Σοβαρές ελλείψεις σε ογκολογικά, αντιψυχωσικά και φάρμακα που χορηγούνται σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό φαίνεται να καταγράφονται το τελευταίο χρονικό διάστημα, με τον ΟΑΥ και το Υπουργείο Υγείας να βρίσκονται σε διαδικασία εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες των ασθενών και να αποφευχθούν περαιτέρω προβλήματα στην πρόσβαση σε απαραίτητες θεραπείες. Οι αρμόδιες υπηρεσίες αξιολογούν συνεχώς τα δεδομένα και προχωρούν σε κινήσεις για περιορισμό των επιπτώσεων που προκαλούν οι ελλείψεις στην καθημερινότητα των ασθενών και των επαγγελματιών υγείας.
Οι ελλείψεις που παρατηρούνται φαίνεται να οφείλονται κυρίως στις φαρμακευτικές εταιρείες, οι οποίες παρά τις συστάσεις και τις επανειλημμένες εκκλήσεις που έγιναν από πλευράς ΟΑΥ για έγκαιρη ενημέρωση σχετικά με προβλήματα στην προμήθεια ή την παραγωγή φαρμάκων, εντούτοις σε αρκετές περιπτώσεις δεν ενημέρωσαν εγκαίρως τον Οργανισμό. Ως αποτέλεσμα, ο ΟΑΥ αναμένεται να αποστείλει ξεκάθαρες επιστολές προς τις εταιρείες, μέσω των οποίων θα καθίσταται σαφές ότι εάν συνεχιστεί η μη ενημέρωση είτε για αλλαγές σε πατέντες φαρμάκων είτε για καθυστερήσεις και ελλείψεις σε φαρμακευτικά σκευάσματα, τότε θα προχωρά ακόμη και σε δημοσιοποίηση των ονομάτων των εταιρειών. Στόχος, σύμφωνα με τις πληροφορίες, είναι να γνωρίζουν οι ασθενείς πως η ευθύνη για τις ελλείψεις δεν βαραίνει τον Οργανισμό αλλά τις ίδιες τις φαρμακευτικές εταιρείες.
Μιλώντας στον REPORTER, η ανώτερη λειτουργός του ΟΑΥ, Γνώσια Αχνιώτου, ανέφερε πως «η κάθε έλλειψη αξιολογείται ανάλογα με τη διαθεσιμότητα επιλογών. Κάποια προϊόντα γνωρίζουμε ότι είναι προβληματικά, δηλαδή μπορεί να παρουσιάζεται πανευρωπαϊκά έλλειψη ή να έχει διακοπεί η παραγωγή τους και να αναζητούμε διαθέσιμα αποθέματα».
Εξήγησε πως από τη στιγμή που κατηγοριοποιείται η κάθε έλλειψη που προκύπτει, «γίνεται αξιολόγηση ανάλογα με τη σημαντικότητα της έλλειψης, ενώ υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ιδιαίτερη ανησυχία επειδή υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές. Άρα ναι, υπάρχουν κατά καιρούς ελλείψεις που όταν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, τις διαχειριζόμαστε σε επίπεδο καταλόγου και εξαρτάται από το εάν θα έρθει ή όχι σύντομα το προϊόν, εάν είναι πιο φθηνό και εάν κάποια φαρμακεία διαθέτουν αποθέματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα αφήνουμε περίπου για έναν μήνα και στη συνέχεια τα αφαιρούμε ώστε να μπορέσει να έρθει το επόμενο με μηδενική συνεισφορά».
Όπως επισήμανε η κ. Αχνιώτου, «η διαχείριση μίας έλλειψης φαρμάκου γίνεται μέσα από διάφορους παράγοντες, όπως το κατά πόσο είναι το πιο φθηνό προϊόν, πόσες εναλλακτικές υπάρχουν, εάν μπορούν άλλες φαρμακευτικές εταιρείες να καλύψουν τις ανάγκες, εάν υπάρχουν διαθέσιμα αποθέματα στα φαρμακεία και κατά πόσο αναμένεται σύντομα νέα παραλαβή. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ανησυχούμε ιδιαίτερα και δεν αποτεινόμαστε στο Υπουργείο Υγείας για προμήθεια άλλων φαρμάκων».
Ωστόσο, όπως τόνισε, «υπάρχουν ορισμένα φάρμακα που είναι μοναδικά, είτε πρόκειται για πρωτότυπα είτε για γενόσημα. Υπάρχει ιστορικό συγκεκριμένων προϊόντων για τα οποία γνωρίζουμε ότι υπάρχουν δυσκολίες, όπως για παράδειγμα όταν μία εταιρεία σταματά την παραγωγή λόγω μειωμένου κέρδους ή όταν η παραγωγή γίνεται μόνο από περιορισμένο αριθμό εταιρειών. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου ορισμένες χώρες επιβάλλουν απαγόρευση εξαγωγών για να διασφαλίσουν την κάλυψη των δικών τους αναγκών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν δεν υπάρχει τοπικά εναλλακτική λύση, αποτεινόμαστε στο Υπουργείο Υγείας, το οποίο μέσω των αρμόδιων λειτουργών προσπαθεί να εντοπίσει εναλλακτικές πηγές προμήθειας, όπως φάρμακα με ξενόγλωσση συσκευασία ή αποθέματα από φαρμακοαποθήκες μέσω πρεσβειών, σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει τοπικός αντιπρόσωπος».
Σημείωσε πως με βάση την τελευταία ενημέρωση που υπήρχε, τρία φάρμακα βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε έλλειψη και εξήγησε πως «πρόκειται για το carbimazole, το οποίο χορηγείται σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό. Ωστόσο υπάρχουν άλλες δύο δραστικές ουσίες και θα πρέπει να αλλάξει αγωγή ο ασθενής. Μιλήσαμε με ενδοκρινολόγο, αποστείλαμε ανακοίνωση και δώσαμε σχετικές οδηγίες. Ο λόγος της έλλειψης είναι ότι η εταιρεία δεν μας ενημέρωσε εγκαίρως πως αντιμετώπιζε πρόβλημα στην εξεύρεση δραστικής ουσίας για την παραγωγή του φαρμάκου, κάτι που δυστυχώς συμβαίνει συχνά».
Περαιτέρω, η κ. Αχνιώτου επισήμανε πως «είναι λογικό να υπάρχουν κατά καιρούς ελλείψεις, ωστόσο οι εταιρείες οφείλουν να μας ενημερώνουν εγκαίρως ώστε να μπορούμε να λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα. Όταν δεν υπάρχει έγκαιρη ενημέρωση και μαθαίνουμε από τα φαρμακεία ότι οι φαρμακαποθήκες δεν έχουν διαθέσιμα αποθέματα για να αποστείλουν, τότε δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για ανταπόκριση. Όλα γίνονται την τελευταία στιγμή και φάρμακα όπως το carbimazole είναι εξαιρετικά σημαντικά για τους ασθενείς».
Παράλληλα, σημείωσε πως ελλείψεις παρατηρούνται και στο φάρμακο Seroquel XR, το οποίο «είναι ψυχωσικό φάρμακο για το οποίο ενημερώθηκε ο Οργανισμός, ωστόσο δεν εντοπίστηκε διαθέσιμο απόθεμα και δεν κυκλοφορεί γενόσημο. Δυστυχώς δεν καταφέραμε να εξασφαλίσουμε άλλη ποσότητα, ωστόσο θα γίνουν νέες προσπάθειες μέσω του Υπουργείου Υγείας. Η εταιρεία αναμένεται να αποστείλει νέο απόθεμα στις 10 Ιουνίου».
Το τρίτο φάρμακο που βρίσκεται σε έλλειψη, σύμφωνα με την κ. Αχνιώτου, «είναι το epirubicin, το οποίο αφορά ογκολογικούς ασθενείς. Η εταιρεία που έχει τη σύμβαση δεν έφερε εγκαίρως τις απαιτούμενες ποσότητες και καταφέραμε να εξασφαλίσουμε μικρές ποσότητες από την Ελλάδα. Πρόκειται για παλαιότερο φάρμακο που δεν αποφέρει σημαντικό κέρδος στις εταιρείες, ωστόσο παραμένει απολύτως αναγκαίο για συγκεκριμένες θεραπείες. Αναμένουμε νεότερη ενημέρωση από το Υπουργείο Υγείας».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











