Φυλακών, αφενός προκαλούν προβληματισμό για το αν μπορεί να γίνεται λόγος για απεξάρτηση (ακόμη και μέσα στον χώρο της αναγκαστικής αποχής από τις ουσίες), αφετέρου θέτουν ένα ουσιαστικό ζήτημα θεραπευτικής αποτυχίας.
«Διότι, προφανώς», συμπληρώνει, «η εξάρτηση δεν αντιμετωπίζεται, όταν ο εξαρτημένος παραμένει εκτεθειμένος στο ίδιο περιβάλλον που τροφοδοτεί τον εθισμό του, ακόμη και μέσα στη φυλακή».
Το αποτέλεσμα, όπως υποδεικνύει η Γεωργία Σταυρινοπούλου, είναι ένας φαύλος κύκλος που καταλήγει σε εξάρτηση, παραβατικότητα, φυλάκιση, ελλιπής θεραπεία, αποφυλάκιση και τελικά υποτροπή. «Ένας κύκλος που δεν προστατεύει ούτε τον ίδιο τον άνθρωπο ούτε την κοινωνία. Αντίθετα, αναπαράγει το πρόβλημα και μεταθέτει τη λύση για αργότερα», υπογραμμίζει.
Η κοινωνική συνοχή και ασφάλεια
Η Γεωργία Σταυρινοπούλου διαμηνύει πως η εξάρτηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παραβατική συμπεριφορά, αλλά ως μια χρόνια και σύνθετη ασθένεια, η οποία απαιτεί θεραπεία, υποστήριξη και επανένταξη.
Γι’ αυτό, όπως επισημαίνει, και η σύγχρονη ευρωπαϊκή πρακτική, εδώ και χρόνια, έχει εγκαταλείψει τη λογική ότι η φυλάκιση από μόνη της αρκεί για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η κ. Σταυρινοπούλου στέλνει το μήνυμα ότι η πραγματική σωφρονιστική πολιτική δεν εξαντλείται στα κάγκελα και στις ποινές αλλά βοηθά τον άνθρωπο να επιστρέψει στην κοινωνία, χωρίς υποτροπή και επαναδιάπραξη.
Για να προσθέσει πως για έναν ουσιοεξαρτημένο κρατούμενο, η σημαντικότερη βοήθεια είναι η πρόσβαση σε ένα ολοκληρωμένο θεραπευτικό πρόγραμμα. «Η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί ασφάλεια. Όμως η ασφάλεια δεν επιτυγχάνεται όταν οι φυλακές λειτουργούν ως σταθμός ανακύκλωσης της εξάρτησης», τονίζει.
Και εξηγεί πως επιτυγχάνεται όταν λειτουργούν ως χώρος θεραπείας, επανένταξης και πραγματικής δεύτερης ευκαιρίας. «Αν θέλουμε λιγότερη εγκληματικότητα και περισσότερη κοινωνική προστασία, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε την εξάρτηση με θεραπεία. Xωρίς πραγματική θεραπεία, η φυλάκιση δεν λύνει το πρόβλημα αλλά το συντηρεί. Και μια κοινωνία που συντηρεί την εξάρτηση, θα συνεχίσει να τιμωρεί, χωρίς ποτέ να πετυχαίνει δικαιοσύνη», εξηγεί η κ. Σταυρινοπούλου.
Στον πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Υπογραμμίζοντας πως ένας κρατούμενος στερείται την ελευθερία του, όχι όμως την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, ούτε το δικαίωμα στην υγεία, η Γεωργία Σταυρινοπούλου διαμηνύει πως το κράτος έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει ότι οι κρατούμενοι λαμβάνουν την αναγκαία ιατρική και θεραπευτική φροντίδα.
«Δεν πρόκειται για πράξη φιλανθρωπίας. Πρόκειται για νομική υποχρέωση που απορρέει από το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου», σημειώνει, για να προσθέσει πως στην υπόθεση Kudła v. Poland, το Δικαστήριο καθόρισε ότι το κράτος έχει θετική υποχρέωση να διασφαλίζει επαρκή ιατρική φροντίδα στους κρατούμενους.
Αλλά και ότι, στην υπόθεση Wenner v. Germany, που αφορά σε άμεσα ουσιοεξαρτημένο κρατούμενο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση θεραπείας (χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση) συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) περί βασανιστηρίων.
Αντίστοιχα, στις υποθέσεις Blokhin v. Russia, Yakovenko v. Ukraine και Hummatov v. Azerbaijan, επιβεβαιώθηκε ότι η ανεπαρκής ή καθυστερημένη θεραπεία και η έλλειψη συνέχειας στην ιατρική φροντίδα παραβιάζουν τα ανθρώπινα θεμελιώδη δικαιώματα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Νέα πνοή και εμπειρογνωμοσύνη στη πολιτική ζωή-Το στοίχημα της Γ. Σταυρινοπούλου











