Η εμφάνιση μεδουσών στις θαλάσσιες περιοχές της Κύπρου φαίνεται πως ξεκινά τα τελευταία χρόνια νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν, γεγονός που παρατηρείται ολοένα και συχνότερα κατά την περίοδο μετάβασης από την άνοιξη προς το καλοκαίρι. Αν και το φαινόμενο δεν προκαλεί μέχρι στιγμής ιδιαίτερη ανησυχία στους αρμόδιους φορείς, οι πρώτες καταγραφές για τη φετινή χρονιά έχουν ήδη γίνει, καθώς μικρός αριθμός μεδουσών φαίνεται να παρασύρθηκε προς τις κυπριακές ακτές από τα θαλάσσια ρεύματα που επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Παρά το γεγονός ότι η παρουσία τους δεν είναι ασυνήθιστη για την εποχή, οι ειδικοί επισημαίνουν πως απαιτείται προσοχή από τους λουόμενους, ιδιαίτερα καθώς οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και ολοένα περισσότεροι πολίτες και επισκέπτες επιλέγουν τις παραλίες για κολύμβηση και αναψυχή. Οι μέχρι στιγμής ενδείξεις δείχνουν ότι πρόκειται για μεμονωμένες εμφανίσεις και όχι για μαζικές συγκεντρώσεις, ωστόσο οι αρμόδιες υπηρεσίες παρακολουθούν στενά την κατάσταση ώστε να μπορούν να παρέμβουν έγκαιρα εάν αυτό κριθεί αναγκαίο.
Μέχρι στιγμής έχει καταγραφεί μόλις ένα περιστατικό τσιμπήματος μέδουσας στη Λάρνακα, το οποίο αφορά ένα αγοράκι που λαμβάνει την απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή. Την ίδια ώρα, το Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών απευθύνει έκκληση προς το κοινό να επιδεικνύει αυξημένη προσοχή όχι μόνο στις μέδουσες αλλά και στις θαλάσσιες ανεμώνες, οι οποίες συχνά περνούν απαρατήρητες, παρότι μπορούν να προκαλέσουν παρόμοιες αντιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό.
Και αυτό διότι και οι δύο αυτοί οργανισμοί μπορούν να προκαλέσουν παρόμοια αντίδραση στον άνθρωπο έπειτα από τσίμπημα, με τη βασική διαφορά ότι οι θαλάσσιες ανεμώνες εντοπίζονται πολύ πιο εύκολα, αφού βρίσκονται προσκολλημένες πάνω σε βράχια και δεν μετακινούνται μέσα στο νερό.
Μιλώντας στον REPORTER, η λειτουργός Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών στο Τμήμα Αλιείας, Γιάννα Σαμουήλ, ανέφερε πως «δεν είχαμε κάποια ενημέρωση ότι υπήρχε οποιαδήποτε καταγραφή ή πρόβλημα με τσούχτρες στην περιοχή, πέραν από ένα περιστατικό που αναφέρθηκε με ένα αγοράκι, που ήταν η πρώτη ένδειξη που είχαμε».
Εξήγησε πως «γενικά οι μέδουσες είναι οργανισμοί οι οποίοι δεν μπορούν να κολυμπήσουν ενεργητικά. Ναι μεν κάνουν συσπάσεις του σώματός τους, όμως δεν κολυμπούν όπως ένα ψάρι, οπότε μεταφέρονται με τα κύματα και τα ρεύματα. Αυτοί οι οργανισμοί υπάρχουν πάντα στην ανοικτή θάλασσα και μεταφέρονται προς τα ρηχά όταν επικρατήσουν οι κατάλληλες συνθήκες. Στην περιοχή μας συνήθως πρόκειται για μεμονωμένα άτομα μεδουσών και όχι για μαζικές συγκεντρώσεις, όπως ενδεχομένως παρατηρούνται σε άλλες περιοχές του πλανήτη».
Παράλληλα επισήμανε πως «τα τελευταία χρόνια, προς το τέλος της άνοιξης και τις αρχές του καλοκαιριού, όταν αλλάζει ο καιρός, ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες και διαφοροποιούνται τα θαλάσσια ρεύματα, παρατηρούνται και καταγράφονται τέτοια περιστατικά. Δεν μπορούμε να το προβλέψουμε ούτε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων σε ποιες περιοχές θα εμφανιστούν, γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή». Σημείωσε ακόμη πως «όσο ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες και περισσότερος κόσμος μπαίνει στη θάλασσα, αυξάνονται και οι καταγραφές περιστατικών τσιμπήματος».
Για το γεγονός ότι τις τελευταίες ημέρες εντοπίστηκε αυξημένος αριθμός μεδουσών στην Ελλάδα, διευκρίνισε πως «οι μέδουσες υπάρχουν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο αλλά και σε όλους τους ωκεανούς. Δεν έχει πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε επιστημονική μελέτη που να καταδεικνύει ότι μπορούν να μεταφερθούν από πολύ μεγάλες αποστάσεις».
Σε ό,τι αφορά τα είδη μεδουσών που εντοπίζονται συνήθως στην Κύπρο, η κ. Σαμουήλ τόνισε πως «υπάρχουν περίπου επτά είδη, εκ των οποίων τα τέσσερα είναι αυτά που ονομάζουμε τσούχτρες και έχουν την ικανότητα να τσιμπήσουν. Το τσίμπημά τους μπορεί να προκαλέσει διάφορες αντιδράσεις στον άνθρωπο, οι οποίες διαφέρουν ανάλογα με το είδος. Τα άλλα τρία είδη επίσης μπορούν να τσιμπήσουν, ωστόσο δεν έχει καταγραφεί κάποιος σημαντικός ερεθισμός ή άλλο πρόβλημα».
Ταυτόχρονα, η κ. Σαμουήλ υπογράμμισε πως «δεν μπορούμε να λάβουμε μέτρα, διότι οι μέδουσες μέσα στη θάλασσα βρίσκονται στο φυσικό τους περιβάλλον και εμείς είμαστε οι επισκέπτες. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε σε περιπτώσεις όπου δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό αλλά υπάρχουν συχνότερες αναφορές και διαπιστώνεται επιτόπου ότι παραμένει ένας πληθυσμός μεδουσών σε συγκεκριμένη περιοχή, είναι να εκδώσουμε προειδοποιητική ενημέρωση προς το κοινό».
Σχετικά με τη θαλάσσια ανεμώνη, εξήγησε πως «είναι ένας διαφορετικός οργανισμός από τη μέδουσα, παρόλο που η αντίδραση που προκαλεί είναι παρόμοια. Οι θαλάσσιες ανεμώνες είναι προσκολλημένες πάνω σε βράχια και παραμένουν σταθερές, θυμίζοντας λουλούδι. Συγγενεύουν με τις μέδουσες και τρέφονται με παρόμοιους οργανισμούς. Τα δεκάδες πλοκάμια που προεξέχουν από το σώμα τους διαθέτουν τα ίδια κύτταρα που συναντώνται και στα πλοκάμια της μέδουσας. Πρόκειται για κύτταρα που φέρουν ένα μικροσκοπικό κεντρί και όταν ένα ξένο σώμα, όπως το χέρι ή το πόδι ενός κολυμβητή, έρθει σε επαφή με το πλοκάμι, ενεργοποιείται η νηματοκύστη και εκτοξεύεται το κεντρί, το οποίο μεταφέρει τοξίνη στον οργανισμό που τσιμπήθηκε. Οι αντιδράσεις που προκαλούνται είναι παρόμοιες».
Σημείωσε πως «σε αυτή την περίπτωση η βασική διαφορά σε σχέση με τη μέδουσα είναι ότι μπορούμε να την εντοπίσουμε εκ των προτέρων, επειδή είναι προσκολλημένη σε σταθερό σημείο. Οι συστάσεις είναι να προσέχουμε πού πατούμε, να χρησιμοποιούμε ειδικά παπούτσια θαλάσσης και να βρισκόμαστε σε διαρκή εγρήγορση για το θαλάσσιο περιβάλλον που μας περιβάλλει». Παράλληλα, ανέφερε πως οι θαλάσσιες ανεμώνες εντοπίζονται σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές της Κύπρου όπου υπάρχουν βραχώδεις σχηματισμοί, ενώ καταγράφονται διάφορα είδη τους ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Χωρίς γαλάζια σημαία οι παραλίες της Λεμεσού-Πήραν έγκριση για την σήμανση 56 σε όλη την Κύπρο











