Δεκαεννέα χρόνια μετά το ιστορικό ρεκόρ του 2007, η κυπριακή κτηματαγορά βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα ενδιαφέρον ορόσημο. Οι πωλήσεις ακινήτων κινούνται σε επίπεδα που επιτρέπουν πλέον να θέσουμε σοβαρά το ερώτημα: μπορεί το 2026 να γίνει η νέα χρονιά-ρεκόρ;
Το 2007 κατατέθηκαν στα Επαρχιακά Κτηματολογικά Γραφεία 21.245 πωλητήρια έγγραφα, αριθμός που παραμένει μέχρι σήμερα το ιστορικό υψηλό.
Στο πρώτο οκτάμηνο εκείνης της χρονιάς είχαν κατατεθεί 13.884 πωλητήρια. Στο αντίστοιχο διάστημα του 2026 έχουν ήδη κατατεθεί 13.288, έναντι 11.689 το 2025, παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 14%.
Η διαφορά μεταξύ 2007 και 2026 είναι επομένως μόλις 596 πωλητήρια ή 4,3%. Με απλά λόγια, η σημερινή αγορά κινείται πλέον πολύ κοντά στην ταχύτητα της χρονιάς που κατέγραψε το μεγαλύτερο αριθμό πωλήσεων στην ιστορία της κυπριακής κτηματαγοράς.
Μπορεί να καταρριφθεί το ρεκόρ;
Για να ξεπεράσουμε τις 21.245 πωλήσεις του 2007 χρειάζονται ακόμη 7.958 πωλητήρια στους τελευταίους τέσσερις μήνες του έτους, δηλαδή σχεδόν 2.000 τον μήνα.
Πρόκειται για απαιτητικό στόχο. Εάν το 2026 διατηρήσει απλώς τον μέσο μηνιαίο ρυθμό του πρώτου οκταμήνου, περίπου 1.661 πωλήσεις, η χρονιά οδηγείται κοντά στις 19.900 πωλήσεις.
Άρα, για νέο ιστορικό ρεκόρ απαιτείται επιτάχυνση. Δεν αποτελεί σήμερα το πιθανότερο σενάριο, αλλά με τα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί.
Η νέα γεωγραφία της αγοράς
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή των πωλήσεων ανά επαρχία.
Η Λεμεσός βρίσκεται καθαρά στην πρώτη θέση με 4.354 πωλητήρια, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το ένα τρίτο της συνολικής αγοράς.
Ακολουθεί η Λάρνακα με 2.898 πωλητήρια, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική άνοδο που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια. Η Λευκωσία καταγράφει 2.789 πωλητήρια και παραμένει μια μεγάλη αγορά, η οποία όμως στηρίζεται περισσότερο στην εγχώρια ζήτηση.
Η Πάφος, με 2.654 πωλητήρια, παρουσιάζει ιδιαίτερα έντονη δυναμική και ισχυρή διεθνή ζήτηση, ενώ η ελεύθερη Αμμόχωστος καταγράφει 593 πωλητήρια.
Πίσω λοιπόν από το παγκύπριο αποτέλεσμα υπάρχουν διαφορετικές αγορές: η Λεμεσός διατηρεί τον μεγαλύτερο όγκο συναλλαγών, η Πάφος προσελκύει έντονο διεθνές ενδιαφέρον, η Λάρνακα κερδίζει συνεχώς έδαφος και η Λευκωσία εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στον Κύπριο αγοραστή.
Ο παράγοντας των ξένων
Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ομοιότητες μεταξύ 2007 και 2026.
Το 2007, από τα 21.245 πωλητήρια, τα 11.281 αφορούσαν αλλοδαπούς αγοραστές. Δηλαδή οι ξένοι αντιπροσώπευαν περίπου 53% της αγοράς σε σχεση με 47% στο πρώτο οκτάμηνο του 2026. Σήμερα όμως η εικόνα είναι διαφορετική. Μεγάλο μέρος των αγορών από το εξωτερικό πραγματοποιείται με ίδια κεφάλαια που εισρέουν στην Κύπρο, και όχι μέσω χρηματοδότησης από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Αυτό αποτελεί μία ουσιαστικά θετική διαφοροποίηση σε σχέση με το 2007.
Από τη μία, οι κυπριακές τράπεζες δεν αναλαμβάνουν στον ίδιο βαθμό τον πιστωτικό κίνδυνο που συνδέεται με τη χρηματοδότηση ξένων αγοραστών. Από την άλλη, η εισροή νέων κεφαλαίων από το εξωτερικό ενισχύει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα και δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση χωρίς αντίστοιχη αύξηση του εγχώριου ιδιωτικού δανεισμού.
Παρότι η μεθοδολογία καταγραφής των αλλοδαπών αγοραστών έχει διαφοροποιηθεί και συνεπώς τα δύο ποσοστά δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα, η γενική εικόνα είναι ξεκάθαρη, τόσο τότε όσο και σήμερα, περίπου μία στις δύο πωλήσεις συνδέεται με ξένη ζήτηση.
Ίδιοι αριθμοί, διαφορετική αγορά
Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσουμε ότι επειδή πλησιάζουμε τους αριθμούς του 2007 έχουμε επιστρέψει στην ίδια αγορά.
Η Κύπρος του 2026 είναι διαφορετική. Το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί υπό αυστηρότερο εποπτικό πλαίσιο, η χρηματοδότηση των αναπτύξεων έχει αλλάξει και η προέλευση των ξένων αγοραστών είναι σήμερα πολύ περισσότερο διαφοροποιημένη.
Παράλληλα, οι αξίες των ακινήτων έχουν αυξηθεί σημαντικά. Επομένως, 21.000 πωλήσεις σήμερα δεν έχουν το ίδιο οικονομικό αποτύπωμα με 21.000 πωλήσεις το 2007.
Το πραγματικό στοίχημα
Η ισχυρή δραστηριότητα αποτελεί θετικό μήνυμα για την κυπριακή οικονομία. Δημιουργεί επενδύσεις, θέσεις εργασίας και ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Όταν η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά κατοικιών, οι τιμές και τα ενοίκια πιέζονται προς τα πάνω. Και όταν σημαντικό μέρος της ζήτησης προέρχεται από αγοραστές με μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη, το πρόβλημα της στεγαστικής προσιτότητας γίνεται εντονότερο.
Η απάντηση δεν πρέπει να είναι ο περιορισμός των ξένων επενδύσεων. Πρέπει να είναι η αύξηση και επιτάχυνση της προσφοράς κατοικίας: ταχύτερες αδειοδοτήσεις, αξιοποίηση κρατικής και αδρανούς γης, κίνητρα για προσιτή κατοικία και Build-to-Rent και ουσιαστική αναζωογόνηση των αστικών κέντρων.
Το 2026 βρίσκεται σήμερα μόλις 4,3% πίσω από τον ρυθμό του ιστορικού 2007. Το αν θα καταρριφθεί τελικά το ρεκόρ θα κριθεί στους τελευταίους τέσσερις μήνες.
Όμως η πραγματική επιτυχία της αγοράς δεν πρέπει να μετρηθεί μόνο με τον αριθμό των πωλητηρίων.
Πρέπει να μετρηθεί και από το κατά πόσο αυτή η ανάπτυξη θα μετατραπεί σε βιώσιμες επενδύσεις, ευημερία, περισσότερη προσφορά και, κυρίως, προσιτή κατοικία για τον Κύπριο πολίτη.
Του Πόλυ Κουρουσίδη











