powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η κατάθεση του μάρτυρα για την πρώτη υπόθεση βιασμού του Δημήτρη Λιγνάδη: «Ήμουν παγωμένος, δεν είχα δύναμη»

Με την εξέταση του μάρτυρα από τους συνηγόρους υπεράσπισης του Δημήτρη Λιγνάδη, κ. Μαυρομάτη και κ. Γεωργόπουλο, συνεχίστηκε η δίκη του ηθοποιού και σκηνοθέτη σε δεύτερο βαθμό.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: Όλα τα νέα των celebrities με ένα κλικ στο #CelebrityNewsCyprus

Ο μάρτυρας απάντησε σε ερωτήσεις για τη γνωριμία του με τον καταγγέλλοντα, τις επισκέψεις του στο σπίτι του κατηγορουμένου και όσα υποστηρίζει ότι είδε κατά το καταγγελλόμενο περιστατικό βιασμού. Στο επίκεντρο της εξέτασης βρέθηκαν επίσης μηνύματα που αντάλλαξαν στο Facebook ο κατηγορούμενος και ο καταγγέλλων, πέντε χρόνια μετά το επίμαχο περιστατικό.

Η δίκη διεκόπη και θα συνεχιστεί την 1η Οκτωβρίου, με τον σχολιασμό της κατάθεσης και την εξέταση των επόμενων μαρτύρων.

Τα μηνύματα μεταξύ κατηγορουμένου και καταγγέλλοντος

Κατά την εξέταση από τον δικηγόρο Μαυρομάτη, τέθηκε το ζήτημα της επικοινωνίας που είχαν μέσω #Facebook ο Δημήτρης Λιγνάδης και ο καταγγέλλων, πέντε χρόνια μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό του 2015.

Στο δικαστήριο έγινε αναφορά στα μηνύματα «Μήπως χρειάζεται ένας καφές μεταξύ μας;», «Ναι, χρειάζεται» και «Θέλεις να μιλήσουμε να το κανονίσουμε, αν μπορείς και θέλεις πάντα;». Η υπεράσπιση έθεσε ερωτήματα σχετικά με την επιθυμία του καταγγέλλοντος να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο.

«Δεν γνώριζα αυτή τη συνομιλία. Αυτά μπορεί να τα απαντήσει ο ίδιος. Δεν γνωρίζω κάτι. Μπορεί να ήθελε κάτι να συζητήσουν», απάντησε ο μάρτυρας.

Σε άλλο σημείο, εκτίμησε ότι ο καταγγέλλων δεν θα μπορούσε να έχει ξεχάσει το περιστατικό πέντε χρόνια αργότερα και ότι ενδεχομένως να επιθυμούσε μια συνάντηση για να συζητήσουν όσα είχαν συμβεί.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Δημήτρης Λιγνάδης: Στο Εφετείο για τη συνέχιση της δίκης του για υποθέσεις βιασμού ανηλίκων

Η γνωριμία και οι πρώτες επισκέψεις στο σπίτι

Ο μάρτυρας περιέγραψε ότι την πρώτη φορά που συνάντησε τον Δημήτρη Λιγνάδη βρισκόταν με τον καταγγέλλοντα σε ένα παγκάκι. Όπως είπε, ο κατηγορούμενος πέρασε με μηχανάκι, σταμάτησε και τους είπε: «Επ, τι γίνεται εδώ;».

Υποστήριξε ότι τότε δεν γνώριζε ποιος ήταν, ούτε το έμαθε κατά την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι του. Θυμόταν, ωστόσο, ότι επρόκειτο για τον άνδρα που τους είχε πλησιάσει στο παγκάκι.

Για την πρώτη συνάντησή τους σε μπαρ, ανέφερε ότι ο Δημήτρης Λιγνάδης καθόταν με ένα τρίτο πρόσωπο και πως ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι το παρότρυνε να τους προσεγγίσει. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, το πρόσωπο αυτό ήρθε αμέσως μετά και του μίλησε. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος τους κέρασε το ποτό και πως εκείνο το βράδυ είχε περάσει καλά.

Όπως κατέθεσε, ο καταγγέλλων τού αποκάλυψε ότι έμενε στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη μετά την πρώτη έξοδό τους στο μπαρ. Εκείνη την περίοδο, όπως είπε, έβγαιναν συχνά, ενώ ο ίδιος διατηρούσε σχέση με την καλύτερη φίλη του καταγγέλλοντος.

Περιγράφοντας τη δεύτερη επίσκεψη στο σπίτι, μετά από έξοδο σε άλλο γκέι μπαρ, ανέφερε ότι πήγαν εκεί μαζί με τον καταγγέλλοντα και δύο ακόμη πρόσωπα. Υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος καθόταν στον καναπέ με τα δύο άλλα πρόσωπα και τα κατηύθυνε σε ερωτικές πράξεις. Όπως είπε, αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ο ίδιος και ο καταγγέλλων αποφάσισαν να φύγουν.

Για την τρίτη επίσκεψη, κατέθεσε ότι στο σπίτι βρισκόταν ακόμη ένα πρόσωπο, πιθανότατα ενήλικο, το οποίο του πρότεινε επανειλημμένα να του κάνει στοματικό έρωτα.

Η επίσκεψη για τις ασκήσεις γυμναστικής

Ο μάρτυρας αναφέρθηκε εκτενώς στην τέταρτη επίσκεψή του, όταν πήγε μόνος του στο σπίτι του κατηγορουμένου, έπειτα από πρόσκληση για να του δείξει ασκήσεις γυμναστικής.

Όπως είπε, ήταν μεσημέρι και παρέμεινε εκεί περίπου μία με μιάμιση ώρα. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι τελικά δεν του έδειξε ο ίδιος ασκήσεις, αλλά ο Δημήτρης Λιγνάδης έκανε κάποιες μόνος του.

Σύμφωνα με την κατάθεσή του, κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος τού πρότεινε να παρακολουθήσουν μια ερωτική ταινία και να αυνανιστούν μαζί. Ο ίδιος αρνήθηκε, όπως και όταν η πρόταση επαναλήφθηκε λίγο αργότερα. Στη συνέχεια, όπως υποστήριξε, ο κατηγορούμενος τού ζήτησε να του κάνει στοματικό έρωτα, εκείνος αρνήθηκε και έφυγε.

«Προσπαθούσε να με πείσει, δεν μου άσκησε βία. Στο τέλος έγινε σεβαστή η άρνησή μου. Σε κανένα από τα τέσσερα περιστατικά δεν υπήρχε εξαναγκαστική συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο», ανέφερε.

Ερωτηθείς γιατί δεν είχε συμπεριλάβει όλες αυτές τις λεπτομέρειες στην πρώτη κατάθεσή του στην ανακρίτρια, απάντησε ότι είχε αναφέρει όσα θυμόταν εκείνη τη στιγμή.

«Αν με είχε ρωτήσει κάτι άλλο η ανακρίτρια, θα το είχα αναφέρει», πρόσθεσε.

Ο μάρτυρας διευκρίνισε ακόμη ότι, όταν σε προηγούμενη κατάθεσή του είχε χαρακτηρίσει τον Δημήτρη Λιγνάδη «γοητευτικό άνδρα», αναφερόταν στον τρόπο ομιλίας και επικοινωνίας του.

«Δεν ένιωσα ποτέ ερωτική έλξη για εκείνον», είπε, προσθέτοντας ότι του είχε αναφέρει πως βρισκόταν σε σχέση με την καλύτερη φίλη του καταγγέλλοντος.

Όσα κατέθεσε για το βράδυ του καταγγελλόμενου βιασμού

Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το επίμαχο περιστατικό συνέβη κατά την πέμπτη και τελευταία επίσκεψή του στο σπίτι. Εκεί, όπως είπε, βρισκόταν ο ίδιος, ο καταγγέλλων, ο Δημήτρης Λιγνάδης και δύο ακόμη πρόσωπα.

Πριν περάσουν στο υπνοδωμάτιο, ο ίδιος και ο καταγγέλλων κάθονταν στον καναπέ. Σύμφωνα με την περιγραφή του, από τη μία γωνία του καναπέ ήταν ορατή η είσοδος του δωματίου, ενώ από την άλλη πλευρά εκτιμούσε ότι δεν φαινόταν.

Κατέθεσε ότι μεταξύ του ίδιου και του καταγγέλλοντος υπήρχε ερωτική διάθεση. Όπως εξήγησε, όσα είχαν προηγηθεί στο σπίτι, τα οποία χαρακτήρισε «φρικτά και αισχρά», του είχαν κινήσει την περιέργεια να διερευνήσει τι συνέβαινε ανάμεσά τους.

Ανέφερε ότι ένα από τα δύο άλλα πρόσωπα τους προέτρεψε να πάνε στο δωμάτιο. Όταν εκείνοι μπήκαν, ο κατηγορούμενος και τα άλλα δύο πρόσωπα βρίσκονταν όρθιοι στο γραφείο, σε απόσταση περίπου ενός με δύο μέτρων από το δωμάτιο.

Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι, ενώ βρισκόταν στο κρεβάτι με τον καταγγέλλοντα, ο Δημήτρης Λιγνάδης μπήκε γυμνός και σε πλήρη στύση.

«Αν ήθελε να πάρει μέρος στη δική μας ερωτική στιγμή, θα μπορούσε να μας είχε προσεγγίσει αλλιώς, όχι με αυτόν τον τρόπο. Εκείνη τη στιγμή έγινε χωρίς συναίνεση, απότομα», κατέθεσε.

Όπως υποστήριξε, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον καταγγέλλοντα πάνω του και προχώρησε σε διείσδυση. Ο ίδιος περιέγραψε ότι γλίστρησε στο πλάι και βγήκε από το δωμάτιο, χαρακτηρίζοντας την πράξη που, κατά την κατάθεσή του, είδε ως βιασμό.

«Το περιστατικό κράτησε δευτερόλεπτα. Έφυγα από το δωμάτιο, πήγα στο σαλόνι για λίγα λεπτά, μέχρι που βγήκε από το δωμάτιο ο καταγγέλλων. Ήμουν σε σοκ από αυτό που είδα», ανέφερε.

Σε άλλο σημείο της εξέτασής του, κατέθεσε ότι η πράξη διήρκεσε τέσσερα έως επτά λεπτά. «Το θυμάμαι γιατί είναι κάτι που δεν μπορεί να σου φύγει από το μυαλό. Είναι μια εικόνα που βλέπεις ξανά και ξανά», είπε.

Για την πόρτα του δωματίου, ανέφερε αρχικά ότι νομίζει πως ήταν κλειστή πριν μπει ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια διευκρίνισε: «Έχω καταθέσει ότι, όταν μπήκε ο Λιγνάδης στο δωμάτιο, μπήκε με τόση φόρα που δεν έκλεισε την πόρτα. Κι εγώ, όταν βγήκα, η πόρτα παρέμεινε ανοιχτή».

Πρόσθεσε ότι πριν μπουν στο δωμάτιο ο κατηγορούμενος φορούσε ένα T-shirt και ένα σορτς. Όπως είπε, δεν γνωρίζει αν γδύθηκε μπροστά στα άλλα δύο πρόσωπα, ενώ όταν βγήκε από το δωμάτιο ήταν και πάλι ντυμένος.

«Ήμουν παγωμένος όταν βγήκα από το δωμάτιο»

Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι, όταν βγήκε από το δωμάτιο, τα άλλα δύο πρόσωπα κάθονταν στον καναπέ. Κάθισε και ο ίδιος εκεί για λίγα λεπτά, χωρίς να συζητήσει μαζί τους.

«Ήμουν παγωμένος όταν βγήκα από το δωμάτιο. Δεν με ρώτησαν κάτι, δεν φάνηκαν να έχουν αντιληφθεί κάτι», ανέφερε.

Εξηγώντας γιατί παρέμεινε στο σπίτι, είπε ότι ήθελε να βεβαιωθεί πως ο καταγγέλλων θα έβγαινε ασφαλής. Πρόσθεσε ότι από τη θέση του έβλεπε την είσοδο του δωματίου, αλλά όχι το εσωτερικό του.

«Σκέφτηκα πολλές φορές να κάνω κάτι, αλλά δεν μπορούσα, δεν είχα τη δύναμη, ήμουν ένα παιδί 19 χρονών. Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι θα έπρεπε να έχω κάνει κάτι, αλλά δεν μπορούσα. Ήμουν 19 χρονών και άνεργος τότε», είπε.

Σύμφωνα με την κατάθεσή του, πρώτος βγήκε από το δωμάτιο ο καταγγέλλων, φορώντας όλα του τα ρούχα, και πήγε στο μπάνιο, όπου παρέμεινε για ένα με δύο λεπτά. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ήταν κλαμένος.

Λίγο αργότερα, όπως ανέφερε, βγήκε ο Δημήτρης Λιγνάδης, πλησίασε τα άλλα δύο πρόσωπα στον καναπέ, συνομίλησε μαζί τους και στη συνέχεια πήγαν στον υπολογιστή, χωρίς να του απευθύνει τον λόγο.

Όταν ο καταγγέλλων επέστρεψε από το μπάνιο, κάθισε δίπλα του. «Κοιταχτήκαμε και λίγο μετά του είπα ότι εγώ πρέπει να φύγω», κατέθεσε.

Οι ερωτήσεις για την αντίδραση του καταγγέλλοντος

Ερωτηθείς αν αντιλήφθηκε κάποια αντίσταση από τον καταγγέλλοντα, ο μάρτυρας απάντησε: «Δεν μπορούσε να αντιδράσει, ήταν πολύ αδύνατος, δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Η μόνη αντίδραση που είδα ήταν στο πρόσωπό του. Ούτε λεκτική αντίδραση είχε».

Στη συνέχεια υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων δεν φώναξε, αλλά ότι ο ίδιος είδε στο πρόσωπό του «τον πόνο και την αποστροφή». Εξέφρασε επίσης τη διαφωνία του με την αναφορά ότι πόνος μπορεί να υπάρξει και σε μια συναινετική ερωτική πράξη.

Κατά την εξέταση τέθηκε το ερώτημα: «Πώς εξηγείται ότι το 2026 δικάζουμε τον πρώτο σιωπηλό βιασμό;».

Ο μάρτυρας απάντησε: «Έχει να κάνει με τα βιώματα του ανθρώπου. Αν κάποιος έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που τρώει ξύλο, ένα περιβάλλον σκληρό, μπορεί να σφίξει όλο του το σώμα, να παγώσει, να μην μπορεί να βγάλει φωνή».

Η φωτογραφία και η επικοινωνία μετά το περιστατικό

Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μίλησε σε κανέναν για το περιστατικό και πως δεν θυμόταν πότε έστειλε ξανά μήνυμα στον καταγγέλλοντα, καθώς δεν ήξερε πώς να τον προσεγγίσει σχετικά με όσα είχαν συμβεί.

Για τις νυχιές που, όπως είπε, του είχε προκαλέσει νωρίτερα ο καταγγέλλων, εξήγησε ότι δεν τις θεωρούσε πράξη βίας, επειδή υπήρχε συναίνεση. «Σε όλα υπάρχουν όρια», σημείωσε.

Ερωτηθείς για τη φωτογραφία με τις νυχιές που του έστειλε λίγες ημέρες αργότερα, απάντησε: «Ο λόγος που έστειλα τη φωτογραφία ήταν για να του θυμίσω μια ωραία στιγμή από εκείνο το βράδυ και να γίνει αφορμή για να πιάσω κουβέντα μαζί του».

Όπως ανέφερε, μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό, το οποίο τοποθέτησε χρονικά τον Μάρτιο, οι συναντήσεις τους έγιναν πιο αραιές, αν και εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε κοινές παρέες. Πρόσθεσε ότι κανένα άλλο πρόσωπο από την παρέα δεν του είχε αναφέρει πως γνώριζε κάτι και ότι ο ίδιος δεν είχε ρωτήσει.

Η εξέταση από τον δικηγόρο Γεωργόπουλο

Στη συνέχεια, την εξέταση ανέλαβε ο έτερος συνήγορος υπεράσπισης, Γεωργόπουλος.

Ο μάρτυρας ανέφερε ότι την επίμαχη περίοδο είχε ολοκληρώσει την πρακτική του σε νοσοκομείο, παρακολουθούσε μουσικές σπουδές σε ωδείο και γυμναζόταν. Όπως είπε, κατατάχθηκε στον στρατό τον Μάρτιο του 2016.

Σχετικά με την κλήση του να καταθέσει το 2021, ανέφερε ότι από το 2015 μέχρι τότε δεν είχε άλλη επαφή με τον καταγγέλλοντα.

«Πριν πάω στην ανακρίτρια, μου ήρθε ένα χαρτί στο σπίτι για να πάω για κατάθεση. Δεν θυμάμαι αν πριν ή μετά μου είχε στείλει η κυρία Κουρτέση, η τότε δικηγόρος του καταγγέλλοντος, ένα μήνυμα στο Facebook», είπε.

Όπως εξήγησε, το μήνυμα ανέφερε ότι το όνομά του είχε συμπεριληφθεί σε κατάθεση και ακολούθησε συνάντηση με τη δικηγόρο. Πρόσθεσε ότι δεν είχε μιλήσει με τον καταγγέλλοντα ώστε να γνωρίζει κάτι για τις μηνύσεις.

Ο δικηγόρος Γεωργόπουλος υποστήριξε ότι το όνομα του μάρτυρα δεν εμφανιζόταν στις έντεκα ένορκες καταθέσεις των τριών καταγγελλόντων που περιλαμβάνονταν στο ανακριτικό υλικό. Ανέφερε επίσης ότι στις 17 Ιουνίου 2021, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε ολοκληρωθεί η ανακριτική διαδικασία, η κυρία Κουρτέση υπέβαλε αίτημα για την εξέτασή του. Παράλληλα, επισήμανε ότι σε κατάθεση ο μάρτυρας αναφερόταν ως «φίλος μου».

«Δεν ήμασταν κολλητοί»

Απαντώντας σε ερωτήσεις για τη σχέση του με τον καταγγέλλοντα, ο μάρτυρας είπε: «Δεν τον είχα δει ποτέ μεθυσμένο ή χτυπημένο. Μου είχε μιλήσει για κάποια προβλήματα, δεν μου είχε ζητήσει ποτέ, όμως, κάποια βοήθεια, ούτε είχα πάει σπίτι του».

Ο δικηγόρος έθεσε το ερώτημα γιατί ο καταγγέλλων δεν είχε ζητήσει βοήθεια από τον ίδιο, αλλά πήγε να μείνει με κάποιον που είχε γνωρίσει σε μια πλατεία.

«Δεν ήμασταν κολλητοί», απάντησε ο μάρτυρας.

Όπως εξήγησε, όταν έμαθε ότι ο καταγγέλλων έμενε στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη, δεν ζήτησε περισσότερες διευκρινίσεις, καθώς εκείνος του είχε πει ότι χρειαζόταν έναν χώρο για να διαβάσει.

«Δεν είχα το μυαλό να σκεφτώ να τον ρωτήσω γιατί, όντας 18 χρονών, μένει με έναν 50χρονο», ανέφερε. Πρόσθεσε ότι ο καταγγέλλων τού είχε μιλήσει για κάποια προβλήματα της μητέρας του, την οποία, ωστόσο, ο ίδιος δεν είχε συναντήσει.

Οι διαφορετικές αναφορές στις καταθέσεις

Για τις κοινές εξόδους τους, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι τα καταστήματα ήταν επιλογές του Δημήτρη Λιγνάδη.

«Δεν μου φάνηκε περίεργο αυτό, γιατί σε γκέι μπαρ πάω και τώρα με την αρραβωνιαστικιά μου. Αυτό που δεν ήταν φυσιολογικό ήταν αυτό που γινόταν στο σπίτι του», υποστήριξε.

Ερωτηθείς γιατί συνέχιζε να επισκέπτεται το σπίτι, παρότι όσα περιέγραφε του ήταν ξένα και δεν του άρεσαν, απάντησε ότι πήγαινε όταν του το πρότεινε ο καταγγέλλων. Για την επίσκεψη που έκανε μόνος του, είπε ότι μέχρι τότε δεν είχε συμβεί κάτι που να τον είχε κάνει να φοβηθεί.

Ο μάρτυρας αναγνώρισε επίσης ότι δεν είχε αναφέρει στην ανακρίτρια το 2021 την παρουσία δύο προσώπων που, κατά την περιγραφή του, αυνανίζονταν στο σπίτι του κατηγορουμένου, αλλά το κατέθεσε το 2023.

«Είναι φυσιολογικό κάποια πράγματα να τα θυμάσαι στην πορεία», απάντησε, διευκρινίζοντας ότι είχε επισκεφθεί συνολικά πέντε φορές το σπίτι.

Η στάση του Δημήτρη Λιγνάδη και η επόμενη συνεδρίαση

Μετά από σχετική ερώτηση της προέδρου, ο Δημήτρης Λιγνάδης δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να υποβάλει κάποια ερώτηση στον μάρτυρα.

Το δικαστήριο διέκοψε για την 1η Οκτωβρίου, οπότε η διαδικασία θα συνεχιστεί με τον σχολιασμό της κατάθεσης του μάρτυρα και την εξέταση των επόμενων μαρτύρων.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης του Δημήτρη Λιγνάδη ζήτησαν να εξεταστούν στη συνέχεια τα δύο άλλα πρόσωπα που, σύμφωνα με την κατάθεση, βρίσκονταν στο σπίτι το βράδυ του καταγγελλόμενου περιστατικού.

 

5594920215447268 image

 

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ