Εντείνονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές και ειδικότερα οι ηλικιωμένοι, εξαιτίας της μετάβασης της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης στη νέα τεχνολογία DVB-T2 από το δίκτυο της Hellas Sat, αφού φαίνεται πως αρκετοί αναγκάζονται να αλλάξουν ακόμη και την τηλεόρασή τους, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις πολιτών που, λόγω του αυξημένου κόστους, αδυνατούν να προχωρήσουν στην αγορά αποκωδικοποιητών ή να καλύψουν τα έξοδα εγκατάστασής τους.
Την ώρα που το Υφυπουργείο Καινοτομίας υποστηρίζει πως η μετάβαση στο νέο δίκτυο συνιστά μια σημαντική τεχνολογική αναβάθμιση για την Κύπρο, οι χαμηλοσυνταξιούχοι φαίνεται να είναι εκείνοι που δέχθηκαν το μεγαλύτερο πλήγμα, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις πολιτών που, λόγω της μεγάλης αύξησης στις τιμές των αποκωδικοποιητών και του συνολικού κόστους εγκατάστασης, αδυνατούν να προχωρήσουν στην αγορά τους, με αποτέλεσμα να παραμένουν με πρόσβαση μόνο στα δύο κρατικά κανάλια.
Μιλώντας στον REPORTER, ο εκτελεστικός πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Τρίτης Ηλικίας, Δήμος Αντωνίου, ανέφερε πως «υπήρξαν αρκετά παράπονα από ηλικιωμένους ότι αναγκάζονται να αγοράσουν αποκωδικοποιητές, ότι καλούν στο σπίτι τους τεχνικούς και πρέπει να τους πληρώσουν τριάντα με σαράντα ευρώ, συν το κόστος του αποκωδικοποιητή, κάτι που σημαίνει επιπλέον 60 ευρώ πάνω στη σύνταξή τους».
Επιπρόσθετα, σημείωσε πως «άτομα πέραν των 75 ετών, τα οποία δεν είναι εξοικειωμένα με τη νέα τεχνολογία, ουσιαστικά υποχρεώνονται να καλέσουν τεχνικούς και να αγοράσουν αποκωδικοποιητή. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα από το μπάχαλο που έχει δημιουργηθεί».
Σε ό,τι αφορά την ενημέρωση που έτυχαν σχετικά με την αλλαγή αυτή, ο κ. Αντωνίου επισήμανε πως «δυστυχώς, οι μόνες ανακοινώσεις που έγιναν ήταν μέσω του Τύπου από την εταιρεία ή από το Υφυπουργείο Καινοτομίας, κάτι που θεωρώ ότι ήταν λανθασμένη τακτική. Μπορούσαν να ενημερώσουν τον κόσμο πολύ νωρίτερα και να τον προετοιμάσουν κατάλληλα για τη διαδικασία, όχι τώρα που προέκυψε το πρόβλημα να τρέχουμε να βρούμε τη λύση».
Τόνισε πως υπήρξαν περιπτώσεις ηλικιωμένων που αδυνατούν να καλέσουν τεχνικό για να μπορέσουν να προχωρήσουν στις απαραίτητες αλλαγές στην τηλεόρασή τους, λόγω του υψηλού κόστους που μπορεί να φτάσει τα 60 με 70 ευρώ, σημειώνοντας πως «αναγκάζονται δυστυχώς να μείνουν χωρίς τηλεόραση μέχρι να βρουν τα χρήματα για να καλέσουν τον τεχνικό και τελικά έμειναν να βλέπουν μόνο ένα ή δύο κανάλια. Από την άλλη, πρόσωπα από το οικογενειακό τους περιβάλλον τρέχουν να τους εξυπηρετήσουν, ενώ όσοι δεν έχουν οικογένεια δίπλα τους, δεν μπορούν να κάνουν κάποια πράγματα».
Παράλληλα, ο κ. Αντωνίου, επισημαίνοντας ότι τέτοιες περιπτώσεις ηλικιωμένων δεν εντοπίζονται μόνο σε απομακρυσμένες περιοχές αλλά και εντός των πόλεων, ανέφερε πως «όταν ένας χαμηλοσυνταξιούχος λαμβάνει 400 με 500 ευρώ σύνταξη, το να δώσει το 10% της σύνταξής του μέσα σε έναν μήνα μόνο και μόνο για να αγοράσει αποκωδικοποιητή ώστε να βλέπει τηλεόραση, είναι υπερβολικό. Υπάρχει και εκμετάλλευση από ορισμένους τεχνικούς και θα πρέπει να παρέμβει το κράτος. Δεν γίνεται να αφήνουμε ορισμένους επιτήδειους να εκμεταλλεύονται αυτούς τους ανθρώπους επειδή βρήκαν την ευκαιρία».
Από πλευράς της, η νομική σύμβουλος του Παγκύπριου Συνδέσμου Καταναλωτών, Βιργινία Χρίστου, σε δηλώσεις της στον REPORTER ανέφερε πως «καθημερινά δεχόμαστε παράπονα από τους καταναλωτές. Οι καταγγελίες αφορούν αρκετά ζητήματα, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι αγοράζουν αποκωδικοποιητές και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτοί έβγαζαν σπινθήρες, κάτι ιδιαίτερα επικίνδυνο για την ασφάλεια των πολιτών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπερθερμαίνονταν. Έχουμε μιλήσει με τις Ηλεκτρομηχανολογικές Υπηρεσίες και καλέσαμε τον κόσμο να αποταθεί κοντά τους, ώστε να γίνει ο απαραίτητος τεχνικός έλεγχος και να καταγραφεί η καταλληλότητα των συγκεκριμένων αποκωδικοποιητών».
Παράλληλα, σημείωσε πως προκύπτει σοβαρό ζήτημα και με το κόστος τους, τονίζοντας πως «ξεκίνησαν από 18 ευρώ και σήμερα έφτασαν να κοστίζουν 35 ευρώ. Το αρμόδιο υφυπουργείο παρέλειψε να ενημερώσει τους καταναλωτές ότι ενδεχομένως να προκύψουν επιπρόσθετα κόστη, όπως για παράδειγμα το ενδεχόμενο κάποιοι να χρειαστούν νέα κεραία, σε άλλους να μη λειτουργούν οι αποκωδικοποιητές τους ή να απαιτηθεί αλλαγή των καλωδίων, κάτι που συνεπάγεται πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση».
Αναφερόμενη στους τεχνικούς, σημείωσε πως «για να μεταβεί κάποιος στο σπίτι του καταναλωτή, να του εγκαταστήσει αποκωδικοποιητή και να του παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες, μπορεί να χρεώσει από 100 μέχρι 120 ευρώ, σύμφωνα με όσα μας καταγγέλλουν οι ίδιοι οι καταναλωτές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δεν εκδίδεται ούτε απόδειξη. Άρα όλα αυτά συνιστούν σοβαρά προβλήματα. Υπήρξε μάλιστα περίπτωση κατά την οποία καταναλωτής έλαβε υπηρεσίες από τεχνικό και, παρά την παρέμβαση, τόσο η τηλεόραση όσο και ο αποκωδικοποιητής συνέχισαν να μη λειτουργούν».
Τόνισε πως «τις πλείστες φορές μιλάμε για άτομα μεγάλης ηλικίας, τα οποία είναι χαμηλοσυνταξιούχοι. Οποιοδήποτε ποσό επιβαρύνει τους ίδιους και προκύπτει ξαφνικά, βρίσκεται εκτός του οικονομικού τους προϋπολογισμού, κάτι που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την καθημερινότητά τους και τον τρόπο ζωής τους».
Σε ό,τι αφορά την ανταπόκριση του Υφυπουργείου Καινοτομίας για όλα τα προβλήματα που προέκυψαν, η κ. Χρίστου επισήμανε πως «οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν πως θα πρέπει να περάσουμε αυτή την κατάσταση και ότι όλες οι χώρες θα επηρεαστούν. Ωστόσο, δεν υπήρξε επαρκής ενημέρωση από πλευράς του υφυπουργείου προς τους καταναλωτές για όλες τις επιπρόσθετες χρεώσεις που προέκυψαν, ενώ δεν δόθηκε απάντηση στο κατά πόσο θα μπορούσε να επεκταθεί το χρονικό πλαίσιο μέχρι το τέλος του χρόνου, ώστε να υπάρξει σωστή ενημέρωση και να βοηθηθεί ο κόσμος. Υπάρχει επίσης το παράπονο ότι τόσο το Υφυπουργείο όσο και η εταιρεία δεν απαντούν στα τηλέφωνα, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να αναγκάζονται να προχωρούν ακόμη και σε αλλαγή της τηλεόρασής τους».
Επιπρόσθετα, διευκρίνισε πως «υπάρχουν επιχειρήσεις που λένε στους καταναλωτές να αλλάξουν τηλεόραση, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα ενδέχεται να επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ δεν λάβαμε κάποια επίσημη επιβεβαίωση ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί ξανά μετά από δεκαπέντε χρόνια. Επίσης, ακούμε καταναλωτές να δηλώνουν ότι θα αγοράσουν αποκωδικοποιητές από το Temu και το Shein, κάτι που αποτελεί κακή πρακτική, αφού πρόκειται για προϊόντα τα οποία ενδέχεται να μην πληρούν τους ευρωπαϊκούς κανόνες ασφάλειας».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











