Η λέξη «πόλεμος» κουβαλά ένα βάρος που καμία γενιά δεν επιθυμεί να κληροδοτήσει στην επόμενη. Σε περιόδους παγκόσμιας αστάθειας, η απειλή μιας σύρραξης δεν περιορίζεται στα γεωγραφικά σύνορα των μαχών, αλλά εισβάλλει αθόρυβα στα σπίτια μας, διαπερνά τις οθόνες και εγκαθίσταται στο ασυνείδητο των παιδιών και των νέων μας. Ως γονείς και παιδαγωγοί, καλούμαστε να γίνουμε το «ανάχωμα» απέναντι σε έναν φόβο που συχνά μοιάζει ακατανίκητος, προσφέροντας στα παιδιά μας τη συναισθηματική θωράκιση που απαιτεί η εποχή.
Οι φοβίες εκδηλώνονται με διαφορετικό πρόσωπο ανάλογα με την ηλικία. Στα παιδιά της προσχολικής ηλικίας, ο φόβος είναι σωματικός και άμεσος. Δεν κατανοούν τη γεωπολιτική, αλλά αντιλαμβάνονται την ένταση στη φωνή των γονιών και την αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Για εκείνα, ο πόλεμος σημαίνει αποχωρισμό. Φοβούνται ότι θα χάσουν την αγκαλιά που τους προσφέρει ασφάλεια, εκδηλώνοντας άγχος αποχωρισμού, εφιάλτες ή παλινδρόμηση.
Στη σχολική ηλικία, ο φόβος γίνεται πιο συγκεκριμένος. Τα παιδιά ρωτούν για βόμβες, για καταστροφές σπιτιών, για το αν η δική τους γειτονιά κινδυνεύει. Η φαντασία τους συμπληρώνει τα κενά της πληροφόρησης με εικόνες ολέθρου, δημιουργώντας μια διαρκή κατάσταση επαγρύπνησης που εξαντλεί το νευρικό τους σύστημα.
Στους εφήβους και τους νέους, η απειλή του πολέμου προσλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις. Εδώ ο φόβος μεταμφιέζεται σε κυνισμό, οργή ή βαθιά θλίψη. Οι νέοι βλέπουν τα όνειρά τους για το μέλλον να ακυρώνονται από αποφάσεις που δεν ελέγχουν. Η αίσθηση τού «αύριο» θολώνει και η εμπιστοσύνη τους στον κόσμο των ενηλίκων κλονίζεται. Η υπερπληροφόρηση μέσω των κοινωνικών δικτύων, εκεί που η βία προβάλλεται χωρίς φίλτρο, τους εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο άγχους, κάνοντάς τους να νιώθουν ανήμποροι μπροστά στην ιστορία που γράφεται ερήμην τους.
Τα παιδιά μάς διαβάζουν
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να προστατεύσουμε τον ψυχισμό της οικογένειας; Η πρώτη γραμμή άμυνας είναι οι ίδιοι οι γονείς. Τα παιδιά μάς διαβάζουν σαν ανοιχτό βιβλίο. Αν εμείς είμαστε απορροφημένοι από τις ειδήσεις, με το βλέμμα καρφωμένο στην καταστροφή, τους μεταδίδουμε ότι ο κόσμος δεν είναι ασφαλής. Η έκθεση σε σκληρές εικόνες πρέπει να αποφεύγεται συστηματικά, καθώς το παιδικό μυαλό δεν διαθέτει τους μηχανισμούς για να τις επεξεργαστεί.
Η ειλικρίνεια είναι απαραίτητη, αλλά πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στην ωριμότητα του παιδιού. Απαντάμε μόνο σε ό,τι μας ρωτούν, χωρίς να δίνουμε περιττές λεπτομέρειες που μπορεί να τα τρομάξουν. Το σημαντικότερο είναι να ενισχύσουμε την αίσθηση της κανονικότητας. Η ρουτίνα είναι το απόλυτο φάρμακο κατά του φόβου. Το κοινό τραπέζι, το διάβασμα ενός παραμυθιού, οι σταθερές ώρες ύπνου αποτελούν το «καταφύγιο» μέσα στο οποίο το παιδί νιώθει ότι η ζωή συνεχίζεται.
Τέλος, πρέπει να δώσουμε χώρο στα συναισθήματα. Δεν ακυρώνουμε τον φόβο τους λέγοντας «μην ανησυχείς», αλλά τον νομιμοποιούμε λέγοντας «καταλαβαίνω ότι φοβάσαι, είναι φυσιολογικό, αλλά είμαστε εδώ μαζί και θα προσέχουμε ο ένας τον άλλον». Η φυσική εγγύτητα, η αγκαλιά και η διαβεβαίωση ότι η οικογένεια παραμένει μια ενωμένη ομάδα είναι τα ισχυρότερα όπλα μας.
Σε έναν κόσμο που μπορεί να γίνει σκληρός, η δική μας αποστολή είναι να κρατήσουμε τη φλόγα της ελπίδας και της ανθρωπιάς ζωντανή μέσα στις καρδιές των παιδιών μας, διδάσκοντάς τους ότι η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι η μόνη απάντηση στο σκοτάδι.
*Της Τίνας Παύλου, Κλινικής Διευθύντριας θεραπευτικής κοινότητας «Αγίας Σκέπης»











