Επί διακυβέρνησης Χριστοδουλίδη, σύμφωνα με τις επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις, εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά γραπτές εξετάσεις για την πλήρωση υψηλόβαθμων θέσεων στη Δημόσια Υπηρεσία, όπως αυτές των Διευθυντών και Γενικών Διευθυντών, ενώ συστάθηκε και το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο.
Ο στόχος, σύμφωνα πάντοτε με όσα διακηρύχθηκαν, ήταν ξεκάθαρος. Αμερόληπτες, αδιάβλητες και διαφανείς διαδικασίες, με αξιοκρατία και περιορισμό του... ρουσφετιού, εκείνου του διαχρονικού κυπριακού «θεσμού» που συνεπάγεται με ένα είδους διαφθορά.
Τους τελευταίους μήνες, έχουν διαρρεύσει ονόματα υποψηφίων για τη θέση του Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών. Αυτό, βέβαια, δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει αλλού.
Σύμφωνα με όσα διακινούνται, έχει ήδη διαρρεύσει ακόμη και το όνομα του προσώπου που φέρεται ως το πιθανότερο για τη θέση του νέου Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών. Πρόκειται, σύμφωνα με τις διαρροές τους τελευταίους μήνες, για πρόσωπο που αφυπηρέτησε από την Εθνική Φρουρά και το οποίο παρουσιάζεται ως το απόλυτο φαβορί και ως ο εκλεκτός του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε βαθμό που δημιουργείται η εντύπωση ότι η επιλογή έχει, λίγο-πολύ, «κλειδώσει».
Και εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Όλα αυτά συμβαίνουν, πριν ακόμη -σύμφωνα αρμόδιες πηγές- αρχίσει η αξιολόγηση των υποψηφίων από το ανεξάρτητο κέντρο που ανέλαβε τη σχετική διαδικασία. Δηλαδή, πριν καν εφαρμοστεί στην πράξη η διαδικασία που θεσμοθετήθηκε ακριβώς για να διασφαλίζει ότι οι επιλογές δεν γίνονται με προειλημμένες αποφάσεις, πολιτικές προτιμήσεις ή παρασκηνιακές υποδείξεις.
Αν λοιπόν πράγματι υπάρχει ήδη «κλειδωμένο» φαβορί πριν από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, τότε εύλογα γεννάται ένα απλό ερώτημα ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός της διαδικασίας; Για να αξιολογηθούν οι υποψήφιοι ή για να επικυρωθεί εκ των υστέρων μια επιλογή που έχει ήδη γίνει και η διαδικασία απλά έγινε για τα μάτια του κόσμου και λόγω των... διακηρύξεων;
Η μη διάψευση των όσων βλέπουν το φως της δημοσιότητας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και κυρίως από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας δεν βοηθά την κατάσταση. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει τις «κακές γλώσσες» και ενισχύει την εντύπωση ότι η αξιοκρατική διαδικασία μετατρέπεται σε... θεσμική παράσταση με προαποφασισμένο φινάλε.
Γιατί, αν ένας υποψήφιος θεωρείται ήδη «ο εκλεκτός» πριν καν αξιολογηθεί, όπως αξιολογήθηκαν άλλοι που εν τέλει -αν και βαρυσήμαντα ονόματα δεν πέρασαν τις εξετάσεις και κόπηκαν από υψηλόβαθμες θέσεις, εκτός και αν αυτό ήταν το πρόβλημα- τότε τα αποτελέσματα, οι ικανότητες, η εμπειρία και τα κριτήρια που ορίζουν οι διαδικασίες που θεσμοθετήθηκαν, μοιάζουν περισσότερο με σκηνικά θεάτρου. Και τότε η περίφημη αξιοκρατία αποδεικνύεται απλώς ένα ωραίο σύνθημα.
Αυτό από μόνο του, εκθέτει την ίδια την Κυβέρνηση, η οποία παρουσίασε τις νέες διαδικασίες ως τομή για τη Δημόσια Υπηρεσία και ως εγγύηση ότι οι επιλογές θα γίνονται με βάση τις ικανότητες και όχι τις γνωριμίες ή τις προτιμήσεις.
Εκθέτει επίσης και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το πρόσωπο που φέρεται να προηγείται πριν καν ολοκληρωθεί η διαδικασία προέρχεται από την Εθνική Φρουρά, όπως και ο υπουργός Κώστας Φυτιρής. Ασφαλώς, αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει τίποτα, ωστόσο δημιουργεί μια εικόνα που, σε μια διαδικασία η οποία υποτίθεται ότι στηρίζεται στην απόλυτη διαφάνεια, θα έπρεπε να αποφεύγεται με κάθε τρόπο.
Εκτεθειμένη επίσης παραμένει και η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, η οποία σε άλλες περιπτώσεις έχει απορρίψει κατηγορηματικά ισχυρισμούς περί παρεμβάσεων και προειλημμένων διορισμών.
Όπως πολλές φορές λέχθηκε, η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια. Και στην προκειμένη περίπτωση, όταν ένα όνομα φέρεται να «κλειδώνει» πριν καν αξιολογηθούν οι υποψήφιοι, χωρίς σχετικές διαψεύσεις -έστω για τους τύπους- η εικόνα που δημιουργείται κάθε άλλο παρά τίμια μοιάζει. Εξάλλου, ακόμη και το εν λόγω πρόσωπο να εξασφαλίσει τη θέση με βάση τις ικανότητες του, ήδη κάποιοι φρόντισαν να δημιουργήσουν σκιές ακριβώς για το αντίθετο.
Αν τελικά όλα είναι απλώς φήμες, τότε οι αρμόδιοι έχουν κάθε λόγο -και υποχρέωση- να το ξεκαθαρίσουν. Αν όμως δεν πρόκειται για φήμες, τότε ίσως θα πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για «νέες αξιοκρατικές διαδικασίες» και να παραδεχθούμε ότι, απλώς, βρήκαμε έναν πιο σύγχρονο τρόπο να συνεχίζουμε τα παλιά.
Μ.Κ











