Η αξιοποίηση της αφαλάτωσης, του ανακτημένου νερού και των έργων αποθήκευσης στοχεύει στη στήριξη και ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα, ιδιαίτερα υπό τις συνθήκες κλιματικής αλλαγής, αναφέρει σε ανακοίνωση που εξέδωσε την Τετάρτη το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων (ΤΑΥ), του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, σε συνέχεια πρόσφατων δημοσίων αναφορών σχετικά με τη διαχείριση των υδατικών πόρων της Κυπριακής Δημοκρατίας και με στόχο την πληρέστερη αποτύπωση των πραγματικών δεδομένων του ζητήματος.
Όπως αναφέρεται, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει ότι το νερό συνιστά δημόσιο αγαθό και υπόκειται σε ενιαία διαχείριση από το Κράτος, με την ευθύνη για τον στρατηγικό σχεδιασμό, την προστασία, την παρακολούθηση και την κατανομή των υδατικών πόρων να ασκείται από το Κράτος μέσω του ΤΑΥ, σύμφωνα με το εθνικό και ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, χωρίς οποιαδήποτε πολιτική ή διοικητική πρόθεση εκχώρησης της διαχείρισης ή του ελέγχου των υδατικών πόρων σε ιδιωτικούς φορείς.
Προστίθεται ότι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα περιορίζεται αποκλειστικά στην υλοποίηση ή/και λειτουργία συγκεκριμένων τεχνικών έργων μέσω διαδικασιών Δημοσίων Συμβάσεων, υπό αυστηρά καθορισμένους συμβατικούς όρους και πλήρη κρατικό έλεγχο, με την υδατική πολιτική, την τιμολόγηση, την κατανομή και τους όρους διάθεσης του νερού να καθορίζονται αποκλειστικά από το Κράτος και δεν υπόκεινται σε καθεστώς ελεύθερης εμπορικής διάθεσης.
Συμπληρώνεται ότι καμία υφιστάμενη ή προγραμματιζόμενη μονάδα αφαλάτωσης δεν διαθέτει δικαίωμα καθορισμού τιμών ή ανεξάρτητης διάθεσης του παραγόμενου νερού και πως όλες οι μονάδες λειτουργούν στο πλαίσιο του εθνικού σχεδιασμού υδατικής ασφάλειας και των συμβατικών ρυθμίσεων της Δημοκρατίας, με την κινητή μονάδα αφαλάτωσης στον Μαζωτό να αποτελεί συμπληρωματικό μέτρο ενίσχυσης της υδατικής επάρκειας και δεν συνιστά παράδειγμα ιδιωτικοποίησης.
Αναφορικά με το κόστος παραγωγής νερού, σημειώνεται ότι αυτό δεν περιορίζεται στο ενεργειακό σκέλος αλλά περιλαμβάνει λειτουργικές, περιβαλλοντικές, επενδυτικές και δαπάνες συντήρησης, οι οποίες καταγράφονται και ελέγχονται στο πλαίσιο των σχετικών συμβάσεων, ενώ αναφορές σε υποτιθέμενο «υπερβολικό κέρδος ιδιωτών» δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.
Σε επίπεδο υδρολογικών δεδομένων, το Τμήμα αναφέρει ότι το υδρολογικό έτος 2024–2025 καταγράφει βροχόπτωση περίπου στο 65% της μέσης ετήσιας τιμής – ένα από τα οκτώ ξηρότερα έτη από το 1902, προσθέτοντας ότι οι μειωμένες εισροές στα φράγματα και η σημαντική επιβάρυνση των επιφανειακών και υπόγειων υδατικών συστημάτων συνιστούν αντικειμενικούς περιορισμούς που καμία πολιτική δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως.
Συμπληρώνεται ότι με βάση τα σημερινά δεδομένα, το 2026 προβλέπεται ως μία χρονιά υψηλού υδατικού κινδύνου, με περιορισμένα αποθέματα εκκίνησης και αυξημένη πίεση στο σύστημα ύδρευσης, εφόσον δεν καταγραφούν ουσιαστικές εισροές, με τον σχεδιασμό του ΤΑΥ να εφαρμόζεται βάσει του Σχεδίου Διαχείρισης Ξηρασίας, με συνεχή αξιολόγηση των ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων.
Τονίζεται δε ότι, τις τελευταίες δεκαετίες, ακριβώς γιατί υπήρχε και η ανάγκη και η τεχνοκρατική γνώση για τις αλλαγές που επισυμβαίνουν στις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής, το Κράτος, μέσω του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, έχει προβεί σε τεράστιες επενδύσεις σε έργα υποδομής, παραγωγής και διάθεσης νερού ανά το παγκύπριο.
Προστίθεται ότι σε σχέση με τις απώλειες στα δίκτυα, υλοποιείται ο σχεδιασμός ενός εκτεταμένου προγράμματος εκσυγχρονισμού και μείωσης απωλειών, το οποίο εντάσσεται στο Εθνικό Επενδυτικό Πλάνο Υδατικών Έργων, συνολικού ύψους άνω του €1 δισ., με ορίζοντα υλοποίησης έως το 2035, το οποίο περιλαμβάνει έργα αποθήκευσης, ύδρευσης, άρδευσης, αφαλάτωσης και αναβάθμισης υποδομών σε όλη τη χώρα.
Διευκρινίζεται ακόμη ότι η άρδευση δημόσιων χώρων κατά τη διάρκεια βροχής ή η αδειοδότηση υδροβόρων δραστηριοτήτων, αποτελούν στοχευμένη και ουσιαστική παρέμβαση του ΤΑΥ προς τους εξουσιοδοτημένους παρόχους νερού, όπως είναι οι Αρχές Τοπικής αυτοδιοίκησης και ΕΟΑ, ώστε τα φαινόμενα να περιοριστούν, κάτι που αποτελεί συνολική πολιτική διαχείρισης ζήτησης και στην ευθύνη πολλών αρμόδιων υπηρεσιών.
Μεμονωμένα περιστατικά εξετάζονται και αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο των διαδικασιών ελέγχου και προσαρμογής που εφαρμόζονται συστηματικά και αποτελεί μικρό ποσοστό στο συνολικά διαχειριζόμενο νερό άρδευσης, αναφέρεται ακολούθως, προσθέτοντας ότι ποσότητες που έχουν διατεθεί για αναπτύξεις γκολφ από φράγματα, κατά την περασμένη χρονιά, ανέρχονται σε ποσοστό 0,7% της συνολικής ποσότητας που διατέθηκε από τα Κυβερνητικά Συστήματα για Άρδευση το 2025. Σε κάθε περίπτωση, τα δύο γκολφ που αρδεύουν από το Αρδευτικό της Πάφου δεν επηρεάζουν τις ποσότητες που δίνονται στους γεωργούς, παρόλα αυτά το κράτος έχει δώσει χρονοδιάγραμμα στις αναπτύξεις για δημιουργία των απαραίτητων υποδομών ώστε να αρδεύονται από ίδιες πηγές.
Σε σχέση με το έργο του Φράγματος Τερσεφάνου, το 2019 αναφέρεται ότι προκηρύχθηκε η κατασκευή του σε διαγωνισμό που δεν προέβλεπε την κατασκευή των αγωγών γεγονός που έγινε το 2024, με τη χρονική διαδοχή των διαδικασιών να οφείλεται, ανάμεσα σε άλλα, σε αντικειμενικούς διοικητικούς και τεχνικούς λόγους, καθώς και σε εκκρεμότητες απαλλοτριώσεων και ενστάσεις ιδιοκτητών, και δεν συνιστά υπαιτιότητα της Αναθέτουσας Αρχής.
«Η αγροτική παραγωγή και η επισιτιστική ασφάλεια αποτελούν πρωταρχική προτεραιότητα της εθνικής υδατικής πολιτικής. Η αξιοποίηση της αφαλάτωσης, του ανακτημένου νερού και των έργων αποθήκευσης στοχεύει ακριβώς στη στήριξη και ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα, ιδιαίτερα υπό τις συνθήκες κλιματικής αλλαγής», υπογραμμίζεται εν συνεχεία.
Προστίθεται ότι ο εθνικός σχεδιασμός για τη διαχείριση των υδατικών πόρων βασίζεται σε τρεις αλληλένδετους και συμπληρωματικούς πυλώνες, τουτέστιν την ενίσχυση του υδατικού ισοζυγίου μέσω της αξιοποίησης μη συμβατικών πηγών νερού, όπως η αφαλάτωση και το ανακτημένο νερό, την υλοποίηση και αναβάθμιση έργων αποθήκευσης, καθώς και τη βελτίωση των υποδομών και των δικτύων ύδρευσης και άρδευσης, και τη διαχείριση της ζήτησης, μέσα από τον περιορισμό μη αναγκαίων καταναλώσεων, την ενίσχυση της εξοικονόμησης νερού, τουλάχιστον κατά 10% το 2026, τη βελτίωση των αρδευτικών πρακτικών και τη μείωση των απωλειών.
«Η αποτελεσματική και συνδυαστική λειτουργία και των τριών πυλώνων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επάρκεια και ορθολογική διαχείριση των υδατικών πόρων, τόσο για το έτος 2026 όσο και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Το ΤΑΥ, εφαρμόζει συνεκτικό, τεκμηριωμένο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, την περιβαλλοντική προστασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η αντιμετώπιση των προκλήσεων για να είναι αποτελεσματική, επιβάλλεται να είναι συλλογική», καταλήγει η ανακοίνωση.
Πηγή: ΚΥΠΕ











