powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η διαμόρφωση στρατηγικής για τους νέους στο επίκεντρο του Συμβουλίου των υπουργών Παιδείας-Εξήρε τη σημασία διαλόγου η Μιχαηλίδου

Συζήτηση που αφορά τις μελλοντικές πολιτικές της ΕΕ για τους νέους και τη διαμόρφωση της νέας στρατηγικής για τη νεολαία μετά το 2027, πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε σύνθεση Υπουργών Παιδείας και Νεολαίας.

Της συνεδρίασης προήδρευσε η Υπουργός Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας, Αθηνά Μιχαηλίδου, η οποία ενημέρωσε τους ομολόγους της για τα συμπεράσματα του πρωινού διαλόγου, που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή του Επιτρόπου για τη Διαγενεακή Δικαιοσύνη, τη Νεολαία, τον Πολιτισμό και τον Αθλητισμό, Γκλέν Μικάλεφ και αντιπροσωπειών νέων από τη Δανία, την Κύπρο, την Ιρλανδία και τη Λιθουανία, καθώς και εκπροσώπων της Κομισιόν, του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Νεολαίας και του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Φοιτητών.

Η κ. Μιχαηλίδου επισήμανε πως η συζήτηση επικεντρώθηκε στη στρατηγική της ΕΕ για τη νεολαία μετά το 2027, με έμφαση στον τρόπο με τον οποίο η Ένωση θα διαμορφώσει το πλαίσιο πολιτικής της επόμενης περιόδου σε συνεργασία με τους ίδιους τους νέους. Σημείωσε ότι η διαδικασία αυτή βρίσκεται σε πρώιμο αλλά κρίσιμο στάδιο, καθώς καθορίζει τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση των πολιτικών για τη νεολαία στην Ευρώπη.

Η Υπουργός ανέφερε ότι η ισχύουσα στρατηγική για τη νεολαία, η οποία ολοκληρώνεται το 2027, έχει δομηθεί γύρω από τρεις βασικούς άξονες. «Τη δέσμευση, τη σύνδεση και την ενδυνάμωση των νέων», όπως ανέφερε. Στόχος, σημείωσε, είναι η ενίσχυση της συμμετοχής των νέων στη δημοκρατική, κοινωνική και πολιτική ζωή των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας της νέας στρατηγικής, η κ. Μιχαηλίδου υπογράμμισε τη σημασία του διαλόγου με τους νέους, σημειώνοντας ότι η επεξεργασία των πολιτικών δεν μπορεί να γίνεται ανεξάρτητα από τις ίδιες τις ομάδες στις οποίες απευθύνονται. Όπως είπε, η στρατηγική της επόμενης περιόδου διαμορφώνεται μέσα από διαβουλεύσεις με οργανώσεις νεολαίας και θεσμικούς εκπροσώπους των κρατών μελών.

Η Υπουργός ανέφερε ότι η ανταλλαγή απόψεων με εκπροσώπους οργανώσεων νεολαίας από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τη χάραξη πολιτικής, καθώς συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των αναγκών και των προτεραιοτήτων της νέας γενιάς.

Ο Επίτροπος της ΕΕ, Γκλεν Μικάλεφ, ανέφερε ότι η συζήτηση αφορά την ίδια την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στους νέους, σημειώνοντας ότι η υφιστάμενη στρατηγική για τη νεολαία έχει συμβάλει στην ενίσχυση της συμμετοχής και της ενδυνάμωσης των νέων, ωστόσο, η πρόοδος δεν μεταφράζεται πάντοτε σε ουσιαστική εφαρμογή πολιτικών.

Όπως ανέφερε, πολλοί νέοι εξακολουθούν να μην βλέπουν πως οι απόψεις και οι παρεμβάσεις τους επηρεάζουν πραγματικά τις πολιτικές αποφάσεις, ενώ συνεχίζουν να βιώνουν αβεβαιότητα και αστάθεια. «Αυτό είναι το κενό που καλείται να καλύψει η νέα στρατηγική της ΕΕ για τη νεολαία», συμπλήρωσε.

Ο κ. Μικάλεφ υπογράμμισε ότι η επόμενη στρατηγική θα πρέπει να είναι πιο στοχευμένη, με ισχυρότερους μηχανισμούς λογοδοσίας και με μεγαλύτερη ενσωμάτωση της διάστασης της νεολαίας σε όλους τους τομείς πολιτικής. Όπως σημείωσε, εργαλεία όπως ο διάλογος πολιτικής για τη νεολαία και οι διαδικασίες αξιολόγησης επιπτώσεων μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά μόνον εφόσον οι εισηγήσεις των νέων μεταφράζονται σε συγκεκριμένες πολιτικές, μεταρρυθμίσεις και χρηματοδοτικές αποφάσεις.

Αναφερόμενος στη συμμετοχή των νέων, ο Επίτροπος υπογράμμισε ότι η ΕΕ θα πρέπει να προχωρήσει πέραν από τη διαβούλευση προς πιο ουσιαστικές μορφές συνδιαμόρφωσης πολιτικής, σημειώνοντας ότι οι νέοι πρέπει να αντιμετωπίζονται ως συνδιαμορφωτές αποφάσεων και όχι μόνο ως συμβουλευτικοί συνομιλητές.

Παράλληλα, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη ενίσχυσης των οργανώσεων νεολαίας και των εργαζομένων στον τομέα της νεολαίας, χαρακτηρίζοντάς τους βασικό στοιχείο για τη σύνδεση με τους νέους, ιδιαίτερα σε περιφερειακές και απομακρυσμένες περιοχές. 

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Νεολαίας, Ράρες Βόικου, ανέφερε ότι οι συμμετέχοντες στον διάλογο, αναγνώρισαν ότι το «παράθυρο ευκαιρίας» για ουσιαστικές παρεμβάσεις στις πολιτικές για τη νεολαία είναι περιορισμένο και πρέπει να αξιοποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ένας στους τέσσερις νέους στην ΕΕ κινδυνεύει από φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό, ενώ μόλις το 34% των νέων θεωρεί ότι λαμβάνεται επαρκώς υπόψη στη διαδικασία χάραξης πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ο κ. Βόικου σημείωσε ότι, αν και η ισχύουσα στρατηγική της ΕΕ για τη νεολαία έχει δημιουργήσει θεσμικό πλαίσιο συμμετοχής, εξακολουθεί, όπως είπε, να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως στρατηγική «για τους νέους» και όχι «μαζί με τους νέους».

Αναφερόμενος στη συζήτηση για τη νέα στρατηγική μετά το 2027, μετέφερε ότι υπήρξε ευρεία συμφωνία ως προς την ανάγκη επίσημης και σαφούς αναγνώρισης των οργανώσεων νεολαίας, των εθνικών συμβουλίων και των διεθνών δομών νεολαίας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όχι ως συμπληρωματικών φορέων, αλλά ως δομικών στοιχείων της δημοκρατικής συμμετοχής.

Παράλληλα, επισήμανε ότι η τρέχουσα στρατηγική, αν και βασίζεται στους πυλώνες της εμπλοκής, της σύνδεσης και της ενδυνάμωσης, δεν περιλαμβάνει επαρκή μηχανισμό στήριξης για τους νέους που αντιμετωπίζουν δύσκολες μεταβάσεις προς την ενηλικίωση, ούτε για τις οργανώσεις που τους υποστηρίζουν.

Σε σχέση με τα προγράμματα της ΕΕ, και ειδικότερα το Erasmus+, μετέφερε ότι στη συζήτηση υπογραμμίστηκε η ανάγκη στενότερης σύνδεσης μεταξύ των στρατηγικών προτεραιοτήτων της ΕΕ και της υλοποίησης των προγραμμάτων, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ πολιτικού σχεδιασμού και εφαρμογής.

Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Βόικου υπογράμμισε ότι η συμμετοχή των νέων στη διαδικασία χάραξης πολιτικής πρέπει να συνοδεύεται από σαφή μηχανισμό επιστροφής πληροφόρησης για το πώς αξιοποιούνται οι προτάσεις τους, χαρακτηρίζοντας το στοιχείο αυτό κρίσιμο για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης.

Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος του κυπριακού Συμβουλίου Νεολαίας, Ανδρέας Κωνσταντίνου, αναφέρθηκε στη συζήτηση που προηγήθηκε στον άτυπο πρωινό διάλογο νεολαίας, σημειώνοντας ότι η επεξεργασία της στρατηγικής της ΕΕ για τη νεολαία μετά το 2027 ενδέχεται να χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση ως προς τη δομή της.

Όπως ανέφερε, στη συζήτηση αναδείχθηκε η ιδέα προσθήκης ενός τέταρτου πυλώνα στη στρατηγική, πέρα από τους υφιστάμενους «συμμετέχω, συνδέομαι και ενδυναμώνομαι», ο οποίος θα αφορά τη «στήριξη».

Εξήγησε ότι η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην παραδοχή πως η ουσιαστική συμμετοχή των νέων προϋποθέτει συγκεκριμένες συνθήκες διαβίωσης και πρόσβασης, όπως στέγαση, αξιοπρεπή εργασία, εκπαίδευση, πληροφόρηση, κινητικότητα, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και πρόσβαση σε δημοκρατικούς χώρους.

Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, η έννοια της «στήριξης» θα μπορούσε να αποτυπώνει τη δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων, ώστε οι νέοι να μπορούν να αξιοποιούν ευκαιρίες και να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση πολιτικών.

Παράλληλα, σημείωσε ότι στη συζήτηση αναδείχθηκε η ανάγκη ενίσχυσης της ένταξης και της συμπερίληψης, καθώς η τυπική δυνατότητα συμμετοχής δεν συνεπάγεται απαραίτητα και πραγματική πρόσβαση, όταν υπάρχουν πρακτικά ή δομικά εμπόδια.

Ο κ. Κωνσταντίνου αναφέρθηκε, επίσης, στη σημασία της παρακολούθησης της επίδρασης της συμμετοχής των νέων στις πολιτικές αποφάσεις, σημειώνοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς το πώς αξιοποιούνται οι προτάσεις που κατατίθενται. Όπως είπε, είναι σημαντικό να υπάρχει σαφής καταγραφή του τι προτείνουν οι νέοι, τι υιοθετείται και για ποιους λόγους ορισμένα σημεία δεν προχωρούν.

Πηγή: ΚΥΠΕ

;