Βήματα προς τα πίσω φαίνεται πως κάνει η προσπάθεια που καταβάλλεται για να βρεθεί η χρυσή τομή σχετικά με την εισαγωγή νοσηλευτών από τρίτες χώρες, αφού, παρά τις ενέργειες που έγιναν και τις προθέσεις που υπάρχουν από το Υπουργείο Υγείας να συμβάλει, ώστε τουλάχιστον όσοι βρίσκονται εκτός επαγγέλματος να επιστρέψουν για να καλύψουν τα κενά, εντούτοις οι βουλευτές της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Υγείας ξεκαθάρισαν ότι η υπογραφή συλλογικών συμβάσεων και από τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια αποτελεί κόκκινη γραμμή.
Τα δύο νομοσχέδια αφορούν, αφενός, την αναβάθμιση του επιπέδου γνώσης της ελληνικής γλώσσας κατά την άσκηση της νοσηλευτικής και της μαιευτικής, με στόχο την καλύτερη επικοινωνία με τους ασθενείς και, εν γένει, την καλύτερη και ορθότερη άσκηση του επαγγέλματος και, αφετέρου, την απάλειψη πρόνοιας η οποία συγκρούεται με άλλη σχετική νομοθεσία και δημιουργεί κώλυμα στην υποβολή αιτήσεων από νοσηλευτές και μαίες προερχόμενους από τρίτες χώρες για εγγραφή στο σχετικό επαγγελματικό μητρώο.
Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε πως δεν υπάρχει καμία σύγκλιση στα δύο ζητήματα, τόσο σε αυτό της γλώσσας όσο και σε εκείνο των κριτηρίων εισαγωγής νοσηλευτών, με τα βέλη αυτή τη φορά να στρέφονται προς το Υπουργείο Υγείας, αλλά και προς την εργοδοτική πλευρά, για τις ενέργειες που έγιναν διαχρονικά, ώστε να μειωθεί η έλλειψη νοσηλευτών, την ώρα που Κύπριοι νοσηλευτές παραμένουν εκτός του κλάδου τα τελευταία χρόνια.
Αφορμή στάθηκε η διαφωνία του προέδρου του Παγκύπριου Συνδέσμου Νοσηλευτηρίων, δρος Μάριου Καραϊσκάκη, τόσο με τα νομοσχέδια όσο και με την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, σε ό,τι αφορά το επίπεδο γνώσης της ελληνικής γλώσσας, το Υπουργείο προτείνει στο νομοσχέδιο να αυξηθεί κατά δύο επίπεδα, ενώ η ΠΑΣΙΝ προτείνει αύξηση κατά ένα επίπεδο και επανεξέταση των γνώσεων όχι στα δύο χρόνια, αλλά στα τέσσερα, λόγω της δυσκολίας εκμάθησής της. Παράλληλα, σημείωσε πως θα πρέπει να εξεταστεί ίσως και η εισαγωγή πρόνοιας για την αγγλική γλώσσα στο νομοσχέδιο, ενώ διαφώνησε με την αναλογία του 10% των ξένων νοσηλευτών στα νοσοκομεία, χαρακτηρίζοντάς την δώρο άδωρο, λόγω των μεγάλων ελλείψεων που υπάρχουν.
Την ίδια ώρα, ο εκπρόσωπος της ΟΕΒ τόνισε πως «εάν υπήρχαν διαθέσιμοι Κύπριοι νοσηλευτές, είμαστε οι πρώτοι που τους θέλουμε», ενώ επισήμανε πως τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να λειτουργήσουν με full capacity, λόγω των ελλείψεων σε νοσηλευτικό προσωπικό. Επιπρόσθετα, σε ό,τι αφορά το επίπεδο γνώσης της γλώσσας, πρότεινε να φτάσει μέχρι το Α1 και, σε διάστημα δύο ετών, οι νοσηλευτές να παρακαθίσουν σε εξετάσεις για το Α2.
Εντύπωση, μάλιστα, στην Επιτροπή προκάλεσε και η δήλωσή του πως ο μέσος σταθμισμένος μισθός για έναν νοσηλευτή στην Κύπρο φτάνει τις 3.000 ευρώ, ενώ σημείωσε πως «όσον αφορά κάποιους ισχυρισμούς για μεμονωμένα περιστατικά κακών συνθηκών, δεν δεχόμαστε να παρουσιάζονται σαν κανόνες. Υπάρχουν οι αρμόδιοι που θα πρέπει να τα εξετάσουν».
Κόκκινη γραμμή οι συλλογικές συμβάσεις
Συγκεκριμένα, η πρόεδρος της Επιτροπής, Σάβια Ορφανίδου, αναφέρθηκε έντονα στον αριθμό των νοσηλευτών που βρίσκονται εκτός επαγγέλματος, ο οποίος είναι αρκετά υψηλός, κάτι που, όπως τόνισε, θα πρέπει να θορυβήσει το ίδιο το Υπουργείο Υγείας και να το προβληματίσει ως προς τις ενέργειες που έγιναν για να επιστρέψουν οι συγκεκριμένοι επαγγελματίες στον κλάδο.
Σημείωσε πως «δεν μπορούμε να αναγκάσουμε κανένα ιδιωτικό νοσηλευτήριο να προχωρήσει με τις συλλογικές συμβάσεις, αλλά εξυπηρετούν και την καλή σχέση μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων. Εκείνα τα νοσηλευτήρια που την έχουν φαίνεται πως λειτουργούν σε μία καλύτερη βάση και δεν υπάρχουν τόσα προβλήματα, ενώ σε εκείνα που δεν έχουν μπορεί να δημιουργούνται κάποια προβλήματα. Θα ήταν προς όφελος όλων να γίνονταν οι συλλογικές συμβάσεις».
Η κ. Ορφανίδου, μάλιστα, τόνισε έντονα πως η Επιτροπή κατηγορήθηκε ότι δεν θέτει προς συζήτηση το θέμα στη Βουλή, ωστόσο ανέφερε πως «είναι η δεύτερη συνεδρίαση που γίνεται και δεν βλέπουμε πώς θα μπορέσουμε να συγκεράσουμε τις απόψεις. Εγώ δεν βλέπω πώς μπορεί να προχωρήσει χωρίς συλλογικές συμβάσεις, για μένα αυτή είναι η κόκκινη γραμμή. Δεν ξέρω πώς θα προχωρήσουμε με τόσο διιστάμενες απόψεις».
Έντονος ήταν και ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, Γιώργος Παμπορίδης, απευθυνόμενος στην εργοδοτική πλευρά, αφού τόνισε πως «εάν δεν πληρώσετε τα χρήματα για να έρθουν πίσω οι 1.300 νοσηλευτές που βρίσκονται εκτός επαγγέλματος, δεν θα βρείτε το προσωπικό που θέλετε. Εάν νομίζετε ότι θα έρχεστε εδώ και θα λέτε στη Βουλή ότι τις συλλογικές συμβάσεις, αν θέλουμε, τις υπογράφουμε, κάνετε λάθος».
Παράλληλα, τόνισε πως «οι συλλογικές συμβάσεις δεν μπορεί να επιβληθούν από κανέναν, πέραν από την αγορά, η οποία σας φωνάζει ότι δεν πληρώνετε αρκετά. Βρείτε τρόπο να τους πληρώσετε αρκετά, αφού θέλετε Κύπριους». Σε ό,τι αφορά το επίπεδο γνώσης της ελληνικής γλώσσας, επισήμανε ότι «αφού η γλώσσα θα έπρεπε να ήταν Α1, όταν θα έρθει το νομοσχέδιο για τους γιατρούς και επισημάνατε πόσο σημαντική είναι για τους επιστήμονες, για να μην έρθουν γιατροί από τρίτες χώρες, να σας το αντιτάξω; Θυμώνω πάρα πολύ όταν ακούω δύο μέτρα και δύο σταθμά».
Από πλευράς ΑΚΕΛ, η βουλεύτρια Μαρίνα Νικολάου ξεκαθάρισε πως «από την πρώτη στιγμή έχουμε κάνει ξεκάθαρο πως δεν πρόκειται να δεχτούμε οποιοδήποτε τροποποιητικό κείμενο έρχεται από αυτή την Κυβέρνηση, το οποίο γίνεται εις βάρος των εργασιακών δικαιωμάτων, των μισθών και των συνθηκών εργασίας του νοσηλευτικού προσωπικού».
Επιπρόσθετα, χαρακτήρισε λυπηρό τον τρόπο με τον οποίο «κάποιοι είστε εδώ, τις συστάσεις και τις υποδείξεις που κάνετε στη Βουλή, και την ίδια ώρα να αγνοείται παντελώς το τι συμβαίνει, αλλά και το τι πρόκειται να φέρει. Εφόσον αρνείστε να εφαρμόσετε συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να κρατήσουν σε κάποια ασφαλή όρια τους μισθούς, τότε από εμάς είναι όχι».
Συμφώνησε, δε, με την τοποθέτηση του κ. Παμπορίδη σε σχέση με το επίπεδο γνώσης της ελληνικής γλώσσας, σημειώνοντας πως «πώς γίνεται να ζητάμε από τους γιατρούς να έχουν ένα συγκεκριμένο επίπεδο γνώσης ελληνικών, αλλά από τους νοσηλευτές, που είναι αυτοί που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, να μην υπάρχει αυτή η απαίτηση».
Τέλος, ο βουλευτής του ΔΗΚΟ, Ανδρέας Αποστόλου, τόνισε πως «εννοείται πως δεν μπορούμε νομικά να επιβάλουμε σε οποιονδήποτε να υπογράψει συλλογική σύμβαση, αλλά έχουμε εργαλεία να πούμε ότι όποιος δεν υπογράψει δεν θα έχει το προνόμιο του 10%. Πιστώνω το Υπουργείο ότι κάνει προσπάθειες για να έρθουν νέοι στο επάγγελμα και να πείσουμε τους υφιστάμενους να επιστρέψουν, αλλά αυτό που μας ζητάτε είναι για δύο χρόνια και εκτιμάται ότι αυτοί που θα φέρουμε στην Κύπρο δεν θα είναι απαραίτητοι, γιατί θα έχουμε επάρκεια Κύπριων νοσηλευτών».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











