Σε περίοπττη θέση στον διεθνή χάρτη της υγείας έχει τοποθετηθεί η Κύπρος, μετά την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας, αφού σε σύγκριση με άλλα συστήματα υγείας, όπως αυτό της Ελβετίας και της Ελλάδας, η ικανοποίηση των πολιτών από τις διαθέσιμες υπηρεσίες βρίσκεται σε αρκετά υψηλό επίπεδο.
Αυτό διαπιστώθηκε μέσα από την έρευνα της εταιρείας ερευνών και δημοσκοπήσεων IMR, η οποία διενεργήθηκε το διάστημα 8 με 14 Σεπτεμβρίου 2026, σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.000 ατόμων σε παγκύπρια κλίμακα, με αφορμή το 9ο Healthcare Conference της IMH, που διεξήχθη την Πέμπτη, με κύριο θέμα «Το μέλλον του Τομέα της Υγείας στην Κύπρο» και παρουσιάστηκε από την Χριστίνα Κοκκάλου, Ιδρύτρια και Διευθύνουσα Σύμβουλος της IMR/University of Nicosia™.
Σημειώνεται ότι η έρευνα συνδέει για πρώτη φορά την εγχώρια εμπειρία των δικαιούχων του συστήματος με τους δείκτες του OECD PaRIS (Patient-Reported Indicator Surveys), ένα σημαντικό διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα που αποτυπώνει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας μέσα από τα αποτελέσματα και τις εμπειρίες που αναφέρουν οι ίδιοι οι ασθενείς, με τη συμμετοχή 19 χωρών και περισσότερων από 107.000 ασθενών.
Με βάση τα στοιχεία της έρευνας, για πρώτη φορά, η εμπειρία των δικαιούχων δεν αξιολογείται μόνο σε σχέση με το παρελθόν της Κύπρου, αλλά και σε σχέση με ευρωπαϊκά συστήματα υγείας.
Οι πέντε δείκτες που τοποθετούν τη χώρα στον διεθνή χάρτη είναι η διαθεσιμότητα των υπηρεσιών υγείας, η ποιότητα φροντίδας μέσα από την αξιολόγησή της από τον προσωπικό γιατρό, η ανθρωποκεντρική φροντίδα και ο σεβασμός στις προσωπικές ανάγκες και προτιμήσεις των δικαιούχων, ο καλός συντονισμός της φροντίδας μέσω συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των παρόχων και η εμπιστοσύνη.
Με βάση τον δείκτη αξιολόγησης 1, η ικανοποίηση των πολιτών για τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών υγείας στην Κύπρο φτάνει το 75%, την ώρα που στην Ελβετία το ποσοστό αυτό φτάνει το 89%, στον μέσο όρο του OECD στο 64% και στην Ελλάδα στο 48%.
Τα αποτελέσματα αυτά καταδεικνύουν την υψηλή ικανοποίηση από τη διαθεσιμότητα και δείχνουν ότι το σύστημα έχει καταφέρει να διευρύνει ουσιαστικά τις δυνατότητες φροντίδας για τον πολίτη.
Υψηλή καταγράφεται και η ικανοποίηση από την ιατρική φροντίδα που λαμβάνουν οι δικαιούχοι του συστήματος από τον προσωπικό τους γιατρό τον τελευταίο ένα χρόνο, αφού το ποσοστό ανέρχεται στο εντυπωσιακό 88%, ενώ στην Ελλάδα φτάνει το 74%, στον μέσο όρο του OECD στο 87% και στην Ελβετία στο 97%.
Το γεγονός ότι η ικανοποίηση των πολιτών εντοπίζεται στην υψηλή αξιολόγηση του προσωπικού τους γιατρού δείχνει, με βάση την έρευνα, ότι το ΓεΣΥ αποδίδει καλύτερα εκεί που η φροντίδα αποκτά και προσωπική σχέση, στην οποία μπορεί να στηριχθεί μια πιο ολοκληρωμένη εμπειρία για τον ασθενή.
Στο ίδιο υψηλό επίπεδο φαίνεται πως βρίσκεται και η ικανοποίηση των πολιτών από την αντιμετώπιση των επαγγελματιών υγείας ως ανθρώπων, μέσω των προσωπικών τους αναγκών και προτιμήσεων και όχι απλά ως ένα ιατρικό περιστατικό, αφού το ποσοστό φτάνει και πάλι το 88%, πιο πάνω από τον μέσο όρο του OECD και την Ελλάδα.
Όπως συμπεραίνεται από την έρευνα, η ανθρωποκεντρική φροντίδα αποτελεί ήδη ένα από τα πιο δυνατά σημεία του ΓεΣΥ, αφού η εμπειρία ενισχύεται όταν ο ασθενής αισθάνεται ότι τον ακούν και ότι η φροντίδα προσαρμόζεται στις ανάγκες του.
Ένα ακόμη σημαντικό σημείο της έρευνας είναι το πόσο ικανοποιημένοι είναι οι δικαιούχοι από τον συντονισμό μεταξύ των επαγγελματιών και υπηρεσιών εντός του ΓεΣΥ, αφού διαφαίνεται πως οι πολίτες βιώνουν σε μεγάλο βαθμό μία ενιαία διαδρομή και όχι αποσυνδεδεμένες επαφές με το σύστημα.
Συγκεκριμένα, ερωτηθέντες για το επίπεδο ικανοποίησης σε σχέση με τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στους παρόχους, έκριναν με ποσοστό 68% καλό τον συντονισμό φροντίδας, υψηλότερο από τον μέσο όρο του OECD, ο οποίος βρίσκεται στο 59%, και της Ελλάδας, που ανέρχεται στο 47%.
Από τις σημαντικότερες παραμέτρους της έρευνας είναι η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι δικαιούχοι στο Σύστημα, αφού καταδεικνύεται πως από μόνο μία επαφή με το ίδιο το ΓεΣΥ δεν μπορεί να διαμορφωθεί, αλλά ο ίδιος ο πολίτης χρειάζεται να έχει μία συνολική εμπειρία.
Το υψηλό ποσοστό δείχνει ότι το ΓεΣΥ έχει δημιουργήσει ένα σταθερό αίσθημα ασφάλειας, πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η περαιτέρω εξέλιξή του.
Συγκεκριμένα, το ποσοστό εμπιστοσύνης των Κύπριων πολιτών στο σύστημα φτάνει το 66%, και πάλι υψηλότερο από τον μέσο όρο του OECD, που ανέρχεται στο 62%, και της Ελλάδας, που ανέρχεται στο 36%.
Ισχυρό το κοινωνικό αποτύπωμα του ΓεΣΥ
Αρκετά ισχυρό, παρά την πτώση που καταγράφεται τα τελευταία δύο χρόνια, παραμένει το κοινωνικό αποτύπωμα που αφήνει το ΓεΣΥ, αφού οκτώ στους δέκα πολίτες, με ποσοστό 80%, εξακολουθούν να αναγνωρίζουν τη θετική επίδραση του ΓεΣΥ στη ζωή τους.
Η έρευνα διευκρινίζει την πτωτική πορεία, αφού το 2025 το ποσοστό βρισκόταν στο 88% και το 2024 στο 93%, δείχνοντας ότι η επίδραση του ΓεΣΥ στην καθημερινότητα γίνεται λιγότερο αισθητή με την πάροδο του χρόνου.
Με μείωση, αλλά σε υψηλά επίπεδα παραμένει και η άποψη των πολιτών ότι το ΓεΣΥ έχει βελτιώσει τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας που προσφέρει, αφού το ποσοστό βρίσκεται στο 72% για φέτος, μειωμένο κατά 14% σε σχέση με το 2025 και 20% σε σχέση με το 2024.
Η θετική αποτίμηση, όπως εκτιμάται, παραμένει ισχυρή αλλά χάνει σταδιακά έδαφος και έτσι η ποιότητα χρειάζεται πλέον να αποδεικνύεται σταθερά σε κάθε επαφή με το σύστημα.











