Σοβαρά ερωτήματα που προκύπτουν στην σκιά της απόφασης του Εφετείου να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση του Γιώργου Χριστοδούλου Ζαβράντωνα, έθεσε ο νομικός, Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, ο οποίος σημείωσε πως αυτό που αναμένεται είναι τα επόμενα βήματα της Νομικής Υπηρεσίας, κατά πόσο θα καταθέσει έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο ή όχι.
Μιλώντας στον Alpha, ο νομικός, μεταξύ άλλων, σημείωσε πως «υπάρχουν διάφορα ερωτήματα που προκύπτουν από την απόφαση, ως προς το εξής. Το πρόβλημα που υπήρχε παλιά στο ότι το Κακουργιοδικείο συγκροτείται από τρεις δικαστές. Είναι συχνό το φαινόμενο που μπορούσε να προαχθεί εν τω μέσω της διαδικασίας ένας ανώτερος επαρχιακός δικαστής σε πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ή να άλλαζε η σύνθεση του Δικαστηρίου. Γι’ αυτό έγινε τροποποίηση του Δικαστηρίου, ώστε να προβλέπεται ότι σε περιπτώσεις που υπήρχε παρόμοια αλλαγή, το Κακουργιοδικείο συνεχίζει μέχρι τη λήξη της εκδίκασης της υπόθεσης. Το ζήτημα εδώ προκύπτει από το ποια είναι η δίκη. Η δίκη δεν ταυτίζεται με την ακρόαση, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με το στάδιο που ακούγεται ο πρώτος μάρτυρας. Υπάρχουν δύο αποφάσεις του Ανωτάτου γι’ αυτό».
Στη συνέχεια, ο κ. Αιμιλιανίδης επεσήμανε πως «ομολογώ ότι έχω σοβαρές αμφιβολίες με την απόφαση που διάβασα αν είναι τόσο πειστική. Εγείρονται σοβαρά ερωτήματα, επειδή αν θεωρήσουμε ότι είναι τόσο απόλυτη η Αρχή, τότε γιατί να μην θεωρήσουμε ότι όταν εκδίδεται ένταλμα κράτησης ή όταν εκδίδονται περιοριστικοί όροι, που είναι η αρχή της διαδικασίας, ότι με την αρχική ενδιάμεση απόφαση για κράτηση ή για άλλες παρόμοιες αποφάσεις δεσμεύει τη διαδικασία με τρόπο που να μην μπορεί να γίνει αλλαγή στη σύνθεση;».
Ο κ. Αιμιλιανίδης σημείωσε πως «αν θεωρήσουμε ότι μία υπόθεση που μπορεί να δικαστεί 4-5 χρόνια, το Κακουργιοδικείο μπορεί να μείνει το ίδιο, αυτό προκαλεί πολλά ερωτηματικά. Πέραν αυτού, εγείρεται ένα μεγάλο ερώτημα. Αν το πρόβλημα εδώ είναι ότι λήφθηκε μία αρχική απόφαση, ενδιάμεση, η οποία επηρέασε τη μεταγενέστερη εξέλιξη της υπόθεσης, αυτή τη στιγμή το Εφετείο παραμέρισε την καταδικαστική απόφαση. Δεν παραμέρισε και δεν ήταν επίδικη η ενδιάμεση απόφαση, η οποία ούτε αμφισβητήθηκε καθ’ όλη τη διαδικασία. Τώρα το Εφετείο διέταξε επανεξέταση από νέα σύνθεση. Αν το πρόβλημά μας ήταν ότι παραβιάστηκε η αρχή του φυσικού δικαστή, επειδή ακούστηκε η ενδιάμεση απόφαση από διαφορετική σύνθεση, πώς τότε δεν παραβιάζεται η αρχή του φυσικού δικαστή, από τη στιγμή που η ενδιάμεση απόφαση παραμένει η ίδια και θα γίνει η νέα δίκη από μία πλήρως διαφορετική σύνθεση του Δικαστηρίου;».
Στην τοποθέτησή του, ο νομικός υπέδειξε πως «η ενδιάμεση απόφαση εκδόθηκε σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, είχε να κάνει με το στάδιο που ήρθε ο κ. Ζαβράντωνας που δεν μπορείς να το πάρεις πίσω. Η αρχή του φυσικού δικαστή και γενικά ο παραμερισμός δικών, για τέτοια αιτιολογία, συχνά τίθεντο σε δικαστήρια που έχουν ενόρκους. Είναι λογικό ότι δεν μπορεί να αλλάζει ο φυσικός δικαστής και ιδιαίτερα να μην αλλάζει με τρόπο που μπορεί να είναι παράνομος, εννοώ να προσπαθήσεις να αλλάξεις το ποιος δικαστής θα σε δικάσει, για να έχεις διαφορετικό αποτέλεσμα. Το να διευρύνουμε τόσο πολύ, πλέον θέτει εν αμφιβόλω πάρα πολλές ποινικές διαδικασίες και ίσως το ζήτημα να πρέπει να το δει και η νομοθετική εξουσία».
Στη συνέχεια, ανέφερε πως «το τελευταίο ερώτημα είναι κατά πόσο η Νομική Υπηρεσία θα επιδιώξει να πάρει το θέμα στο Ανώτατο Δικαστήριο ως το τριτοβάθμιο ή θα αποδεχθεί την απόφαση με δεδομένο ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου όπως είναι γραμμένη, προκύπτει ότι ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε η Νομική Υπηρεσία ή ο εκπρόσωπός της τα διάφορα θέματα που τέθηκαν στο Εφετείο».











