Τη διαφωνία του, όσον αφορά στις πρόνοιες του νομοσχεδίου που κατατέθηκε και παρουσιάστηκε στην Επιτροπή Νομικών, εξέφρασε το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο θα είναι το καθ’ ύλη αρμόδιο όργανο για να εξετάζει τις αποφάσεις του Γενικού Δημοσίου Κατηγόρου για μη άσκηση ή αναστολή ποινικής δίωξης ενώπιον Κακουργιοδικείου. Στο μεταξύ, ο Γενικός Εισαγγελέας, για ακόμη μία φορά επανέλαβε τις επιφυλάξεις του για τις αλλαγές που προωθεί η Κυβέρνηση, ενώ όπως ανέφερε ενώπιον της Επιτροπής Νομικών, κλίνει περισσότερο προς την πρόταση νόμου που κατέθεσε η αναπληρώτρια πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Χριστιάνα Ερωτοκρίτου, η οποία προνοεί τη θέσπιση ενός μηχανισμού που θα ελέγχει τις αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα.
Η Επιτροπή Νομικών εξέτασε το νομοσχέδιο που κατατέθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης τον περασμένο Δεκέμβριο, αναφορικά με τον έλεγχο των αποφάσεων του Γενικού Εισαγγελέα, για μη άσκηση ή αναστολή ποινικής δίωξης προσώπου ενώπιον Κακουργιοδικείου, καθώς και της πρότασης νόμου της βουλεύτριας, Χριστιάνας Ερωτοκρίτου, η οποία προνοεί τη θέσπιση ενός μηχανισμού για να ασκεί τον εν λόγω έλεγχο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Βγαίνει από τον πάγο η συζήτηση για το διαχωρισμό εξουσιών-Αναλύει στη Βουλή το νομοσχέδιο ο Φυτιρής
Ο Γενικός Εισαγγελέας, Γιώργος Σαββίδης, στην τοποθέτησή του, σημείωσε πως «οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο, όπως κατατέθηκαν, συνδέονται με τη συνταγματική μεταρρύθμιση για το διαχωρισμό των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά με την πρόταση νόμου της κας. Ερωτοκρίτου, που είναι για το Γενικό Εισαγγελέα. Το νομοσχέδιο έτυχε σημαντικής νομοθετικής επεξεργασίας και όταν θα έχουμε τους κανονισμούς να μπορούμε να υποδείξουμε ποια είναι τα σημεία».
Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με την πρόταση νόμου που κατέθεσε η κα. Ερωτοκρίτου, προνοείται η καθίδρυση μίας Επιτροπής, η οποία είναι αρμόδια να αναθεωρεί τις αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για αναστολή, διακοπή άσκησης ποινικής δίωξης ή μη άσκηση ποινικής δίωξης, η οποία διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και αποτελείται από έναν (1) αφυπηρετήσαντα δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, δύο (2) Εισαγγελείς της Δημοκρατίας, οι οποίοι έπονται κατά σειρά ιεραρχίας του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ένα πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και ακεραιότητας στη νομική επιστήμη και στην προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, νοουμένου ότι δεν έχει αναλάβει πολιτικό αξίωμα κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, η εν λόγω Επιτροπή δύναται να αναθεωρήσει κατόπιν αίτησης προσώπου κατά πόσον η πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ελήφθη κατά παράβαση νόμου, καταχρηστικά ή προδήλως αδικαιολόγητα ή κατά παράβαση θεμελιωδών δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, τέθηκε στο τραπέζι από τον πρόεδρο της Επιτροπής Νομικών και κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του Δημοκρατικού Συναγερμού, Νίκο Τορναρίτη, η άποψη όπως τα νομοσχέδια που προωθεί η Κυβέρνηση, καθώς και η πρόταση νόμου, να διαμορφωθούν ώστε να ισχύσουν για την υφιστάμενη σύσταση της Νομικής Υπηρεσίας, με το Γιώργο Σαββίδη να τονίζει πως αυτό εναπόκειται στη Βουλή.
Ο κ. Σαββίδης, στη συνέχεια, σημείωσε πως «ήθελα να παρουσιάσω είναι η διαφορά ανάμεσα στα δύο. Με την παρούσα μορφή του νομοσχεδίου, σαφέστατα έχει από πλευράς δικής μου τις ίδιες σοβαρές επιφυλάξεις που διατηρώ για το διαχωρισμό. Είναι μέρος του πακέτου του διαχωρισμού, δεν είναι μεμονωμένο. Αν αποφασίσετε ότι θέλετε να ρυθμιστεί το θέμα, στα πλαίσια της υφιστάμενης δομής της Νομικής, πρέπει να γίνουν αρκετές τροποποιήσεις. Αν εκεί αποφασίσετε ότι είναι η κατεύθυνση που θα κινηθείτε, θα ήταν καλό να μας το πείτε το συντομότερο, επειδή θέλει πολλές αλλαγές το νομοσχέδιο για να προσαρμοστεί στη δομή της Νομικής Υπηρεσία. Για να μπορεί να απευθυνθεί στο Δικαστήριο, θα πρέπει να έχει εξαντληθεί η εσωτερική διαδικασία, που θα καθιερωθεί με βάση της ανακοίνωσης των κανονισμών του δημόσιου κατηγόρου, που πρέπει να μπει νομοθετική βάση, για να μπορεί να εκδίδει αυτούς τους κανόνες, για να έχουν νομοθετική ισχύ. Η απόφαση της εσωτερικής αναθεώρησης θα ελέγχεται στο Δικαστήριο. Πρέπει να γίνει αρκετά σοβαρή προεργασία».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Μάχη με το χρόνο για το διαχωρισμό εξουσιών του Εισαγγελέα, στενεύουν τα περιθώρια για την παρούσα σύνθεση του Κοινοβουλίου
Ο κ. Σαββίδης σημείωσε πως πραγματοποιήθηκαν σειρά συναντήσεων με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ όσον αφορά στις τροποποιήσεις που έγιναν επί των κυβερνητικών νομοσχέδιων, σημείωσε πως έγιναν μετά από μελέτη των έννομων τάξεων άλλων χωρών, που έχουν ως υπόβαθρο την ανάγκη διαφύλαξης της ανεξαρτησίας του Γενικού Δημόσιου Κατήγορου και το σεβασμό της διάκρισης των εξουσιών. «Όσον αφορά στις υφιστάμενες νομοθεσίες, υπάρχει πρόνοια για υποχρέωση του Γενικού Δημόσιου Κατηγόρου να δημοσιεύει στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας τα κριτήρια για άσκηση ποινικών διώξεων, παρά ταύτα χρήζει περαιτέρω βελτίωσης. Θεωρώ ότι το εγχείρημα θεσμοθέτησης δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων του Γενικού Δημόσιου Κατηγόρου παρουσιάζει πολυεπίπεδα και σύνθετα νομικά προβλήματα, που θα διαφανούν στην εφαρμογή της νομοθεσίας».
Διαφωνία για τις πρόνοιες από το Ανώτατο
Στο μεταξύ, ο πρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ανδρέας Τσερκέζος, εξέφρασε τη διαφωνία τους για τις προτεινόμενες πρόνοιες. Συγκεκριμένα, στην τοποθέτησή του, ο κ. Τσερκέζος ανέφερε πως «πρώτη παρατήρηση ότι δεν συνάδει με τον θεσμικό του ρόλο, ως τριτοβάθμιο, ανάθεση τέτοιου είδους δικαιοδοσίας. Υπάρχει μειωμένος αριθμός δικαστών. Υπάρχει τεράστιος όγκος εργασίας. Το τελευταίο χρόνο έχουν εκδοθεί 1,000 αποφάσεις από επτά δικαστές. Οι υποχρεώσεις είναι αρκετά αυξημένες, μετά τη συνταγματική μεταρρύθμιση. Εισήγηση είναι να αφεθεί στο Πρωτοδικείο. Πολύ συνοπτικά είναι το περιθώριο που δίνεται για αναθεώρηση. Δεν υπάρχει περιορισμός, μπορούν να προσβληθούν οποιαδήποτε αδικήματα, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα. Αυτό φοβίζει για αυξημένες αιτήσεις».
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Μιχάλης Βορκάς, που σημείωσε πως «μας ανησυχούν διάφορα ζητήματα. Δεν είμαστε αρνητικοί να υπάρχει κάποιας μορφής έλεγχος με σκοπό την αναθεώρηση. Συμφωνώ με την πρόταση της κας. Ερωτοκρίτου, χωρίς να διαφωνώ με το νομοσχέδιο για το γενικό πλαίσιο. Διαφωνούμε στο να υπάρχει επιφόρτιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ακόμη και του Εφετείου, με άλλη δικαστική ύλη. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Άρα, μήπως θα πρέπει να δούμε τις λύσεις από την πρόταση της κας. Ερωτοκρίτου; Το νομοσχέδιο δίνει το δικαίωμα σε όποιο θεωρεί ότι αδικείται, να προσφύγει στο Ανώτατο. Να υπάρχει έλεγχος, αλλά να μην επιβαρύνεται το νομικό σώμα».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Αμετακίνητος ο Σαββίδης για διαχωρισμό εξουσιών-«Αν ψηφιστεί ο νόμος θα πω στον Πρόεδρο ότι είναι αντισυνταγματικός»
Παίρνοντας εκ νέου το λόγο, ο Γενικός Εισαγγελέας επεσήμανε πως «είναι γνωστή η θέση του Ανωτάτου, όμως δεν είναι θέση που μπορεί να ακολουθηθεί. Αν είναι κάποιος που ενδεχόμενα να εκδικάσει την υπόθεση επί της ουσίας της, δεν πρέπει να είναι αναμεμειγμένος στην πρώτη διαδικασία. Με τη θέση που έχει ο δημόσιος κατήγορος, δεν θα ήταν σωστό να εκδίδεται απόφαση από επαρχιακό Δικαστή, ούτε και από ένα Δικαστή του Ανωτάτου. Χρειάζονται τουλάχιστον τρεις. Πολύ περισσότερο είναι το γεγονός ότι η αναγκαιότητα πηγάζει από το να υπάρχει δικαστική εξέταση των αποφάσεων του ΓΕ. Αν πάμε σε Δικαστήριο που κατά κανόνα υπάρχει το δικαίωμα της Έφεσης, δεν μπορεί να μην ακολουθηθεί η διαδικασία. Πρέπει να πάμε στο Ανώτατο. Από την άλλη, αν υπάρχει φόρτος εργασίας, πρέπει να λυθεί με άλλους τρόπους και όχι με τρόπο να κάνουμε κάτι που δεν είναι σωστό. Θα πρέπει να μείνει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Για πρόταση νόμου, αν η Επιτροπή θα είναι το μόνο όργανο, θα υπάρχει ο κίνδυνος για να μην υπάρχει δικαίωμα δικαστικής προσφυγής».
Πάντως, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Ανδρέας Πασιουρτίδης, σε δική του τοποθέτηση, σημείωσε πως «πρέπει να συμφωνήσουμε στην ουσία. Αν συμφωνήσουμε ότι πρέπει να υπάρχει έλεγχος των αποφάσεων, τα πρακτικά θα τα βρούμε. Επειδή το σύστημα είναι στρεβλό, προσαρμόζουμε τη νομοθεσία στο στρεβλό σύστημα. Είναι λίγοι οι δικαστές, αλλά αν είναι σωστό αυτό το πράγμα που θέλουμε να κάνουμε, δεν θα το κάνουμε επειδή είναι λίγοι οι δικαστές; Ο ρόλος του Ανωτάτου είναι αυτός. Για το μηχανισμό εσωτερικού ελέγχου, πού ξανακούστηκε να ελέγχει ο υφιστάμενος τον προϊστάμενό του; Αν είναι κακόπιστος ο Γενικός Δημόσιος Κατήγορος, να φύγει. Αυτή πρέπει να είναι η αρχή σε ένα κράτος δικαίου. Τα άλλα είναι επιμέρους που θα δούμε στην κατ’ άρθρο. Δεν πρέπει να περιοριστούμε στις αποφάσεις του Κακουργιοδικείου. Αυτό δεν είναι δείγμα ασφαλές. Δέχομαι ότι δεν μπορούν όλα τα αδικήματα να ελέγχονται, επειδή θα χάσουμε τον έλεγχο».











