Δευτέρα 18 Οκτ, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

«Η χαρακτική για μένα εν τω οξυγόνο μου… Ποτέ εν εσκέφτηκα να τα παρατήσω»

Φοινιώ Σάββα  18/09/2021 15:43
«Η χαρακτική για μένα εν τω οξυγόνο μου… Ποτέ εν εσκέφτηκα να τα παρατήσω»

«Η χαρακτική για μένα εν τω οξυγόνο μου… Ποτέ εν εσκέφτηκα να τα παρατήσω»

Φοινιώ Σάββα  18/09/2021 15:43

«Καφέ πίνεις;». Αυτή είναι η πρώτη κουβέντα που σου λέει ο Χαμπής ο χαράκτης, μόλις περάσεις το κατώφλι του μουσείου του. Με μία μόνο κουβέντα και σε κάνει να αισθάνεσαι λες και είσαι στο σπίτι σου. Το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να σε συστήσει στους φίλους του, για να σε κάνει να νιώσεις οικεία και σε βάζει απευθείας στην παρέα.

Σου ετοιμάζει τον καφέ και μετά ακολουθεί μία σύντομη ξενάγηση στους χώρους του Μουσείου. Τρία δωμάτια γεμάτα από τα έργα του και η ιστορία τους μεγάλη. Κάποιοι από αυτούς είχαν παρουσιαστεί σε εκπομπές στην τηλεόραση, άλλοι όχι. Όμως, κανέναν δεν ξεχωρίζει. Όλοι είναι αγαπημένοι του.

Μέσα στο σπίτι του, που βρίσκονται στην ίδια αυλή με το μουσείο, βρίσκονταν οι πίνακες της προσωπικής του συλλογής. Μαζί με άλλους δύο επισκέπτες, που είχαν φτάσει από νωρίς στο μουσείο, αλλά και ένα καλό του φίλο, στήσαμε στα σκαλοπάτια την έκθεση, για να μπορούν οι επισκέπτες να δουν τα έργα, που κρατούσε φυλαγμένα για χρόνια στο πατάρι του και να τους αγοράσουν.

Οι πόρτες άνοιξαν, τυπικά, στις δέκα και μέσα σε δέκα λεπτά ο χώρος γέμισε από επισκέπτες. Άλλοι είχαν επισκεφτεί ξανά το μουσείο και ήρθαν για να πάρουν αυτά που παλιότερα δεν μπορούσαν, αφού τα είχε φυλαγμένα. Άλλοι πήγαν για πρώτη φορά, αλλά ήταν «διαβασμένοι» και έτοιμοι για τον πίνακα που θα «χτυπούσαν». Με ένα πλατύ χαμόγελο, που μπορούσε να διακρίνει κάποιος ακόμη και πίσω από την μάσκα, ο κ. Χαμπής τους υποδεχόταν και συνομιλούσε μαζί τους.

Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν και ο Μιχάλης Τερλικκάς και από την οικειότητα που είχε με τον κ. Χαμπή, μπορούσε κάποιος να καταλάβει ότι είναι χρόνια φίλοι. Μάλιστα, μία από τις ιστορίες του τραγουδιστή συμπεριλαμβάνεται σε ένα από τα βιβλία που εξέδωσε ο κ. Χαμπής, με δικές του εικονογραφήσεις. Η ιστορία αφορά στους «καλικάντζαρους» που χόρευαν γύρω από το κρεβάτι, στο οποίο ξάπλωνε με τον αδελφό του, όταν ήταν μωρά, στο χωριό τους στην κατεχόμενη Μόρφου.

Καθίσαμε στο ξύλινο τραπέζι που έχει στον χώρο και αρχίσαμε τη συζήτησή μας. Τον πήρα πίσω στα πρώτα του βήματα στην χαρακτική, στις γνωριμίες που έκανε όταν ήταν ακόμη νέος και πώς αυτές του άλλαξαν τη ζωή. Θυμήθηκε την αγανάκτηση που ένιωσε όταν οι πολιτιστικές υπηρεσίες του γύρισαν την πλάτη, αλλά έστειλε και ένα μήνυμα. Ότι η χαρακτική για εκείνο είναι το οξυγόνο του και δεν σκέφτηκε στιγμή να τα παρατήσει. 

Τα πρώτα βήματα

Ο κ. Χαμπής, ο οποίος κατάγεται από την κατεχόμενη Κοντέα, άρχισε πρώτα από τη ζωγραφική και μετά πέρασε, με φυσικό τρόπο, στη χαρακτική.

«Εζωγράφηζα, ένα διάστημα το 1970, με σπάτουλα, πάνω σε celotex τζιαι μια φορά ήθελα να φύω λίη μπογιά. Επήα να φύω την μπογιά τζιαι η σπάτουλα επήε λίο πιο βαθκιά τζιαι έξυσε μου το celotex. Είπα ότι εχάλασα το. Έξυσα αλλό λίο δίπλα τζιαι αλλό λίο πιο δίπλα τζιαι άρεσε μου. Στο τέλος έκαμα καμιά δεκαριά ζωγραφικοξισμένα έργα τζιαι άρεσε μου. Εξέθεσα τα σε μία έκθεση αυτοδίδακτων ζωγράφων στη Λευκωσία, είδε τα ένας φίλος μου που τη μορφωτική υπηρεσία τζιαι είπε μου “ρε φίλε μου εσύ πρέπει να χαράσσεις”. Είπα του “ήντα που εν η χαρακτική;”. Εν ήξερα, ήμουν 23 ετών. Έφερε μου κομμάθκια lino Α4, ένα σετ μαθητικά εργαλεία χάραξης τζιαι είπε μου “όπου χαράξεις θα φκαίνει άσπρο, όπου δεν χαράξεις θα φκαίνει μαύρο”. Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα χαρακτικής που είχα. Τζιαι εξεκίνησα. Άρεσε μου. Όταν μου ελείψαν τα lino, εν ήξερα που να αγοράσω. Επήα στον πελεκάνο του χωρκού μου τζιαι είπα του “θέλω να μου κόψεις σανίθκια, να μου τα πιντώσεις τζιαι να μου κάμεις πλάκες για να χαράξω”. Τζιαι έκαμα τις πρώτες μου ξυλογραφίες. Άμαν έκαμα εννιά, είχα την τύχη και εγνώρισα, τον Α. Τάσσο, στη Λευκωσία σε μία έκθεση που είχε το 1971. Επροσκάλεσε με να πάω στην Αθήνα κοντά του τζιαι το τι μου εδίδαξε, εκάμαν με να μεν θέλω να γίνω τίποτε άλλο, εκτός που χαράκτης τζιαι εκατάφερά τα. Άλλαξε μου τη ζωή μου εντελώς. Νιώθω ευτυχισμένος που ήβρα μια γλώσσα καλή για να εκφραστώ τζιαι εκφράστηκα όσο καλύτερα εμπόρουν. Η χαρακτική άρεσκε μου, έκφραζε με. Ποτέ δεν εσκέφτηκα να τα παραιτήσω. Η χαρακτική για μένα εν το οξυγόνο μου».

Τα απλά καθημερινά πράγματα, βοήθησαν τον κ. Χαμπή να φτιάχνει τα έργα του. Η φύση, αλλά και τα γεγονότα, ήταν η κύρια πηγή έμπνευσή του.

«Εμπνεύομαι από ό,τι εν γυρώ μου, που είναι στην Κύπρο. Τζιαι που τη φύση τζιαι που τα γεγονότα τζιαι που τα αισθήματά μου. Έκαμα μια μεγάλη σειρά, καμιά εικοσαριά έργα που τον Αυξεντίου ως την προσφυγιά. Ξεκινώ που τον Αυξεντίου το 1957, ύστερα έχω τον Αϊχάν Χικμέτ τζιαι τον Γιουργκάν, θκυό τουρκοκύπριους που τους εσκότωσε η ΤΜΤ. Ύστερα έκαμα τον Καβάζογλου που τον εσκοτώσαν τον 1965, πάλε η ΤΜΤ τζιαι ύστερα ήρτε το πραξικόπημα. Έκαμα κάμποσα για το πραξικόπημα, για την εισβολή, για τους αιχμάλωτους, για τους πρόσφυγες».

Ο κύριος Χαμπής, όταν έγινε η εισβολή, έλειπε στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα βρισκόταν στην Μόσχα. Όταν επέστρεψε, πρόσφυγας πλέον, αφού η Κοντέα τέθηκε υπό τουρκική κατοχή, εγκαταστάθηκε στην Παλλουριώτισσα, στη Λευκωσία. Εκεί, έμεινε μέχρι το 1988.

«Σε κάποια φάση, εκατάλαβα ότι εν εμπόρουν να ζήσω στην πόλη επειδή έσιει πολλούς πειρασμούς, πολιτιστικούς πειρασμούς, καλούς πειρασμούς, οι οποίοι όμως, δεν μου αφήναν χρόνο να δουλέψω. Που τη μια εδούλεφκα για να φκάλω το ψωμί μου, που την άλλη έπρεπε να πάω στις εκθέσεις, είχα συναντήσεις με τους καλλιτέχνες, έπρεπε να πάω θέατρο τζιαι εν μου εμείνισκε χρόνος τζιαι είπα εν γίνεται. Πρέπει να φύω, να πάω κάπου να μονάσω, για να έχω χρόνο να δουλέφκω. Είπα θα φατσίσω γυρό τα τουρκοκυπριακά χωρκά της Λεμεσού τζιαι της Πάφου τζιαι θα έβρω ένα τόπο να κάμω εργαστήρι τζιαι να πηέννω απερίσπαστα να δουλέφκω. Τζιαι έτσι ήρτα στην Πλατανίσκεια το 1988. Επήα μέχρι την Αντρολύκου και εκατάληξα δαμέ. Έσιει 33 χρόνια που είμαι δαμέ. Eπιβεβαίωσα την ορθότητα της πράξης μου, να απομονωθώ, να έχω χρόνο να δουλέψω τζιαι εδούλεψα. Νιώθω υπέροχα που εδούλεψα».

Πλέον, μένει μόνιμα στο χωριό Πλατανίστεια, στην ορεινή Λεμεσό, λίγα λεπτά από το Πισσούρι και εκεί έχει κτίσει το Μουσείο Χαρακτικής Χαμπής, το οποίο γεμίζει από κόσμο, καθημερινά.

Αναγνώριση του έργου του από την πολιτεία

Μπορεί, πλέον, να έχει αναγνωριστεί το ταλέντο του και η προσφορά του, στον πολιτισμό αυτού του τόπου, ωστόσο ο κ. Χαμπής δεν κρύβει την απογοήτευσή του, στο γεγονός ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις, δεν στάθηκαν στο πλευρό του, όσο θα έπρεπε.

«Το κράτος κάποτε εσυμπαραστάθηκε μου καλά, αλλά εξαρτάται πόσο οι κυβερνώντες έχουν τον πολιτισμό μέσα τους. Το 2005 εξεκίνησα να κάμνω το μουσείο δαμέ, ως το 2008 εσκοτώνουμουν, εχρεώνουμουν και αποτάθηκα στις πολιτιστικές υπηρεσίες για χορηγία, που εν ο πιο φυσικός συμπαραστάτης μου. Επήα τζιαι έχω γραπτή απάντηση που λλόου τους, το 2006 ότι δεν μπορούν να με στηρίξουν τζιαι δεν μου εδώσαν ούτε ένα σεντ. Όσπου ήρτε η Κυβέρνηση Χριστόφια. Ήρτε ο Πρόεδρος τζιαι εγκαινίσε το μουσείο. Είπα του το ότι έτσι τζιαι έτσι έχουν τα πράματα τζιαι εφκήκε ο Πρόεδρος τζιαι είπε ότι αλλάσσουν τα πράματα που σήμερα. Τζιαι αλλάξαν. Είχα καλή χορηγία τζιαι καλή στήριξη επί διακυβέρνησης Χριστόφιας. Όι εγώ προσωπικά, ως Χαμπής. Το Μουσείο Χαρακτικής είχε. Εν για την Κύπρο που έγινε το Μουσείο. Είχαν κάθε λόγο να στηρίξουν. Αλλά επαίξαν πελλό. Ευγνωμονώ την Κυβέρνηση Χριστόφια για τη στήριξη».

Στο Μουσείο εκθέτονται τα έργα του κύριου Χαμπή και όλα έχουν μία ιστορία από πίσω. Η πιο γνωστή και περιζήτητη σειρά της συλλογής του, ήταν τα ερωτικά. Εκτός από τους πίνακές του, στο Μουσείο υπάρχουν και τα βιβλία, που ο ίδιος εικονογράφησε και εξέδωσε.

Προς πώληση η προσωπική του συλλογή

Τον περασμένο Ιούλιο, μία απόφαση του κ. Χαμπή είχε προκαλέσει έκπληξη σε φίλους της χαρακτικής και όχι μόνο. Ο κ. Χαμπής αποφάσισε να βγάλει προς πώληση τα έργα της προσωπικής του συλλογής, ώστε να μαζέψει το απαιτούμενο ποσό που χρειάζεται, για να καταφέρει να εκδώσει το βιβλίο του.

«Εν να εκδώσω ένα νέο βιβλίο μου, που θα κυκλοφορήσει μέσα Οκτωβρίου τζιαι εν λίγο αυτοβιογραφικό, με πολλά παρακλάθκια για την Κύπρο, για την διάλεκτο, για το μουσείο, για πολλά πράματα. Το βιβλίο είναι πολλά ακριβό, είναι ένα δίτομο βιβλίο 860 σελίδων, το οποίο εδούλεφκα πέντε χρόνια. Επειδή εν πολλά τα λεφτά, εν ήθελαν να αποταθώ για χορηγία, παρακαλώ και να ζηθκιανεύσω τζιαι εσκέφτηκα ότι ένας καλός τρόπος, αξιοπρεπής, είναι να πουλήσω τα έργα της προσωπικής μου συλλογής, που τα εφύλαα για να κάμω καμιά αναδρομική έκθεση κάποτε. Εν θέλω να κάμω αναδρομική έκθεση, προτιμώ να τα πουλήσω να φκάλω λεφτά, για να κάμω το βιβλίο μου. Εν λες τζιαι θα έχω σε μία έντυπη μορφή μία αναδρομική έκθεση. Εν θέλω να ζητήσω χορηγία, επειδή έχω πολλά πικρές εμπειρίες, που αναγκάζουν τους καλλιτέχνες να ζηθκιανεύκουν. Τζιαι δεν είμαι ζηθκιάνος».

Μετά την απόφασή του αυτή, ο κ. Χαμπής δέχτηκε ένα μεγάλο κύμα αγάπης, από τον κόσμο, που τον κατασυγκίνησε και κατάφερε να γνωρίσει καινούργιους ανθρώπους, που τους αρέσει η χαρακτική και επενδύουν στον πολιτισμό.

«Ένα πράμα, για το οποίο ευτύχισα είναι ότι μέσα σε τούτες τις ημέρες εγνώρισα υπέροχα πλάσματα, υπέροχες οικογένειες, με κουλτούρα. Ομόρφησαν τη ζωή μου, με την ομορφκιά της συμπεριφοράς τους. Εχάρηκα. Ένα δώρο που είχα εγώ, δεν ήταν ότι με τα έργα μου εν να πληρωθεί το τυπογραφείο, αλλά είναι ότι επλουσίεψε ο κόσμος μου, με τις γνωριμίες μου. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πολλά μεγάλη. Ακόμα έχω έργα μου. Ο κόσμος ερχόταν καθημερινά, ως την τελευταία ημέρα που είχα αναφέρει. Ευχαριστώ όλους που ήρθαν με αγάπη, για να με στηρίξουν τζιαι πιστεύω ανταποκρίθηκα με την ίδια αγάπη που μου προσέφεραν. Ο κόσμος μπορεί να επισκέπτεται το μουσείο και θα έχει κάτι να αγοράσουν. Πουλούμε τα έργα μας για να πάμε πάρακατω, όπως όλοι οι καλλιτέχνες. Αν η έννοια για τον πολιτισμό ήταν τζιαμέ που έπρεπε, δεν θα πουλούσα τα έργα μου».

Μετά την ανακοίνωσή του, για πώληση των έργων του, δύο άτομα προσφέρθηκαν να χορηγήσουν το βιβλίο και να καλύψουν τα έξοδα. Ωστόσο, ο κ. Χαμπής αρνήθηκε.

«Ενδιαφερθήκαν δύο φίλοι μου να μου χρηματοδοτήσουν το βιβλίο τζιαι απέρριψα το με αγάπη, επειδή είπα τους ότι θέλω να μοιραστώ τα έργα μου με τους φίλους μου. Εκτίμησα το τζιαι δεν θα το ξεχάσω ποτέ, ότι ήθελαν να μου χρηματοδοτήσουν το βιβλίο μου. Είπα τους “πιάστε έργα μου τζιαι ευχαρίστως να πιάσω λεφτά, ανάλογα με τα έργα που θα πιάσετε”. Εκτιμώ το, αλλά τζείνοι που έπρεπε βουρούν να έχουν έννοια να χορηγούν τον πολιτισμό, υπνώτουν ύπνο βαθύ».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας