Με αναμμένες μηχανές στο φουλ, συνεδριάζει η τεχνική επιτροπή, η οποία ορίστηκε από την Κυβέρνηση ώστε να καταλήξει αρχικά σε ένα ολοκληρωμένο πακέτο αποζημιώσεων προς τους κτηνοτρόφους που επλήγησαν από τον αφθώδη πυρετό και παράλληλα να διαμορφώσει ένα σαφές και εφαρμόσιμο πλάνο για την ανασύσταση και ανασυγκρότηση του ζωικού κεφαλαίου που χάθηκε τους τελευταίους δύο μήνες, σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από έντονη αβεβαιότητα αλλά και πιεστικές ανάγκες για άμεσες αποφάσεις.
Το μεγαλύτερο ερώτημα που καλείται αυτή τη στιγμή να απαντήσει η συγκεκριμένη επιτροπή είναι κατά πόσο ο χαμένος ζωικός πληθυσμός που θανατώθηκε και ο οποίος ξεπερνά το 30%, μπορεί να καλυφθεί από την εσωτερική αγορά μέσω μετακινήσεων ζώων από τη μία μονάδα στην άλλη, αλλά και κατά πόσο θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο εισαγωγής ζώων από ευρωπαϊκές χώρες που είναι απαλλαγμένες από τη νόσο. Το δεύτερο σενάριο, για να μπορέσει να υλοποιηθεί, όπως αναφέρουν ειδικοί, προϋποθέτει το ποσοστό του ζωικού κεφαλαίου που χάθηκε να ξεπερνά το 12% και την ταυτόχρονη σύναψη όλων των απαραίτητων συμφωνιών για εισαγωγή, κάτι που έχει συμβεί και στο παρελθόν, γεγονός που προσδίδει μια σχετική εμπειρία στη διαχείριση τέτοιων κρίσεων.
Μιλώντας στον REPORTER, ο Πρόεδρος του Κτηνιατρικού Συλλόγου, Δημήτρης Επαμεινώνδας, σε σχέση με το ενδεχόμενο εισαγωγής ζώων από άλλες χώρες σε περίπτωση που ληφθεί η τελική απόφαση από την αρμόδια επιτροπή, σημείωσε πως «έχουν διερευνηθεί οι αγορές της Γαλλίας και της Ισπανίας, ίσως και της Ιταλίας». Ξεκαθάρισε πως «μπορούμε να προχωρήσουμε με εισαγωγές ζώων από τις συγκεκριμένες χώρες, οι οποίες είναι ελεύθερες από τον ιό», ενώ εξήγησε πως «δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εκτός από το γεγονός ότι θα πρέπει να είναι υψηλής γενετικής αξίας και ελεύθερες από συγκεκριμένα νοσήματα από τα οποία η Κύπρος έιναι απαλλαγμένη. Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει αφορά το πρότυπο της παραγωγής χαλλουμιού».
Επισήμανε πως «το πρότυπο του χαλλουμιού, , αναφέρει πως το γάλα που χρησιμοποιείται πρέπει να προέρχεται από ζώα τα οποία είναι Κυπριακά. Ουσιαστικά τα ζώα που θα παράγουν το γάλα θα πρέπει να ζουν ή να έχουν γεννηθεί στην Κύπρο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορούν να θεωρούνται κυπριακά. Σημαντικός παράγοντας για την εισαγωγή ζώων είναι επίσης ποιες φυλές επιτρέπονται με βάση το πρότυπο του χαλλουμιού ,. Άρα οι περιορισμοί που υπάρχουν στις εισαγωγές έχουν να κάνουν περισσότερο με την παραγωγή χαλουμιού».
Παράλληλα, ο κ. Επαμεινώνδας σημείωσε πως για τις μονάδες όπου είχαν ανευρεθεί επιβεβαιωμένα κρούσματα και τα ζωα θανατώθηκαν, πρέπει να ακολουθήσουν μία διαδικασία που θα τους επιτρέψει να επανατοποθετήσουνζώα.». Εξηγώντας τη διαδικασία, ανέφερε πως «θα πρέπει να μείνει για κάποιο χρονικό διάστημα καθαρή μία μονάδα χωρίς να τοποθετηθούν ζώα μέσα, να γίνουν απολυμάνσεις στο έδαφος, στον εξοπλισμό, στα κτήρια και στα σημεία όπου αποθηκεύονται ή εισέρχονται οι ζωοτροφές, αφού θανατωθούν τα ζώα. Στη συνέχεια, η μονάδα θα πρέπει να παραμείνει άδεια για ένα επιπλέον χρονικό διάστημα, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να υπάρχει κάπου ο ιός. Τότε θα τοποθετηθούν οι ζωα μάρτυρες, για να διαπιστωθεί αν θα εμφανίσουν συμπτώματα για περίπου έναν μήνα και στη συνέχεια θα γίνουν οι απαραίτητες εργαστηριακές εξετάσειςγια να μπροεσουν μα τοποθετηθούν και τα υπόλοιπα ζώα».
Για την αντικατάσταση του ζωικού πληθυσμού που χάθηκε μετά τις θανατώσεις ζώων λόγω του αφθώδους πυρετού, που έχουν ήδη ξεπεράσει τις 30 χιλιάδες και αντιστοιχούν σε ποσοστό περίπου 4%, ο κ. Επαμεινώνδας σημείωσε πως «αυτή δεν μπορεί να γίνει απαραίτητα μόνο με την εισαγωγή ζώων. Αυτή τη στιγμή, στο ποσοστό που βρισκόμαστε, και μέχρι το 8% με 10%, μπορεί ενδεχομένως να αναπληρωθεί από την εσωτερική αγορά. Είναι μία από τις δραστηριότητες που έχει να εξετάσει η Επιτροπή ανασύστασης της κτηνοτροφίας, με επικεφαλής τον κ. Μαλά. Είναι ένα από τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η συγκεκριμένη επιτροπή, αλλά για να φτάσουμε να κάνουμε ανασύσταση θα πρέπει να γνωρίζουμε μέχρι πού έχει φτάσει η νόσος και πόσες θανατώσεις έγιναν, ώστε να διαπιστωθεί αν θα χρειαστεί να γίνει εισαγωγή ζώων».
Σημείωσε πως «αν το ποσοστό μείνει στο 4% ή αυξηθεί μέχρι το 10% θα μπορούμε να κάνουμε ανασύσταση με την εσωτερική αγορά και δεν θα χρειαστεί να φέρουμε ζώα από το εξωτερικό. Αυτό θα ήταν και το ιδανικότερο, διότι δεν θα υπάρξουν τα προβλήματα που προαναφέραμε. Στην Κύπρο μπορεί αυτή τη στιγμή να έχουμε αφθώδη πυρετό, ωστόσο καταφέρνουμε να αντιμετωπίζουμε άλλα προβλήματα ζωικών νόσων που εμφανίζονται σε σχέση με άλλες χώρες. Άποψή μου είναι πως πρακτικά η προσέγγισή μας πρέπει να εστιαστεί στο τι μπορούμε να κάνουμε εδώ ως χώρα και αργότερα, αν χρειαστεί, να εξετάσουμε αν μπορεί να υπάρξει επικουρική εισαγωγή ζώων από το εξωτερικό».
Σε ό,τι αφορά το εμβολιαστικό πρόγραμμα των ζώων, το οποίο αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη δεύτερη δόση και την πιθανότητα μιας τρίτης, επισήμανε πως «καθολικός εμβολιασμός σημαίνει ότι θα συνεχίσει για κάποιο χρονικό διάστημα, το οποίο θα εξαρτηθεί από την επιδημιολογική κατάσταση της χώρας, όπως επίσης και από την κατάσταση στα κατεχόμενα. Οι αναμνηστικές δόσεις, μετά τους δύο βασικούς εμβολιασμούς, πραγματοποιούνται κάθε έξι μήνες στα αιγοπρόβατα και κάθε τέσσερις μήνες στους χοίρους. Αυτή η διαδικασία θα ακολουθείται για όσο διάστημα θεωρείται αναγκαίο, ώστε να είναι ασφαλή και προστατευμένα τα ζώα».
Επιπρόσθετα, σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στα κατεχόμενα όσον αφορά τον αφθώδη πυρετό και τη διαφορετική πρακτική που εφαρμόζεται για την αντιμετώπιση της νόσου, ο κ. Επαμεινώνδας επισήμανε πως «ο κίνδυνος διασποράς πάντα θα υπάρχει, αν δεν αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο στα κατεχόμενα όπως γίνεται στις ελεύθερες περιοχές. Μας χωρίζει μία έκταση 180 χιλιομέτρων Πράσινης Γραμμής, η οποία δεν ελέγχεται πάντοτε στο 100%».
Σημείωσε πως «οι στρατηγικές αντιμετώπισης της νόσου σχετίζονται με το πόσο γρήγορα θέλουμε να απαλλαγούμε από τον ιό στο νησί. Εμείς αποτελούμε μία κλειστή γεωγραφική περιοχή, περιβαλλόμενη από φυσικά όρια και εμπόδια για τη μετάδοση του ιού, που ουσιαστικά είναι η θάλασσα. Επομένως, θεωρητικά, όταν υπάρχει αυτή η συνθήκη, το πιο ορθό είναι να ακολουθούνται πιο επιθετικά μέτρα αντιμετώπισης, ώστε να περιοριστεί γρήγορα η εξάπλωση και να προστατευτεί πιο αποτελεσματικά ο πληθυσμός για τα επόμενα χρόνια».
Ταυτόχρονα, υπογράμμισε πως «το να ενδημεί το νόσημα, κάτι που έχει επιλεγεί ως στρατηγική στα κατεχόμενα και ισχύει σε μεγάλο βαθμό και στην Τουρκία, συνδέεται με αυξημένους κινδύνους, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Τουρκίας, λόγω των συνορεύουσων χωρών όπου επίσης ενδημεί. Όταν ένα νόσημα ενδημεί θα παρατηρούνται περίοδοι υφέσεων και εξάρσεων της νόσου γεγονός που μακροχρόνια μπορεί να καταστεί μοιραίο για τον κτηνοτροφικό τομέα της χώρας. Η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στο νόσημα αυτό βασίζεται σε μία πιο αυστηρή προσέγγιση, η οποία έχει ως στόχο την εξάλειψή του. Εδώ τίθεται και το ζήτημα του στρατηγικού στόχου που αφορά την ευρωπαϊκή αγορά, δηλαδή να διατηρούμαστε ελεύθεροι από τα νοσήματα της λίστας Α του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των ζωων (WHOAH)».
Ερωτηθείς εάν η στρατηγική που εφαρμόζεται από την Τουρκία και τα κατεχόμενα είναι λανθασμένη, ο κ. Επαμεινώνδας επισήμανε πως «όταν επιλέγεις να ενδημεί ένα νόσημα στη χώρα σου, ενδέχεται να δημιουργούνται προβλήματα στις εμπορικές σου συμφωνίες αλλά και στη κτηνοτροφία της χώρας. Άρα, αν επιδιώκεις να έχεις εμπορικές σχέσεις με άλλες χώρες, ίσως να μην αποτελεί τη βέλτιστη προσέγγιση».
Το τέλος του ιού…
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο να τεθεί οριστικό τέλος στον ιό εντός του ζωικού πληθυσμού στο μέλλον, σημείωσε πως «αυτός είναι και ο στόχος μας. Στο παρελθόν ήμασταν και εμείς ανάμεσα στις χώρες που αντιμετώπισαν τον ιό. Το 2007 είχαμε ξανά αφθώδη πυρετό στην Κύπρο και καταφέραμε να τον ξεπεράσουμε, ενώ μετά από δύο με τρία χρόνια αποκτήσαμε καθεστώς FMD Free. Άρα υπάρχει τρόπος να το ξεπεράσουμε, γιατί το έχουμε ξανακάνει, ωστόσο τότε ο ιός είχε εντοπιστεί μόνο εργαστηριακά και όχι ενεργά εντός της κοινότητας όπως συμβαίνει τώρα. Συνεπώς, η σημερινή κατάσταση είναι πιο εκτεταμένη σε σύγκριση με το 2007 και το περιστατικό στη Δρομολαξιά».
Αντίστοιχη κρίση, όπως εξήγησε ο κ. Επαμεινώνδας, «και η μόνη περίπτωση με παρόμοια χαρακτηριστικά σε άλλη χώρα, ήταν το ξέσπασμα του αφθώδους πυρετού το 2001 στην Αγγλία. Εντοπίστηκε ο πραγματικός ιός και θανατώθηκαν περίπου έξι εκατομμύρια ζώα, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό γύρω στο 12% του ζωικού πληθυσμού της χώρας».
Τόνισε πως «το φαινόμενο που παρατηρούμε τώρα στην Κύπρο παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με εκείνη την περίοδο, καθώς συνέβη σε προεκλογική περίοδο στην Αγγλία, ο ιός ήταν ενεργός, επηρεάστηκαν περιοχές με έντονη κτηνοτροφική δραστηριότητα και οι αντιδράσεις των κτηνοτρόφων ήταν παρόμοιες. Σήμερα καλούμαστε να διαχειριστούμε μία εξαιρετικά δύσκολη κρίση, η οποία περιλαμβάνει πολλές παραμέτρους και καθιστά την αντιμετώπιση ιδιαίτερα απαιτητική».
Επισημαίνοντας πως απαιτούνται χρόνια για να αντιμετωπιστεί πλήρως η κρίση, επανέλαβε πως «αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο αντιμετώπισης της νόσου στα κατεχόμενα, διότι εάν ο ιός συνεχίσει να ενδημεί εκεί, το πιθανότερο είναι να υπάρξουν πολλαπλές επανεμφανίσεις και στις ελεύθερες περιοχές».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Καύσιμα και αφθώδης άσκησαν πίεση στις τιμές κρεάτων, επανήλθε η ισορροπία με τη μείωση ΦΠΑ-Κρατούν χαμηλές τιμές οι κρεοπώλες ενόψει Πάσχα
- Ντόμινο κρουσμάτων αφθώδους πυρετού σε Λευκωσία και Λάρνακα, θετικές άλλες πέντε μονάδες-Έφτασαν τις 59 οι μολυσμένες φάρμες
- Σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση οι κτηνοτρόφοι, έκκληση για άμεσες αποζημιώσεις-«Αβέβαιη η επαναδραστηριοποίηση του κλάδου»











