Το Εφετείο Κύπρου επικύρωσε την ποινή φυλάκισης εννέα ετών που επιβλήθηκε σε άνδρα για βιασμό γυναίκας στη Λεμεσό, απορρίπτοντας την έφεσή του ότι η ποινή ήταν υπερβολική.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκμετάλλευση της ανικανότητας του θύματος να συναινέσει, λόγω έντονης μέθης, καθώς και οι σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που υπέστη, δικαιολογούν την αυστηρή ποινή που επέβαλε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού.
Η υπόθεση αφορά περιστατικό, που σημειώθηκε το 2022, στη Λεμεσό. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, η παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση έντονης μέθης και απώλειας συνείδησης, μετά από μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ σε νυχτερινό κέντρο. Ο κατηγορούμενος τη μετέφερε στο διαμέρισμά του και προχώρησε σε σεξουαλική πράξη, ενώ εκείνη δεν είχε την ικανότητα να δώσει συναίνεση.
Η γυναίκα ξύπνησε το επόμενο πρωί, χωρίς να θυμάται πώς βρέθηκε στο διαμέρισμα, γεγονός που της προκάλεσε έντονη ψυχολογική αναστάτωση.
Το Κακουργιοδικείο έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο για βιασμό, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα και της νομοθεσίας για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, επιβάλλοντάς του ποινή φυλάκισης εννέα ετών.
Στην έφεσή του, ο εφεσείων υποστήριξε ότι η ποινή ήταν υπερβολική και παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη ελαφρυντικούς παράγοντες, όπως το λευκό ποινικό του μητρώο, την ηλικία του (27 ετών κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος) και τις προσωπικές του περιστάσεις.
Το Εφετείο, εξετάζοντας την υπόθεση, επανέλαβε ότι η παρέμβασή του στην επιμέτρηση της ποινής δικαιολογείται μόνο όταν αυτή είναι έκδηλα υπερβολική ή ανεπαρκής ή όταν διαπιστώνεται σφάλμα αρχής από το πρωτόδικο δικαστήριο.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, τα σεξουαλικά αδικήματα και ιδιαίτερα ο βιασμός αποτελούν εξαιρετικά σοβαρά εγκλήματα, τα οποία απαιτούν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη τόσο τους επιβαρυντικούς όσο και τους ελαφρυντικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου.
Ωστόσο, έκρινε ορθό το γεγονός ότι δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκμετάλλευση της ανικανότητας της παραπονούμενης να συναινέσει, στις σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που υπέστη το θύμα, καθώς και στην ανάγκη αποτροπής παρόμοιων εγκλημάτων.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο κατέληξε ότι η ποινή των εννέα ετών φυλάκισης δεν είναι υπερβολική και δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε σφάλμα στην επιμέτρησή της.
Η έφεση απορρίφθηκε και η πρωτόδικη ποινή επικυρώθηκε.
Πηγή: KYΠΕ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ











