Επίθεση εξαπολύει το Βολτ, στον απόηχο των αποκαλύψεων του REPORTER, ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας, Θεμιστός Αρναούτης, βρίσκεται ανάμεσα στα πρόσωπα που υπήρξε εισήγηση για ποινική δίωξή τους, από τους ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές που εντόπισαν ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα για 15 μέλη της Δύναμης, στην υπόθεση της αυτοχειρίας του 14χρονου Στυλιανού και για τις οποίες ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε να διώξει μόλις ένός μέλους της Δύναμης.
Μετά που ο REPORTER έφερε στο φως το πόρισμνα της Αστυνομίας που κατέγραφε ευθύνες και παραλήψεις, στα πλαίσια της δίκης και της αντεξέτασης του ενός ποινικού ανακριτή, επιβεβαιώθηκε πως ο Θεμιστός Αρναούτης ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που εναντίον τους προέκυψε μαρτυρία, εξού και υπήρξε εισήγηση για ποινική δίωξη του, ωστόσο η ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας αποφάσισε να μην προχωρήσει στην δίωξη του, όσο και άλλων 13.
Σε ανακοίνωσή του, το Βολτ αναφέρει, «την ώρα που η μια δημοσκόπηση μετά την άλλη καταγράφει την πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς και το κράτος δικαίου, οι χειρισμοί των αρχών και της αστυνομίας κάνουν ό,τι μπορούν για να το επιβεβαιώσουν».
Όπως λέει, «η είδηση ότι ανεξαρτητοι ποινικοί ανακριτές εισηγήθηκαν ποινικές διώξεις που αγγίζουν μέχρι και τον νυν αρχηγό της αστυνομίας σχετικά με την υπόθεση του άτυχου Στυλιανού, είναι ένα ακόμα ρήγμα στην ήδη κλονισμένη εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς το κράτος δικαίου. Όταν ο βασικότερος πυλώνας της δημοκρατίας έχει ρήγματα, το όλο οικοδόμημα βρίσκεται σε κίνδυνο».
Επσιημαίνει εξάλλου ότι «από αυτή την υπόθεση προκύπτει ένα σοβαρό πολιτικό ερώτημα: γνώριζε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όταν επέλεγε τον κ. Αρναούτη για Αρχηγό Αστυνομίας, τις ευθύνες που φέρεται να του καταλόγιζε το ανεξάρτητο πόρισμα; Αν γνώριζε, οφείλει να εξηγήσει γιατί προχώρησε στον διορισμό. Αν δεν γνώριζε, οφείλει να εξηγήσει πώς και με ποια κριτήρια έγινε ο διορισμός. Την ίδια ώρα, οι Γενικός και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, για άλλη μια φορά φέρονται να κλείνουν υποθέσεις χωρίς λογοδοσία. Το Βολτ είναι το μόνο κόμμα που έχει ζητήσει επανειλημμένως την παραίτηση τους. Εάν επιθυμούν να υπηρετήσουν το κράτος δικαίου, είναι η μόνη πράξη ευθύνης που μπορούν να ακολουθήσουν».
Όπως υποδεικνύει, «τώρα όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης για τον άδικο χαμό του Στυλιανού, μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα οφείλει να αντιμετωπίζει την ενδοοικογενειακή βία με τη δέουσα σοβαρότητα. Όχι ως μια ιδιωτική υπόθεση πίσω από κλειστές πόρτες».
Όταν το ίδιο το κράτος, συνεχίζει «αποτυγχάνει να προστατεύσει τους πιο ευάλωτους, το πρόβλημα δεν είναι μόνο υπηρεσιακό. Είναι βαθιά θεσμικό. Την ώρα που η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και το κράτος δικαίου βρίσκεται ήδη σε κρίση, τέτοιοι χειρισμοί βαθαίνουν το ρήγμα».
Αναφέρει ακόμα πως «για το Βολτ, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: οι καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «οικογενειακές υποθέσεις» χαμηλής προτεραιότητας. Κάθε αναφορά πρέπει να αξιολογείται άμεσα, σοβαρά και σε βάθος, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται ανήλικοι ή ευάλωτες ομάδες».
Καταληκτικά, υποδεικνύει πως «το Βολτ ζητά πλήρη διαφάνεια, θεσμική λογοδοσία και ουσιαστική αναθεώρηση των διαδικασιών χειρισμού καταγγελιών ενδοοικογενειακής βίας. Η προστασία των θυμάτων πρέπει να είναι υποχρέωση του κράτους, με σαφείς διαδικασίες, έλεγχο και πραγματικές συνέπειες. Ταυτόχρονα η κοινωνία ζητά απαντήσεις τόσο από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όσο και από τη Νομική Υπηρεσία».











