Στα ίδια επίπεδα παραμένουν οι καταγγελίες που λαμβάνουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, όσον αφορά στο ζήτημα του εκφοβισμού και της παρενόχλησης στο χώρο εργασίας, παρά το γεγονός ότι έχει ενισχυθεί το νομοθετικό πλαίσιο, με την ψήφιση αυστηρότερης νομοθεσίας το 2025. Αυτός είναι και ο λόγος που κρίνεται σημαντική η σωστή εφαρμογή της νομοθεσίας, ώστε να νιώθουν τα θύματα ασφάλεια για να προβαίνουν σε καταγγελία, αλλά και οι θύτες ότι δεν μπορούν να συνεχίζουν ανενόχλητοι αυτές τις συμπεριφορές.
Τα δεδομένα όπως καταγράφηκαν τα προηγούμενα χρόνια έδειξαν ότι ένας στους τρεις εργαζόμενους δεχόταν εκφοβισμό ή παρενόχληση στο χώρο εργασίας, ωστόσο δεν ένιωθε ασφάλεια να προβεί σε καταγγελία στα αρμόδια τμήματα της Κυβέρνησης. Μάλιστα, πολλές φορές τα θύματα εξαναγκάζονταν να αποσύρουν την καταγγελία, λόγω πιέσεων που δέχονταν, ώστε να μην υπάρχουν αντίποινα στο χώρο εργασίας τους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: «Ωθούμε τα θύματα σε παραίτηση»-Έχασαν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς τα θύματα, ανάγκη για αλλαγή
Η νομοθεσία που ψηφίστηκε το 2025 από την Ολομέλεια της Βουλής αυστηροποιεί το νομοθετικό πλαίσιο, καθώς καθιστά υποχρεωτική τη λήψη μέτρων πρόληψης των περιστατικών βίας και παρενόχλησης στο χώρο εργασίας, αλλά και την εκπαίδευση του προσωπικού. Παράλληλα, με βάση τη νομοθεσία, οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να καταρτίζουν γραπτές πολιτικές και να θεσπίζουν σαφείς διαδικασίες διαχείρισης των καταγγελιών.
«Εμείς πιέσαμε προς την κατεύθυνση της ψήφισης της νομοθεσίας. Από εκεί και πέρα είναι θέματα που αφορούν τους θεσμούς πώς θα αξιοποιήσουν τα εργαλεία που έχουν ενώπιον τους. Είναι πολλά τα εργαλεία. Το Τμήμα Εργασίας με τους επιθεωρητές, έχει την εξουσιοδότηση να μπαίνουν με ταυτότητα στους χώρους εργασίας, ανά πάσα στιγμή, για να διερευνήσουν μία καταγγελία. Εμείς για πάρα πολύ καιρό επικρίναμε τους τρόπους χειρισμού κάποιων καταγγελιών, εξ ου και κάποιες καταγγελίες αποσύρθηκαν, για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε από την ημέρα της καταγγελίας μέχρι την έκδοση μίας απόφασης», ανέφερε στον REPORTER η υπεύθυνη του Τμήματος Εργαζομένων Γυναικών της ΣΕΚ, Δέσποινα Ησαΐα.
Ουσιαστικά, το μεγαλύτερο ζήτημα και φόβος των εργαζομένων είναι το χρονικό διάστημα που ενδέχεται να χρειαστούν οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, για να εξετάσουν ένα παράπονο, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα, το θύμα να παραμένει σε ένα εργασιακό περιβάλλον, στο οποίο δεν θα νιώθει την ασφάλεια που έπρεπε. Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ένας αποτρεπτικός λόγος, για να μην προβαίνουν σε καταγγελία τα θύματα και από την άλλη να αποσύρουν τις καταγγελίες τους.
«Η επιτυχία μίας νομοθεσίας έγκειται στην εφαρμογή της και η εφαρμογή της είναι αποκλειστικά από τους θεσμούς της πολιτείας και του κράτους. Είναι ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια του κάθε εργαζόμενου να μπορεί να καταγγέλλει βία και παρενόχληση στο χώρο εργασίας και από εκεί και πέρα εξαρτάται από τους ίδιους τους θεσμούς να προχωρούν άμεσα στην διερεύνηση των καταγγελιών, για να μπορεί ο κάθε εργαζόμενος να νιώθει ασφάλεια, να ακολουθεί αυτή την οδό, για να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα στη δουλειά του».
Αυτό που τονίζει η κα. Ησαΐα είναι πως παρά το γεγονός ότι το νομοθετικό πλαίσιο υπάρχει και μάλιστα έχει αυστηροποιηθεί, εντούτοις οι καταγγελίες παραμένουν σε σταθερό αριθμό. «Υπάρχουν καταγγελίες, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις κάποιος που αποτείνεται σε μας να χρειάζεται καθοδήγηση πού να απευθυνθεί ή αν δούμε ότι μπορούμε να τον παραπέμψουμε σε κλινικό ψυχολόγο, επειδή η γραμμή μας είναι συνδεδεμένη και με ειδικούς, ώστε να μπορούμε να καθοδηγήσουμε ένα άτομο που θέλει εξειδικευμένη βοήθεια. Καταγγελίες υπάρχουν, ο αριθμός είναι σταθερός, που αφορούν κυρίως εκφοβισμό. Αν εφαρμόζουμε σωστά νομοθεσίες, κάποια στιγμή, αν ευαισθητοποιούμε σωστά τους εργαζόμενους και τους εργοδότες μπορεί να έχουμε μείωση των αριθμών».
Σημειώνεται πως η ΣΕΚ λειτουργεί τη δική της γραμμή στήριξης των εργαζομένων, στην οποία μπορούν να αποταθούν όσοι χρειάζονται καθοδήγηση για μία καταγγελία, καθώς και ποια βήματα πρέπει να κάνει ένας εργαζόμενος.
«Η δική μας η έγνοια είναι να μπορεί να στηριχθεί ψυχολογικά ένας εργαζόμενος και να του δείξουμε τους τρόπους που μπορεί να χειριστεί μία καταγγελία. Μπορεί να γίνει εξωδικαστικά, μπορεί να αποταθεί στον αρχιεπιθεωρητή του Τμήματος Εργασίας ή στους επιθεωρητές. Από εκεί και πέρα είναι οι επιθεωρητές και ο αρχιεπιθεωρητής πώς θα ενεργήσουν και αν θα αναλάβουν να διαχειριστούν μία καταγγελία και με ποιο τρόπο θα νιώσει το θύμα ότι μπορεί να εμπιστευτεί τους θεσμούς, ώστε να λειτουργεί ως πρεσβευτής και στους άλλους για να μεταδίδει ότι μπορούν να νιώσουν ασφάλεια, ότι μπορούν να πάνε να καταγγείλουν στο τμήμα εργασίας ένα δικό τους ζήτημα».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Δέκα καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας σε τρία χρόνια-Γεμάτο κενά το νομικό πλαίσιο











