Παρασκευή 22 Οκτ, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

Η Ρωσίδα που αγάπησε τις Πλάτρες και έγραψε βιβλίο για την ιστορία τους

Φοινιώ Σάββα  26/09/2021 07:58
Η Ρωσίδα που αγάπησε τις Πλάτρες και έγραψε βιβλίο για την ιστορία τους

Η Ρωσίδα που αγάπησε τις Πλάτρες και έγραψε βιβλίο για την ιστορία τους

Φοινιώ Σάββα  26/09/2021 07:58

Κυριακή πρωί. Ξεκινάς για την εξόρμηση της ημέρας. Ο προορισμός ένας, κοινός και κατά βάθος αναμενόμενος. Πλάτρες. Ένα χωριό της ορεινής Λεμεσού, μόνο δεκαπέντε λεπτά από το Τρόοδος. Ένας προορισμός που επιλέγουν αρκετά συχνά οι Κύπριοι, από διάφορες περιοχές κι όμως λίγοι είναι αυτοί που ξέρουν την ιστορία τους.

Ανάμεσα σε αυτούς και η Lyudmila Bodanova, μία γυναίκα από τη Ρωσία, που ζει στην Κύπρο εδώ και είκοσι χρόνια. Η αγάπη της για τη θάλασσα την οδήγησε στο νησί και η αγάπη της για τα βουνά, κατά τις καλοκαιρινές περιόδους, την έχει οδηγήσει αρκετές φορές στις Πλάτρες.

Η διαφορετικότητα του χωριού, από τα υπόλοιπα χωριά του νησιού, ήταν η αιτία να ξεκινήσει μία νέα περιπέτεια. Να αρχίσει μία έρευνα, με τη βοήθεια των ντόπιων και να καταγράψει την ιστορία των Πλατρών, σε ένα βιβλίο. Κάτι που ίσως να παραξενέψει αρκετούς και να τους κάνει να σκεφτούν «μία Ρωσίδα θα μπορούσε να γράψει για τις Πλάτρες;».

Μία δυσπιστία που αποτυπώνει και στο βιβλίο της. «Γνώρισα την Ανδρούλλα στο μικρό της κατάστημα, όπου έπλεκε προσεκτικά σάλια σε χρώμα λεβάντας:

- Εσύ, μια ρωσίδα, θα γράψεις για τις Πλάτρες;, σήκωσε τα φρύδια της με έκπληξη.

Φαίνεται ότι σε ένα κυπριακό χωριό, οι ειδήσεις ταξιδεύουν με την ίδια ταχύτητα όπως σε ένα ρωσικό.

- Αφού δεν ξέρεις τίποτα για την ιστορία μας!

-Και λοιπόν, εσύ θα μου πεις για αυτή, χαμογέλασα.

Η Ανδρούλλα δεν θυμόταν τι έκανε χθες, αλλά θυμήθηκε περίφημα τα γεγονότα πριν από εβδομήντα χρόνια. Ενεργοποίησα το μαγνητοφωνάκι μου».

Κι όμως. Όχι μόνο κατάφερε να γράψει την ιστορία του χωριού, αλλά το έκανε σε τρεις διαφορετικές γλώσσες. Στα Ελληνικά, στα Αγγλικά και στα ρωσικά.

Η εγκατάσταση στην Κύπρο και η προσαρμογή που δεν ήταν εύκολη

«Ζω στην Κύπρο, εδώ και είκοσι χρόνια και η αγάπη μου για τη θάλασσα, με οδήγησε εδώ αρχικά. Στη συνέχεια, ερωτεύτηκα την χώρα όπως είναι, το τρόπο ζωής, τους ανθρώπους, τη μουσική και το φαγητό. Δεν ήταν εύκολο για μένα να προσαρμοστώ στην ζωή εδώ, παρόλο που είχα αλλάξει ήδη τέσσερις χώρες, στο παρελθόν. Γεννήθηκα στην Σοβιετική Ένωση, σπούδασα στην Εσθονία και δούλεψα στην Γερμανία και τη Λετονία. Όπου κι αν πήγαινα έπρεπε να ενσωματωθώ και να συνηθίσω τον τρόπο ζωής, αλλά όπου πήγαινα ήμουν χαρούμενη».

Οι διακοπές της στις Πλάτρες, κάθε καλοκαίρι, την έκαναν να αγαπήσει το χωριό και της ξύπνησε την επιθυμία να γράψει την ιστορία τους, ώστε να μπορούν και οι άλλοι να την μάθουν. Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξε να μεταφράσει το βιβλίο σε τρεις γλώσσες.

«Το καλοκαίρι, μου αρέσει να πηγαίνω στα βουνά, έτσι ενοικίασα ένα σπίτι στις Πλάτρες. Το χωριό είναι πολύ διαφορετικό από τα άλλα, συνηθισμένα χωριά της Κύπρου. Με ενδιέφερε αυτό το χωριό. Ξεκίνησα να ρωτώ τους ανθρώπους του χωριού, επειδή αρκετοί είχαν βιώσει την ιστορία του. Αποφάσισα να εκδώσω το βιβλίο μου σε τρεις διαφορετικές γλώσσες, επειδή πίστευα ότι θα ενδιέφερε όλο τον κόσμο να μάθει την ιστορία των Πλατρών και είναι πιο εύκολο να το διαβάσουν στην μητρική τους γλώσσα».

Η ιστορία της ξεκινά από την μετάβαση της Κύπρου από τους Οθωμανούς στους Άγγλους. Αναφέρεται στο τηλεγράφημα που έλαβε η βασίλισσα Βικτώρια, από τον τότε πρωθυπουργό της χώρας και στο οποίο αναφερόταν στην σημαντικότητα της Κύπρου. Κάνει αναφορά στην ιστορία και τη συμφωνία της Βρετανίας με τους Τούρκους, την εγκατάσταση των στρατιωτών στα Πολεμίδια και τους θανάτους που προέκυψαν, λόγω του ότι οι Βρετανοί δεν ήταν συνηθισμένοι στο τοπικό κλίμα της Κύπρου. Έτσι, η διοίκηση έψαχνε ένα άλλο μέρος, κοντά στο Τρόοδος, όπου υπήρχε περισσότερη σκιά και άρχισε η νέα εγκατάσταση.

«Όταν έφθασαν, είδαν μόνο μερικές καλύβες βοσκών μέσα στο πυκνό δάσος. Ναι, εκεί βρισκόταν κι η ξακουστή τεράστια βαλανιδιά. Το μέρος είχε επιλεγεί με γνώμονα την εξυπηρέτησή τους: ο ορεινός ποταμός ήταν θορυβώδης, έτρεχε πάνω από γκρίζες πέτρες, μετέφερε σε πυκνά στρώματα φτέρες, ο αέρας ήταν μεθυστικός, αρωματισμένος από ρητίνη πεύκου -  αυτό τους έδινε δύναμη, ο ήλιος από την ανατολή έως το ηλιοβασίλεμα δεν εγκατέλειπε το δροσερό δάσος. Τα έρημα βουνά απέκτησαν θόρυβο και χαρούμενα επιφωνήματα:

-Έι, Τζον, δώσ’ μου το τσεκούρι!

-Στήβεν, φέρε τα καρφιά.

-Παιδιά, ώρα για το γεύμα μας! – Νόστιμες μυρωδιές  έρχονται από την εξωτερική κουζίνα μας.                                

Οι στρατιώτες της Αυτής Μεγαλειότητας Βασίλισσας Βικτώριας δημιούργησαν μια πολίχνη κοντά σε έναν καταρράκτη και σ’ ένα παγωμένο ποτάμι: είναι επόμενο βέβαια να νοσταλγούν την πατρίδα τους τη Σκωτία - γι’ αυτό κι ονόμασαν τον καταρράκτη – “Καληδόνια”: που σημαίνει “Σκωτία” στα λατινικά. Και το μέρος ως εκείνη τη στιγμή, όνομα δεν είχε.

[…]

«Στην ταχέως νεόκτιστη πολίχνη υπήρχαν πάρα πολλά πλατάνια, γιγαντιαία, παρατεταμένα  σαν πιστοί φύλακες, εκτοπίζοντας πεύκα, βελανιδιές, και αγριόλευκες, βυθίζοντας τις ρίζες τους στα ορεινά ρυάκια. Τα πόδια στο νερό, αλλά το κεφάλι -στον ήλιο! Η βελανιδιά μου επίσης βρήκε καλά τον τόπο της: το ρυάκι να περνά  ακριβώς κάτω από τις ρίζες της, -πιες, δεν  θέλω! Πλατάνια. Πλάτανος... Πλάτρες! Μια όμορφη ηχηρή λέξη, είναι αδύνατο να την προφέρετε κάπως αργά, τα χείλη ανοίγουν στο γράμμα Α, το Ρ κυλάει και τελειώνει στο φωτεινό Σ».

Κι έτσι, η περιοχή που επέλεξαν, τότε, οι στρατιώτες της Βασίλισσας Βικτώριας, απέκτησε το όνομά του. Μία περιοχή που ένα και πλέον αιώνα μετά έχει γίνει το hotspot του καλοκαιριού, με τους επισκέπτες να έρχονται από όλες τις πλευρές της Κύπρου και όχι μόνο, για να απολαύσουν το όμορφο και ξεχωριστό τοπίο.

Σκεπτικοί άνθρωποι και δυσκολίες στην συγγραφή του βιβλίου

Η Lyudmila, στην προσπάθειά της να γράψει το βιβλίο, είχε να αντιμετωπίσει και την δυσπιστία των ντόπιων. «Οι άνθρωποι του χωριού αρχικά ήταν σκεπτικοί, όσον αφορούσε στην ιδέα που είχα, δεν πίστευαν ότι μία Ρωσίδα θα μπορούσε να γράψει κάτι που να αξίζει, γι΄ αυτούς. Αλλά στο τέλος, αρκετοί ήταν αυτοί που μοιράστηκαν μαζί μου τις αναμνήσεις τους και αυτό, φυσικά, με βοήθησε στο να γράψω ένα «ζωντανό» βιβλίο. Στο βιβλίο υπάρχουν πληροφορίες γι΄ αυτούς τους ανθρώπους».

Όμως, όλοι της άνοιξαν τις πόρτες και όλοι κάθισαν να της μιλήσουν. Η Σιαρόν, μια Βρετανίδα που ζει στις Πλάτρες για περισσότερα από τριάντα χρόνια και οδηγεί ταξί, η Αντρούλλα, που έχει ένα μικρό κατάστημα στις Πλάτρες. Πουλά αναμνηστικά, θρησκευτικά βιβλία, πλεκτά είδη – καθώς κάνει κρύο εδώ το χειμώνα κι άλλοι πολλοί.

Στο βιβλίο αναγράφεται και η ιστορία του ξενοδοχείου, όπως ο ίδιος ο ιδιοκτήτης, ο κύριος Ηρακλής, την διηγήθηκε. Η Lyudmila τον περιγράφει ως ένα κομψό κύριο, που δεν χανόταν ποτέ από το πρόσωπό του το φιλικό χαμόγελο.

«Οι Πλάτρες χτίζονταν σταδιακά: το 1905 άνοιξε τις πόρτες του Grand Hotel, το 1906 – το Ελβέτσια, το 1912 – το Παυσίλυπον με τη φήμη του το οικογενειακού ξενοδοχείου του Σκυριανίδη. Δεν γίνεται ακόμη λόγος για μαζικό τουρισμό, όμως από τώρα δεν υπήρχε ικανοποιητικός αριθμός δωματίων στα ξενοδοχεία. Οι ταξιδευτές διέμειναν σε μοναστήρια, ή απλά στα σπίτια των χωρικών. Ο χρόνος υπαγόρευε- οι Πλάτρες χρειάζονται ένα σύγχρονο μεγάλο ξενοδοχείο. Ο Ηρακλής δεν μπορούσε να κοιμηθεί για νύχτες: σκεφτόταν να στείλει τον γιο του στην Ελβετία και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου να αναβαθμίσει τον παλιό του ξενώνα. Ποιος άλλος, αν όχι αυτός, μπορούσε να καταλάβει όλη την ομορφιά και τον πλούτο αυτού του τόπου. Αγαπούσε το Τρόοδος, οπότε γιατί να μην το εκτιμήσουν και οι άλλοι; Ο Ηρακλής το αποφάσισε. Το 1928, ο Γιώργος Σκυριανίδης έφευγε για τη Λωζάνη. Αυτός ήταν ο πρώτος Κύπριος που εισήλθε στον επαγγελματικό κλάδο της φιλοξενίας.

Κι όταν επέστρεψε στις Πλάτρες, τρία χρόνια αργότερα, ανακοίνωσε στον πατέρα του ότι αν πρόκειται να χτίσει, τότε να αναγείρει ένα νέο σύγχρονο ξενοδοχείο που θα πληρούσε τα καλύτερα παγκόσμια πρότυπα. Και πάλι η απόφαση ανήκε στον Ηρακλή.

Την ονομασία την βρήκαν από κοινού με τον γιό του – Forest Park. Ήταν ένα όνειρο, όνειρο που σύντομα θα ανέβαζε στην άκρη του βουνού ένα κτίριο, που έμοιαζε με κρουαζιερόπλοιο, το οποίο διέσχιζε με τη πλώρη του την καταπράσινη από κωνοφόρα …θάλασσα. Όμως δεν υπήρχε κανένα πλοίο, ούτε καν ένα «ενήλικο» δάσος. Υπήρχε μόνο ένας ταλαντούχος αρχιτέκτονας ο Σαμουέλ Μπαρκάι, με καταγωγή από τη Ρωσία, που ζούσε στο Ισραήλ».   

Η συγγραφέας του βιβλίου θυμήθηκε και τις δυσκολίες που πέρασε, πριν την δημοσίευση του βιβλίου και ευχαριστεί τους συνεργάτες της, που στάθηκαν στο πλευρό της και την βοήθησαν.

«Δυσκολίες αντιμετώπισα στο να βρω χορηγούς. Να δημοσιεύσεις ένα βιβλίο είναι μία αρκετά ακριβή διαδικασία και σε αυτό με βοήθησαν οι Ρώσοι φίλοι μου. Έγραψα το βιβλίο με αρκετή ευχαρίστηση. Στην πορεία, βρήκα καλούς βοηθούς, όπως ο επιμελητής μου για το ελληνικό βιβλίο, Μπάμπης Αναγιωτός, την επιμελήτριά μου για το αγγλικό βιβλίο, Helen Lewis, τη συντονίστρια του βιβλίου, Όλγα Bodina και τον Κυριάκο Κυριάκου των Εκδόσεων Μικρόκυκλος, για την έκδοση του βιβλίου.

Μετά την παρουσίαση του βιβλίου μου για τις Πλάτρες, αρκετοί άνθρωποι επικοινώνησαν μαζί μου και με ρωτούν γιατί δεν τους ρώτησα για πληροφορίες, επειδή είχαν να μου πουν αρκετά. Τώρα σκέφτομαι να γράψω δεύτερο βιβλίο για τους κατοίκους των Πλατρών. Αλλά αυτές είναι μόνο σκέψεις προς το παρόν».

Το βιβλίο «Πλάτρες» είναι διαθέσιμο σε όλα τα βιβλιοπωλεία Κυριάκου στη Λεμεσό, στο Σολώνειο και στο Ελλάς στη Λευκωσία, στο Academic στη Λάρνακα και στο Κυριάκου Fullpage στην Πάφο, καθώς επίσης και στο αεροδρόμιο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας