Έντονη ανησυχία επικρατεί διεθνώς μετά τον εντοπισμό κρουσμάτων χανταϊού σε κρουαζιερόπλοιο που τέθηκε σε καραντίνα ενώ έπλεε με προορισμό τα Κανάρια Νησιά, με τις υγειονομικές Αρχές αρκετών χωρών να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και να αξιολογούν συνεχώς τα δεδομένα που προκύπτουν γύρω από την υπόθεση.
Η επιβεβαίωση περιστατικού στην Ελβετία, σε άτομο που ταξίδευε με το συγκεκριμένο πλοίο, προκάλεσε συναγερμό στην Ευρώπη και επανέφερε στο προσκήνιο τους φόβους για ενδεχόμενη εξάπλωση του ιού, ο οποίος θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνος και σε αρκετές περιπτώσεις θανατηφόρος. Το γεγονός ότι το περιστατικό αφορά επιβάτες κρουαζιερόπλοιου ενισχύει ακόμη περισσότερο την ανησυχία, καθώς πρόκειται για κλειστό περιβάλλον με μεγάλο αριθμό ατόμων και συνεχείς μετακινήσεις από χώρα σε χώρα.
Την ίδια ώρα, παρότι η Κύπρος δεν βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από την περιοχή όπου εντοπίστηκαν τα περιστατικά, εντούτοις οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν αφήνουν το ζήτημα να περάσει απαρατήρητο. Πληροφορίες του REPORTER αναφέρουν ότι οι υγειονομικές υπηρεσίες βρίσκονται ήδη σε αυξημένη επιφυλακή και παρακολουθούν διακριτικά αλλά στενά την κατάσταση, αξιολογώντας όλα τα πιθανά σενάρια. Η ιδιαιτερότητα της Κύπρου ως νησιωτικού κράτους με έντονη ναυτική και τουριστική δραστηριότητα δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς, αφού μέσω των θαλάσσιων μετακινήσεων και της συνεχούς διακίνησης επιβατών από διάφορες χώρες θα μπορούσαν θεωρητικά να φτάσουν ύποπτα περιστατικά και στο νησί.
Παρά την ανησυχία που έχει προκληθεί σε διεθνές επίπεδο, ειδικοί εμφανίζονται καθησυχαστικοί σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο εκδήλωσης επιδημίας, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο. Όπως επισημαίνουν, τα περιστατικά που έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής φαίνεται να είναι μεμονωμένα και περιορισμένα σε συγκεκριμένη περιοχή, χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις για ευρεία διασπορά του ιού στην κοινότητα. Παράλληλα, σημειώνουν ότι θεωρείται αρκετά δύσκολο υπό τις παρούσες συνθήκες να φτάσει ο ιός στην Κύπρο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι αρμόδιες Αρχές μπορούν να εφησυχάζουν, ιδιαίτερα σε μία περίοδο κατά την οποία οι μετακινήσεις πολιτών και ταξιδιωτών βρίσκονται σε αυξημένα επίπεδα λόγω της τουριστικής περιόδου.
Μιλώντας στον REPORTER, ο λοιμοξιολόγος και παθολόγος, δρ. Άριστος Αριστοδήμου, εξήγησε πως «ο Hantavirus ανήκει στην οικογένεια των Hantaviridae και είναι RNA ιός με φυσική δεξαμενή κυρίως άγρια τρωκτικά. Ο άνθρωπος μολύνεται συνήθως μετά από εισπνοή μικροσταγονιδίων ή σκόνης που έχουν επιμολυνθεί από ούρα, κόπρανα ή σάλιο μολυσμένων τρωκτικών. Διακρίνονται σε διαφορετικά στελέχη, τα οποία συνδέονται με διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και κλινικές εκδηλώσεις. Στην Ευρώπη και την Ασία προκαλούν κυρίως αιμορραγικό πυρετό με νεφρική συνδρομή, ενώ στην αμερικανική ήπειρο ορισμένα στελέχη μπορούν να προκαλέσουν σοβαρό πνευμονικό σύνδρομο».
Σημείωσε πως «ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ιού είναι ότι προσβάλλει το ενδοθήλιο των αγγείων, προκαλώντας αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα. Η βαρύτητα της νόσου σχετίζεται όχι μόνο με τον ίδιο τον ιό αλλά και με την ανοσολογική απάντηση του οργανισμού. Παρά τη σοβαρότητα που μπορεί να εμφανίσουν ορισμένα περιστατικά, πρόκειται για σχετικά σπάνια λοίμωξη και η πλειονότητα των κρουσμάτων συνδέεται με συγκεκριμένη περιβαλλοντική έκθεση σε χώρους όπου υπάρχουν τρωκτικά».
Σε ό,τι αφορά την μετάδοση του ιού από άνθρωπο σε άνθρωπο, τόνισε πως είναι εξαιρετικά σπάνια και επισήμανε πως «στην μεγάλη πλειονότητα των γνωστών στελεχών δεν έχει τεκμηριωθεί μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο και τα περισσότερα περιστατικά σχετίζονται με έκθεση σε μολυσμένα τρωκτικά ή σε περιβάλλον επιμολυσμένο από εκκρίσεις τους. Μοναδική σημαντική εξαίρεση αποτελεί ο ιός ANDV, που έχει καταγραφεί κυρίως στη Νότια Αμερική και για τον οποίο έχουν περιγραφεί περιορισμένες περιπτώσεις μετάδοσης μεταξύ ανθρώπων, κυρίως μετά από πολύ στενή και παρατεταμένη επαφή».
Τόνισε πως «με βάση τα μέχρι σήμερα επιδημιολογικά δεδομένα, ο Hantavirus δεν χαρακτηρίζεται από εύκολη ή εκτεταμένη μετάδοση στον γενικό πληθυσμό. Ο συνολικός κίνδυνος διασποράς θεωρείται χαμηλός και δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για ευρεία μετάδοση στην κοινότητα».
Παράλληλα, ο κ. Αριστοδήμου επισήμανε πως «το περιστατικό στο κρουαζιερόπλοιο παρακολουθείται στενά από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τις ευρωπαϊκές υγειονομικές αρχές, κυρίως επειδή φαίνεται να σχετίζεται με το στέλεχος ANDV. Ωστόσο, μέχρι σήμερα τα διαθέσιμα επιδημιολογικά δεδομένα δεν δείχνουν εύκολη ή εκτεταμένη διασπορά. Η μετάδοση του συγκεκριμένου στελέχους απαιτεί συνήθως πολύ στενή και παρατεταμένη επαφή».
Σε ό,τι αφορά το κρούσμα στην Ελβετία, σημείωσε πως «άτομο με σαφές ιστορικό έκθεσης στο συγκεκριμένο πλοίο και δεν υποδηλώνει κυκλοφορία του ιού στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Ο συνολικός κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό αξιολογείται επί του παρόντος ως χαμηλός. Κατά συνέπεια, το περιστατικό απαιτεί εγρήγορση και επιστημονική παρακολούθηση, όχι όμως πανικό».
Παράλληλα εξήγησε πως «οπως συμβαίνει με όλα τα λοιμώδη νοσήματα που συνδέονται με τις διεθνείς μετακινήσεις, είναι θεωρητικά πιθανό να καταγραφεί μεμονωμένο εισαγόμενο περιστατικό σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου. Ωστόσο, με βάση τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, δεν υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου για ευρεία διασπορά μέσω των λιμανιών ή της καθημερινής επαφής. Ο Hantavirus δεν μεταδίδεται εύκολα από άνθρωπο σε άνθρωπο και η κύρια οδός μετάδοσης παραμένει η έκθεση σε μολυσμένα τρωκτικά και στις εκκρίσεις τους. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό παραμένει χαμηλός. Συνεπώς, η κατάσταση απαιτεί ενημέρωση και επαγρύπνηση».
Ερωτηθείς εάν υπήρξαν στο παρελθόν κρούσματα του ιού στην Κύπρο, ο κ. Αριστοδήμου επισήμανε πως «μέχρι σήμερα δεν έχει καταγραφεί ή διαγνωστεί κρούσμα Hantavirus στην Κύπρο. Επιπλέον, το στέλεχος ANDV, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής το τελευταίο διάστημα, συνδέεται με συγκεκριμένο είδος άγριου τρωκτικού που είναι ενδημικό στη Νότια Αμερική. Με βάση τα σημερινά επιδημιολογικά και οικολογικά δεδομένα, ο κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό στην Κύπρο αξιολογείται ως ιδιαίτερα χαμηλός. Οι αρμόδιες αρχές συνεχίζουν, πάντως, να παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις στο πλαίσιο της συνήθους επιδημιολογικής επιτήρησης».
Σχετικά με τα πρωτόκολλα για διαχείριση του ιού, τόνισε πως «η Μονάδα Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Ελέγχου Λοιμωδών Νοσημάτων του Υπουργείου Υγείας έχει εκπονήσει σχέδια δράσης και πρωτόκολλα διαχείρισης για πληθώρα λοιμωδών νοσημάτων που αφορούν τη δημόσια υγεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και σχέδια αντιμετώπισης των ιογενών αιμορραγικών πυρετών (συμπεριλαμβανομένων του Ebola και Marbung). Τα πρωτόκολλα αυτά αφορούν την έγκαιρη αναγνώριση ύποπτων περιστατικών, την εργαστηριακή διερεύνηση, τη διαχείριση ασθενών, την εφαρμογή μέτρων προστασίας για τους επαγγελματίες υγείας, καθώς και την επιδημιολογική επιτήρηση και ιχνηλάτιση όπου χρειάζεται».
Παράλληλα, όπως υπογράμμισε, «υπάρχει συνεχής συνεργασία με ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς δημόσιας υγείας, όπως το ECDC και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ώστε να αξιολογούνται διαρκώς τα επιδημιολογικά δεδομένα και να επικαιροποιούνται οι διαδικασίες όπου απαιτείται».
Από πλευράς του μιλώντας επίσης στον REPORTER ο επιδημιολόγος, δρ Μιχάλης Βωνιάτης ανέφερε πως «ο ιός είναι πολύ δύσκολο να φτάσει στην Κύπρο, διότι θα πρέπει να μολυνθεί κάποιος ή να μολυνθούν τα τρωκτικά μας, τα οποία αυτή την στιγμή δεν έχουν τον ιό διότι είμαστε νησί. Παρόλη την ναυτική δραστηριότητα που έχουμε ως νησί, γίνονται έλεγχοι στα πλοία».
Σημείωσε πως ποτέ ξανά δεν υπήρξαν περιστατικά του ιού στην Κύπρο και εξήγησε πως «αυτά τα κρούσματα που βλέπουμε τώρα είναι περιορισμένα σε μία μικροεπιδημία που ξέσπασε σε ένα κρουαζιερόπλοιο. Δεν είναι κάτι το οποίο εμφανίστηκε σε μία χώρα και εξαπλώνεται. Είναι μεμονωμένα κρούσματα τα οποία μάλιστα είναι περιορισμένα».
Από εκεί και πέρα, όπως τόνισε ο κ. Βωνιάτης, «υπάρχουν δύο είδη του του χανταϊού, ο ένας προκαλεί πνευμονία και ο άλλος νεφρική ανεπάρκεια και αιμορραγίες. Στην Ευρώπη, κυρίως στις σκανδιναβικές χώρες και στην Γερμανία χωρίς πολλά κρούσματα, το είδος που επικρατεί είναι αυτός που προκαλεί νευρική ανεπάρκεια, η οποία αντιμετωπίζεται πιο εύκολα με αυτοδιάλυση. Σε αυτή την περίπτωση η θνησιμότητα είναι στο 15%, ενώ η πνευμονική μορφή για την οποία δεν υπάρχουν φάρμακα για την αντιμετώπισή της, η θνητότητα ανεβαίνει στο 50%».
Επισήμανε πως πρόκειται για έναν ιό ο οποίος «δεν μεταδίδεται εύκολα από άνθρωπο σε άνθρωπο όπως για παράδειγμα ο κορωνοϊός, καθώς πρέπει να υπάρξει αρκετή επαφή με το άτομο που φέρει τον ιό. Τα κρούσματα που εντοπίστηκαν μέχρι στιγμής είναι εντός του πλοίου, δεν βρέθηκαν εκτός. Επομένως όταν ληφθούν όλα τα μέτρα προφύλαξης, είναι δύσκολο να μεταδοθεί και εφόσον γνωρίζουμε το πρόβλημα, το αντιμετωπίζουμε. Δεν είναι κάτι το οποίο μας ανησυχεί ότι θα επέλθει μία πανδημία εξαιτίας του, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο».
Υπογράμμισε πως πως η διαφορά του συγκεκριμένου ιού με τον κορωνοϊό είναι πως δεν πρόκειται για νέα νόσο, εξήγησε πως «είναι ένας ιός που γνωρίζουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια και ξέρουμε τα τερτίπια του. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου Λοιμώξεων παρακολουθούν την κατάσταση».
Περαιτέρω σημείωσε πως «είναι πολύ δύσκολο να γίνει μετάδοση του ιού σε ένα νησί. Στην Ευρώπη τα τρωκτικά μπορούν να φύγουν από την μία χώρα και να πάνε στην άλλη. Αλλά και πάλι η μορφή του ιού που επικρατεί στην Ευρώπη, δεν είναι θανατηφόρα. Το περιστατικό στην Ελβετία, είναι κάτι ξεχωριστό και παρακολουθείται γιατί είναι πνευμονική μορφή του ιού. Επίσης χρειάζονται δύο εβδομάδες για να μπορέσει να αναρρώσει ένας ασθενείς. Για να μπορέσουν να αναπτυχθούν όμως τα συμπτώματα, χρειάζεται τουλάχιστον μία εβδομάδα με πυρετούς, πόνο στις αρθρώσεις στους μύεις, καταπόνηση των δυνάμεων, πονοκέφαλο. Στη συνέχεια εμφανίζεται η πνευμονία. Για την νευρική ανεπάρκεια, είναι διαφορετική εμφάνιση. Όταν έρθει κάποιος σε επαφή, για να εμφανιστούν συμπτώματα παίρνει από μία μέχρι έξι εβδομάδες και είναι πιθανόν ο ιός στο πλοίο να μην εμφανίστηκε από τρωκτικά, αλλά από κάποιον που είχε νοσήσει πριν μπει σε αυτό και όταν επιβιβάστηκε ανέπτυξε τα συμπτώματα και μόλυνε τους άλλους».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











