Έντονοι προβληματισμοί, ενστάσεις, αλλά και αιχμές για αντισυνταγματικές πρόνοιες εκφράστηκαν την Πέμπτη ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, κατά τη συζήτηση για το εναρμονιστικό νομοσχέδιο που παρουσίασε το Υπουργείο Εσωτερικών, σχετικά με τη θέσπιση κοινού πλαισίου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, που απορρέουν από τον ευρωπαϊκό κανονισμό για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης.
Η Ένωση Συντακτών Κύπρου και η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επισήμαναν ότι το νομοσχέδιο δεν μεταφέρει στην οικεία νομοθεσία τις πρόνοιες του ευρωπαϊκού κανονισμού για την προστασία του έργου των δημοσιογράφων και τη διασφάλιση της πολυφωνίας των ΜΜΕ. Σε αντίστοιχο τόνο κινήθηκαν και οι τοποθετήσεις από πλευράς φορέων ΜΜΕ και ειδησεογραφικών οργανισμών, με κάποιους να κάνουν λόγο και για εκ πρώτης όψεως αντισυνταγματικές πρόνοιες.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής και Βουλευτής του ΑΚΕΛ, Άριστος Δαμιανού, απηύθυνε έκκληση προς το Υπουργείο Εσωτερικών να επανεξετάσει τη μορφή του νομοσχεδίου, πριν κατατεθεί για κατ’ άρθρο συζήτηση, με το Υπουργείο να απαντά ότι με αυτή τη μορφή το νομοσχέδιο καλύπτει το ελάχιστο που απαιτείται και είναι μία καλή βάση για να προχωρήσει η άμεση εφαρμογή του κανονισμού στην οικεία νομοθεσία.
Στο πλαίσιο αυτό, αποφασίστηκε να προχωρήσει η κατ’ άρθρο συζήτηση του νομοσχεδίου, αφού ολοκληρωθεί και η υποβολή υπομνημάτων από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, κάτι για το οποίο έχει δοθεί διορία δύο εβδομάδων.
Εξάλλου, τη συζήτηση στην Επιτροπή απασχόλησε και η ανάθεση αρμοδιοτήτων για την εφαρμογή του νομοσχεδίου στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης και Ψηφιακών Υπηρεσιών, αλλά και στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (ΓΤΠ), με τους εκπροσώπους των δύο φορέων να εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους για το κατά πόσο θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν, εάν δεν λάβουν ενίσχυση και δεν διασφαλιστεί η περαιτέρω στελέχωσή τους.
Η Διευθύντρια της Αρχής, Ειρήνη Λοϊζίδου Νικολαΐδου, επισήμανε ενώπιον της Επιτροπής τα προβλήματα που θα προκύψουν στην ικανότητά της να ανταποκρίνεται σε όλα τα νέα καθήκοντα που έχει επωμισθεί, ως εποπτική αρχή, και ανέφερε ότι έχουν ήδη υποβληθεί υπομνήματα προς το Υπουργείο Οικονομικών, μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, για περαιτέρω ενίσχυση και στελέχωση της Αρχής, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα συναφή νομοσχέδια που της αναθέτουν εποπτικές αρμοδιότητες.
Από πλευράς Υπουργείου Εσωτερικών αναφέρθηκε ότι υπάρχει πρόθεση για περαιτέρω στελέχωση της Αρχής. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής υπογράμμισε ότι δεν θα γίνει αποδεκτό να ψηφιστεί το νομοσχέδιο και εκ των υστέρων να προχωρήσει η στελέχωση της Αρχής που προβλέπεται ότι θα μεριμνά για την εφαρμογή του.
Ο Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών, Γιώργος Φράγκος, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τη μορφή με την οποία κατατέθηκε το νομοσχέδιο στην Επιτροπή. Υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο «υπνώττει», λέξη που προκάλεσε την αντίδραση του κ. Δαμιανού, ο οποίος αντέκρουσε, λέγοντας πως δεν υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς Βουλής, αφού το νομοσχέδιο τέθηκε προς συζήτηση κατά προτεραιότητα, μετά την επανέναρξη της λειτουργίας της Βουλής.
Ο κ. Φράγκος έκανε λόγο για «νομοσχέδιο - Φρανκενστάιν», ενώ επισήμανε ότι, αντί οι διατάξεις του νομοσχεδίου να αφορούν την προστασία της ανεξαρτησίας των ΜΜΕ, προωθείται κυρίως το πλαίσιο ελέγχου προς τα ΜΜΕ, επισημαίνοντας ότι με τις ρυθμίσεις αυτές παραβιάζεται πασιφανώς η αρχή της αυτορρύθμισης των ΜΜΕ.
Πρόσθεσε, εξάλλου, ότι οι αρμοδιότητες που το νομοσχέδιο δίνει στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης και το ΓΤΠ για επιβολή προστίμων προς ΜΜΕ, δεν συνάδουν με την αρχή της αυτορρύθμισης. Αναφερθείς, επίσης, στις πρόνοιες για άρση του απορρήτου επικοινωνιών, ο κ. Φράγκος σημείωσε ότι επαρκεί η συνταγματική ρύθμιση στο θέμα αυτό.
Ο Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών προειδοποίησε, τέλος, ότι το νομοσχέδιο, αν ψηφιστεί με το περιεχόμενο που έχει σήμερα, θα προκαλέσει κατακραυγή και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σημειώνοντας ότι η ΕΣΚ έχει ήδη ενημερώσει την αντίστοιχη ευρωπαϊκή ομοσπονδία.
Παράλληλα, ανέφερε ότι παραμένει ελλιπής, αναχρονιστικός και σε πολλά θέματα ανενεργός ο περί Τύπου νόμος, με αποτέλεσμα να παραμένει χωρίς κάλυψη το δημοσιογραφικό επάγγελμα, και χωρίς πρόνοιες για τη λειτουργία των ΜΜΕ σε ραδιόφωνο και διαδίκτυο.
Από την πλευρά της η Πρόεδρος της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, Έλλη Κοτζιαμάνη, υπογράμμισε ότι ζητούμενο δεν είναι ένας απλώς ένας κυρωτικός νόμος που θα μπει σε συρτάρι ή θα τύχει εκμετάλλευσης για παραβίαση της ελευθεροτυπίας, αλλά ότι στόχος είναι η θέσπιση μηχανισμών προστασίας, κάτι που, όπως επισήμανε, δεν προωθείται καθόλου.
Εξήγησε ότι ο ευρωπαϊκός κανονισμός ορίζει με συγκεκριμένο τρόπο τον ρόλο των ρυθμιστικών οργάνων που προβλέπονται για την εφαρμογή των διατάξεών του, ώστε να συνιστούν ανάχωμα για εξωγενή παρέμβαση στα ΜΜΕ, επισημαίνοντας ότι αυτό δεν υιοθετείται από το νομοσχέδιο.
Η κ. Κοτζιαμάνη έθεσε ζήτημα για ρητές εγγυήσεις ότι δεν θα μπορεί καμία αρχή ή υπηρεσία που να ασκεί έλεγχο επί του δημοσιογραφικού περιεχομένου, αλλά και να διαφυλαχθεί ξεκάθαρα η αρχή της αυτορρύθμιση.
Από πλευράς Υπουργείου Δικαιοσύνης αναφέρθηκε ότι για τα θέματα του απορρήτου επικοινωνιών, που αφορά όλα τα πρόσωπα και όχι μόνο τα ΜΜΕ, η υφιστάμενη νομοθεσία υπερκαλύπτει τις πρόνοιες του κανονισμού, με τον Πρόεδρο της Επιτροπής να εκφράζει ικανοποίηση για την τοποθέτηση αυτή, υπενθυμίζοντας τις απόπειρες που είχαν γίνει για τροποποίηση του συντάγματος, ώστε να αλλάξει και η ρύθμιση άρσης απορρήτου.
Αναφορικά με τις πτυχές του νομοσχεδίου που άπτονται θέματα διαφήμισης τοποθετήθηκε ο Κωνσταντίνος Ντάλτας, εκ μέρους του Συνδέσμου Διαφημιστικών Υπηρεσιών και Γραφείων Επικοινωνίας και του Φορέα Ελέγχου Διαφήμισης, υπογραμμίζοντας ότι χρειάζεται να διασφαλιστούν ίσοι όροι στην κατανομή των κονδυλίων διαφήμισης από κρατικά ταμεία. Είπε ότι θα πρέπει να καθοριστούν συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά των διαγωνισμών για διαφημιστικά πακέτα, με αντικειμενικά κριτήρια και με μέτρο τη σχέση ποιότητας - τιμής και όχι μόνο τη χαμηλότερη τιμής. Πρόσθεσε ότι θα πρέπει να γίνεται υποχρεωτικός έλεγχος των χαμηλότερων προσφορών.
Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι ειδησεογραφικών οργανισμών εξέφρασαν όλοι ανεξαιρέτως ανησυχία για τη διασφάλιση της πολυφωνίας και την ανεξαρτησία των ΜΜΕ.
Εκ μέρους του Κυπριακού Οργανισμού Εκδοτών Διαδικτύου, ο Δημήτρης Δημητρίου τοποθετήθηκε θετικά επί της αρχής του νομοσχεδίου, στον βαθμό που αυτή θα προωθεί την ανεξαρτησία των ΜΜΕ, τη διαφάνεια και την πολυφωνία.
Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη για σαφή και αντικειμενικά κριτήρια κατανομής της κρατικής διαφήμισης, για σαφή οριοθέτηση αρμοδιοτήτων της ρυθμιστικής αρχής με εγγυήσεις ανεξαρτησίας, για συντακτική ελευθερία και προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, αλλά και για διαφάνεια και ανεξαρτησία ΜΜΕ.
Εκ μέρους του Συνδέσμου Εκδοτών, ο Χρίστης Λοττίδης, έκανε λόγο για εκ πρώτης όψεως εξώφθαλμες παραβιάσεις του Συντάγματος μέσα από πρόνοιες του νομοσχεδίου, που στοχοποιούν, όπως είπε, το δημοσιογραφικό επάγγελμα, με τον Πρόεδρο της Επιτροπής να εκφράζει συμφωνία στην παρατήρηση περί αντισυνταγματικότητας.
Προβληματισμοί εκφράστηκαν και από τους εκπροσώπους των οργανισμών Sigma, Alpha, Antenna και Omega. Επισημάνθηκε ότι έρχεται σε αντίφαση το γεγονός ότι συζητιέται ένα εναρμονιστικό νομοσχέδιο που αφορά τα ΜΜΕ, αλλά δεν έχει προχωρήσει η αναθεώρηση του περί Τύπου νόμου που περιγράφει το υποκείμενο το οποίο αφορά το εν λόγω νομοσχέδιο. Ανησυχία εκφράστηκε και για την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, λόγω των προνοιών για άρση του απορρήτου επικοινωνιών.
Εξάλλου, ο Νικόλας Καρύδης, εκ μέρους του Ινστιτούτου Μέσων Ενημέρωσης Κύπρου, υπενθύμισε ότι πρόθεση ευρωπαϊκού κανονισμού είναι η θέσπιση ελάχιστου πλαισίου και προστασία των δημοσιογράφων, ενώ εξέφρασε την ανησυχία ότι το νομοσχέδιο μπορεί να θεωρηθεί από το κράτος ως υποκατάστατο της ανάγκης για επικαιροποίηση του περί Τύπου νόμου.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Χριστόφορος Χριστοφόρου, Υπεύθυνος για το Έργο Παρατηρητής Πολυφωνίας στα ΜΜΕ, επισήμανε ότι από το νομοσχέδιο λείπει το πλαίσιο για την προστασία της ανεξαρτησίας των ΜΜΕ και για τη διασφάλιση της πολυφωνίας. Πρόσθεσε, δε, ότι δεν είναι σαφές ποια είναι τα υποκείμενα που θα προστατεύει ο εν λόγω νόμος στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Ως ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη αναγνώρισε το γεγονός ότι τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι καθίστανται μέσω του νόμου υποκείμενα ποινικών διώξεων, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι η Κύπρος φέτος κατατάσσεται τρίτη από το τέλος στις αξιολογήσεις πολυφωνίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Εξάλλου, ο Διευθυντής του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων, Ντίνος Φοινικαρίδης, υπενθύμισε ότι «είχαμε συμμετάσχει στην αρχική διαβούλευση και είχαμε εκφράσει επιφυλάξεις για δύο σημεία».
Το ένα σημείο, είπε, αφορά το άρθρο 4. Το συγκεκριμένο άρθρο αφορά την άρση τηλεφωνικού απορρήτου «για το οποίο ακόμη διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας», είπε στην Επιτροπή. Το άλλο σημείο, πρόσθεσε, αφορά το άρθρο για ποινική ευθύνη στα Διοικητικά Συμβούλια και στους αξιωματούχους των ημικρατικών οργανισμών.
«Είδαμε με ικανοποίηση ότι αφαιρέθηκε η ποινική ευθύνη και ότι υπήρξε πρόνοια στο άρθρο 6 για την ανεξαρτησία των ΔΣ των οργανισμών δημοσίου δικαίου», σημείωσε περαιτέρω ο κ. Φοινικαρίδης.
Είπε ακόμα ότι ζήτησαν παράταση λίγων ημερών για να επανέλθει ο Οργανισμός με γραπτό υπόμνημα προς την Επιτροπή.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος υπογράμμισε από την πλευρά του το γεγονός ότι προέχει η προστασία της ανεξαρτησίας ΜΜΕ και δημοσιογράφων, αλλά και την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι εποπτικές αρχές που προτείνονται από το νομοσχέδιο, θα πρέπει να είναι σε θέση να αναλάβουν καθήκοντα.
Σε δηλώσεις του μετά τη συνεδρίαση, ο Πρόεδρος της Επιτροπής και Βουλευτής του ΑΚΕΛ, Άριστος Δαμιανού, εξέφρασε λύπη για το γεγονός ότι η κυβερνητική πρόταση «δεν ρυθμίζει κατά τρόπο δίκαιο τα ζητήματα που καλείται να ρυθμίσει», αλλά και «τείνει σε παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και των δημοσιογράφων και των Μέσων Ενημέρωσης ευρύτερα. Άρα και της κοινωνίας». Διατύπωσε, δε, την πρόθεση της Επιτροπής να εξετάσει όλα τα υπομνήματα που παρέλαβε, ώστε να οδηγήσει στην Ολομέλεια, «εάν καταστεί εφικτό, κάτι το οποίο να εκφράζει τη δημοκρατία στον τόπο μας και όχι κάτι διαφορετικό».
Η Βουλευτής του ΔΗΣΥ, Νικολέττα Κωνσταντίνου, ανέφερε στις δηλώσεις της ότι «δεν μπορεί να δίνεται έμφαση στις ρυθμιστικές εξουσίες και στις κυρώσεις, χωρίς αντίστοιχη έμφαση στις εγγυήσεις για την ανεξαρτησία των Μέσων και των δημοσιογράφων». Εξέφρασε, επίσης, προβληματισμό για τη δυνατότητα της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης να ανταποκριθεί στις νέες αρμοδιότητες που της ανατίθενται και πρόσθεσε ότι θα πρέπει να ενισχυθεί σε προσωπικό, πόρους και τεχνική υποστήριξη. «Θέλουμε ένα νομοθετικό πλαίσιο που να προστατεύει ουσιαστικά την ελευθεροτυπία και να μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά», κατέληξε.
Ο Βουλευτής του ΕΛΑΜ, Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, επισήμανε ότι ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης δεν πρέπει να αποτελεί μια τυπική νομική υποχρέωση, αλλά μια ουσιαστική κατάκτηση του κράτους δικαίου. Αναφέρθηκε στις εξόφθαλμες παραβιάσεις του Συντάγματος, καθώς και στα κενά και τις ανεπάρκειες που φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να υπάρχουν στο προτεινόμενο νομοσχέδιο. Είπε, τέλος, ότι ζητούμενο είναι να διασφαλιστούν η διαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων, ο δίκαιος και διαφανής επιμερισμός της κρατικής διαφήμισης και η ουσιαστική ανεξαρτησία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.
Πηγή: ΚΥΠΕ











