Μόλις 32 από τα 72 νέα λεωφορεία που είχε δεσμευθεί συμβατικά να εντάξει στον στόλο του ο Παραχωρησιούχος των δημόσιων μεταφορών στην Πάφο είχαν τεθεί σε υπηρεσία μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026, δύο και πλέον χρόνια μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, σύμφωνα με νέο Υπόμνημα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη.
Παρά τις οικονομικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν, συνολικού ύψους €2.373.693,60 μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2025, η συμβατική δέσμευση για την ανανέωση του στόλου δεν είχε υλοποιηθεί.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, αδυναμία του κράτους να λάβει έγκαιρα αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα και εγείρει ζητήματα ως προς την ασφάλεια, την ποιότητα των υπηρεσιών, τον ανταγωνισμό και την ίση μεταχείριση των προσφοροδοτών.
Στο Προλογισμό του Υπομνήματος, ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου σημειώνει ότι η αποτελεσματικότητα μιας δημόσιας σύμβασης δεν κρίνεται μόνο από την ορθότητα των όρων της ή από τη νομιμότητα των ενεργειών της Αναθέτουσας Αρχής, αλλά «πρωτίστως, από το κατά πόσο το Κράτος είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι οι ουσιώδεις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ο ανάδοχος πράγματι υλοποιούνται».
Όπως αναφέρει, ο Ανάδοχος είχε δεσμευθεί να εντάξει στον στόλο 72 νέα λεωφορεία μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, δύο περίπου χρόνια αργότερα, είχαν ενταχθεί μόλις 32.
Η Σύμβαση Παραχώρησης μεταξύ του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων και του Παραχωρησιούχου υπογράφηκε στις 30 Νοεμβρίου 2022. Βάσει του Σχεδίου Μετάβασης και Υλοποίησης που είχε υποβληθεί με την προσφορά, ο Παραχωρησιούχος όφειλε εντός 12 μηνών από την υπογραφή να διαθέτει ιδιόκτητο στόλο 80 λεωφορείων, εκ των οποίων τα 72 να είναι νέα.
Η μεταβατική περίοδος, η οποία αρχικά έληγε στις 30 Νοεμβρίου 2023, παρατάθηκε μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου 2024, μετά την υποβολή παραγγελιών για 82 λεωφορεία τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2023. Μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ωστόσο, είχαν ενταχθεί στην υπηρεσία μόλις 20 νέα λεωφορεία.
Μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου, τον Φεβρουάριο του 2026, ο αριθμός είχε αυξηθεί στα 32, με αποτέλεσμα να παραμένουν εκτός του προβλεπόμενου στόχου 40 νέα λεωφορεία.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία διευκρινίζει ότι ο Παραχωρησιούχος τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της Σύμβασης ως προς την ηλικία και την ιδιοκτησία του στόλου, με εξαίρεση μία μεμονωμένη περίπτωση, καθώς και το όριο για τα ενοικιαζόμενα λεωφορεία, τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 30% του συνολικού στόλου.
Παράλληλα, διαπιστώνει ότι καλύπτεται ο ετήσιος αριθμός χιλιομέτρων που προβλέπει η Σύμβαση, όμως η απουσία των καινούργιων λεωφορείων καλύπτεται με υφιστάμενα, μεγαλύτερης ηλικίας οχήματα και ενοικιαζόμενα λεωφορεία.
Σε ό,τι αφορά τις κυρώσεις, μήνες μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ο συντονιστής της Σύμβασης απέστειλε δύο επιστολές συμμόρφωσης, στις 18 Σεπτεμβρίου και στις 3 Οκτωβρίου 2024, θέτοντας τελική προθεσμία την 25η Οκτωβρίου 2024. Παράλληλα επιβλήθηκαν ποινές ύψους €200 και €500.
Καθώς η μη συμμόρφωση συνεχιζόταν, επιβλήθηκαν και οι κυρώσεις που προβλέπονται από τον όρο 37.6 της Σύμβασης, δηλαδή ποσό ίσο με το διπλάσιο της ανάλογης ημερήσιας τιμής απόσβεσης για κάθε ημέρα καθυστέρησης, με αναδρομική ισχύ από τις 7 Φεβρουαρίου 2024. Μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2025, το ποσό που είχε αποκοπεί από την κρατική αποζημίωση προς τον Παραχωρησιούχο ως χρηματική ποινή, ανερχόταν σε €2.373.693,60.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ακόμη ότι κατά την ημερομηνία του ελέγχου τον Φεβρουάριο του 2026 εκκρεμούσε γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας για ζητήματα που αφορούσαν τη σύμβαση και ειδικότερα τη μη τήρηση της υποχρέωσης για ανανέωση του στόλου.
Σύμφωνα με την απαντητική επιστολή του Υπουργείου, η γνωμάτευση λήφθηκε στις 27 Ιουλίου 2026, χωρίς να δημοσιοποιείται λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της.
Στα συμπεράσματά της, η Ελεγκτική Υπηρεσία κάνει λόγο για «αδυναμία του Κράτους άμεσα να λάβει διορθωτικά μέτρα», σημειώνοντας ότι η μεταβατική περίοδος είχε λήξει δυόμισι χρόνια νωρίτερα.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων «ενδεχομένως να δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και να αντίκειται στις αρχές της ίσης μεταχείρισης των προσφοροδοτών», ενώ προειδοποιεί για τον κίνδυνο δημιουργίας κακού προηγουμένου και αντίστοιχων φαινομένων σε άλλες δημόσιες συμβάσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην καθυστέρηση αντικατάστασης παλαιότερου τύπου λεωφορείων με νεότερα, καθώς, σύμφωνα με την Υπηρεσία, επηρεάζονται «θέματα ασφάλειας και ποιότητας».
Η Ελεγκτική Υπηρεσία εκφράζει επίσης τον προβληματισμό ότι οι οικονομικές κυρώσεις ενδεχομένως να μην έχουν αρκετά ισχυρό οικονομικό αντίκτυπο ώστε να οδηγούν τον Παραχωρησιούχο σε συμμόρφωση.
Όπως αναφέρει, «οι οικονομικές επιπτώσεις από μη συμμόρφωση θα έπρεπε να ήταν τέτοιες που να προκαλούσαν σοβαρό αντίκτυπο στον Παραχωρησιούχο ώστε να τον “ανάγκαζαν” να συμμορφωθεί».
Καταλήγοντας, η Υπηρεσία αναφέρει ότι η παρατεταμένη μη συμμόρφωση «δημιουργεί την εντύπωση ότι το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει την εφαρμογή των όσων προβλέπονται στη Σύμβαση και αναντίλεκτα στέλνει λανθασμένα μηνύματα στους Παραχωρησιούχους, υφιστάμενους και μελλοντικούς».
Σημειώνεται ότι ο έλεγχος διενεργήθηκε κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στην Ελεγκτική Υπηρεσία και κάλυψε την περίοδο από την υπογραφή της Σύμβασης, τον Νοέμβριο του 2022, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026.
Πηγή: ΚΥΠΕ











