Τον ολοένα και σημαντικότερο ρόλο που διαδραματίζει το ανοικτό λογισμικό (Open Source) στην ενίσχυση της ψηφιακής κυριαρχίας, της κυβερνοασφάλειας, της καινοτομίας και της τεχνολογικής ανθεκτικότητας της Ευρώπης ανέδειξε η εκδήλωση «Capital Series Cyprus – Open Source and the European Union», την οποία συνδιοργάνωσαν, την Τρίτη, το Ινστιτούτο Κύπρου και το OpenForum Europe, στη Λευκωσία.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της σειράς Capital Series του OpenForum Europe, η οποία φιλοξενείται σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο την ενίσχυση του διαλόγου γύρω από τις ευρωπαϊκές ψηφιακές πολιτικές.
Κοινή διαπίστωση των ομιλητών ήταν ότι το ανοικτό λογισμικό δεν αποτελεί πλέον απλώς μια τεχνική επιλογή ανάπτυξης λογισμικού, αλλά εξελίσσεται σε στρατηγικό εργαλείο για την ανταγωνιστικότητα, την τεχνολογική αυτονομία και τη δημοκρατική ανθεκτικότητα της Ευρώπης σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών και τεχνολογικών προκλήσεων.
Ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου Κύπρου, Σταύρος Μαλάς, ανέφερε ότι η συζήτηση για την ψηφιακή ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται άμεσα με τη μακρόχρονη προσπάθεια της Ευρώπης να δημιουργήσει ένα ισχυρό και ενοποιημένο οικοσύστημα έρευνας και καινοτομίας, ικανό να καταστήσει την ήπειρο την πιο ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης παγκοσμίως.
Όπως σημείωσε, οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, η όξυνση του τεχνολογικού ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και η χρήση της τεχνολογίας ως εργαλείου οικονομικής και πολιτικής επιρροής καθιστούν επιτακτική την ανάγκη η Ευρώπη να περιορίσει την εξάρτησή της από εξωτερικούς παρόχους κρίσιμων τεχνολογιών.
Ο κ. Μαλάς υπογράμμισε ότι η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης προϋποθέτει την ικανότητα ανάπτυξης, προμήθειας και λειτουργίας κρίσιμων τεχνολογιών, λογισμικού, δεδομένων, υπολογιστικών υποδομών και συστημάτων κυβερνοασφάλειας. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι το Ινστιτούτο Κύπρου, μέσα από τη δράση του στους τομείς της ψηφιακής μετάβασης, της υπολογιστικής επιστήμης και των προηγμένων υπολογιστικών υποδομών, συμβάλλει ουσιαστικά στη συλλογική αυτή προσπάθεια. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Κύπρος έχει την ευκαιρία να ενισχύσει τον ρόλο της ως αξιόπιστος και επιστημονικά προηγμένος εταίρος στην ευρωπαϊκή προσπάθεια για αυτονομία, ανθεκτικότητα και ανταγωνιστικότητα.
Σε χαιρετισμό του, ο Πρέσβης της Ελβετίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, Christoph Burgener, τόνισε ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή για τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογική εξέλιξη θα διαμορφώσει τις κοινωνίες και τις οικονομίες του μέλλοντος.
Όπως ανέφερε, το ερώτημα δεν είναι πλέον κατά πόσον η τεχνολογία θα μετασχηματίσει τις κοινωνίες, αλλά αν αυτός ο μετασχηματισμός θα βασιστεί σε δημοκρατικές αξίες, στη διαφάνεια, στην προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στη λογοδοσία.
Αναφερόμενος στο σύνθημα της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, «Μια Αυτόνομη Ένωση Ανοικτή στον Κόσμο», σημείωσε ότι η στρατηγική αυτονομία, η ψηφιακή ανθεκτικότητα, η κυβερνοασφάλεια και η καινοτομία δεν αποτελούν απλώς τεχνολογικά ζητήματα, αλλά συνδέονται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια, την ευημερία και τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Ο κ. Burgener στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της επιστημονικής διπλωματίας, υπογραμμίζοντας ότι χώρες όπως η Ελβετία και η Κύπρος μπορούν να ασκήσουν επιρροή πολύ πέραν του μεγέθους τους μέσω της γνώσης, της έρευνας και της καινοτομίας. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, σε έναν κόσμο όπου η ισχύς δεν μετριέται πλέον αποκλειστικά με στρατιωτικούς ή οικονομικούς όρους, η γνώση έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα «νομίσματα» επιρροής.
Παράλληλα, παρουσίασε την ελβετική προσέγγιση στο ανοικτό λογισμικό, σημειώνοντας ότι η σχετική νομοθεσία προβλέπει πως το λογισμικό που αναπτύσσεται για τη δημόσια διοίκηση πρέπει, κατά κανόνα, να δημοσιεύεται ως ανοικτό λογισμικό, στη βάση της αρχής «δημόσιο χρήμα – δημόσιος κώδικας» (public money, public code).
Κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης ήταν ο Thibaut Kleiner, Διευθυντής Future Networks της Γενικής Διεύθυνσης DG CONNECT της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος παρουσίασε τη νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική για το Ανοικτό Λογισμικό, που υιοθετήθηκε πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο κ. Kleiner ανέφερε ότι μέσα σε μόλις έναν χρόνο έχει αλλάξει ριζικά ο τρόπος με τον οποίο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αντιμετωπίζουν το ανοικτό λογισμικό. Όπως εξήγησε, μέχρι πρόσφατα υπήρχε η αντίληψη ότι πρόκειται για δραστηριότητα που βασίζεται κυρίως σε εθελοντές και μικρές κοινότητες προγραμματιστών. Σήμερα όμως έχει καταστεί σαφές ότι η παγκόσμια ψηφιακή οικονομία λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό πάνω σε ανοικτό λογισμικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, περίπου το 80% του λογισμικού που χρησιμοποιείται διεθνώς βασίζεται σε ανοικτό κώδικα, ενώ σχεδόν τρία εκατομμύρια προγραμματιστές στην Ευρωπαϊκή Ένωση συμβάλλουν ενεργά στην ανάπτυξη και συντήρησή του.
Όπως εξήγησε, η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες.
Ο πρώτος αφορά στην αξιοποίηση του ανοικτού λογισμικού ως εργαλείου ενίσχυσης της ευρωπαϊκής τεχνολογικής κυριαρχίας. Στόχος είναι η μείωση των εξαρτήσεων από τρίτες χώρες και η ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών στους τομείς του cloud computing, της τεχνητής νοημοσύνης και των ψηφιακών υποδομών.
Ο δεύτερος πυλώνας επικεντρώνεται στην ενίσχυση των κοινοτήτων ανοικτού λογισμικού και των δομών διακυβέρνησής τους. Ο κ. Kleiner επεσήμανε ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που ανέδειξε η διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι η συντήρηση κρίσιμου λογισμικού βασίζεται συχνά σε εθελοντές, γεγονός που δημιουργεί κινδύνους για τη βιωσιμότητα των έργων. Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ προγραμματίζει ειδικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης για τη συντήρηση, ανάπτυξη και διακυβέρνηση ανοικτού λογισμικού.
Ο τρίτος πυλώνας αφορά στην ενίσχυση της χρήσης ανοικτού λογισμικού από τον δημόσιο τομέα. Όπως ανέφερε, πολλές δημόσιες διοικήσεις στην Ευρώπη αναπτύσσουν παρόμοιες ψηφιακές λύσεις ανεξάρτητα η μία από την άλλη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επικαλύψεις και σπατάλη πόρων. Η νέα στρατηγική προωθεί τη δημιουργία κοινών αποθετηρίων κώδικα, την ανταλλαγή λύσεων και την εφαρμογή της αρχής «δημόσιο χρήμα – δημόσιος κώδικας».
Ο τέταρτος πυλώνας αφορά στη διεθνή συνεργασία και την τυποποίηση. Σύμφωνα με τον κ. Kleiner, το ανοικτό λογισμικό μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής επιρροής διεθνώς, καθώς προσφέρει τη δυνατότητα ανάπτυξης τεχνολογικής αυτονομίας όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε χώρες της γειτονίας της, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής που αναζητούν εναλλακτικά μοντέλα ψηφιακής ανάπτυξης.
Κατά τη διάρκεια της παρέμβασής του, ο κ. Kleiner υπογράμμισε επανειλημμένα ότι το ανοικτό λογισμικό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια εναλλακτική ή δευτερεύουσα επιλογή, αλλά ως βασικό συστατικό της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την τεχνολογική κυριαρχία και την ψηφιακή ανθεκτικότητα.
Στο πλαίσιο της εκδήλωσης πραγματοποιήθηκαν επίσης τέσσερις θεματικές συζητήσεις. Η πρώτη, με τίτλο «Digital Sovereignty and the Role of Open Source in Europe’s Strategic Autonomy», επικεντρώθηκε στον ρόλο του ανοικτού λογισμικού στη μείωση των τεχνολογικών εξαρτήσεων της Ευρώπης και στην ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας. Η δεύτερη συζήτηση, «Cybersecurity, Standards and the Future of Europe’s Digital Resilience», ανέδειξε τη συμβολή του ανοικτού λογισμικού στην κυβερνοασφάλεια, στη διαφάνεια και στην ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών προτύπων.
Η τρίτη συζήτηση, «From Open Knowledge to Public Code: Building Cyprus’ FOSS Capacity for Digital Sovereignty», επικεντρώθηκε στις δυνατότητες ανάπτυξης ενός ισχυρότερου οικοσυστήματος ελεύθερου και ανοικτού λογισμικού στην Κύπρο και στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στη δημόσια διοίκηση, την εκπαίδευση και την καινοτομία. Τέλος, η τέταρτη συζήτηση, «Trust by Design: Open-Source Systems for Secure Digital Infrastructure – The Swiss Approach», παρουσίασε την ελβετική εμπειρία στη χρήση ανοικτών τεχνολογιών για τη δημιουργία ασφαλών, διαφανών και αξιόπιστων ψηφιακών υποδομών.
Πηγή: ΚΥΠΕ











