Παρασκευή 5 Ιουν, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

Το ΚΑΘ ΌΔΟΝ και ο Σάκης που πάει κόντρα-«Δεν μπορώ να πω φάε, σκάσε και φύγε»

Νατάσα Χριστοφόρου  15/05/2020 06:51
Το ΚΑΘ ΌΔΟΝ και ο Σάκης που πάει κόντρα-«Δεν μπορώ να πω φάε, σκάσε και φύγε»

Το ΚΑΘ ΌΔΟΝ και ο Σάκης που πάει κόντρα-«Δεν μπορώ να πω φάε, σκάσε και φύγε»

Νατάσα Χριστοφόρου  15/05/2020 06:51
«Τι πως είμαστε; Το 2013 με την κρίση είχαμε παραπάνω κόσμο. Εδώ περάσαμε πετροβολισμούς από τα κατεχόμενα και πάλι είχε κόσμο. Έτσι πράγμα δεν ξανάδαμε. Έχει είκοσι χρόνια που είμαστε εδώ. Οι παλιοί λένε ότι ακόμα και με τον πόλεμο το ’74 εδώ είχε κόσμο. Πρώτη φορά δεν έχει κόσμο η Λήδρας», λέει καθώς τρώει μια μερίδα παϊδάκια.

Κάνει παύση και δείχνει τις στοιβαγμένες καρέκλες, στην άκρη του μαγαζιού που είχε κόσμο, όποια ώρα κι αν περνούσες απ’ έξω. Όποιος έχει πάει στη Λήδρας, άλλωστε, όχι μόνο γνωρίζει, αλλά έχει κάτσει κιόλας στο εστιατόριο ΚΑΘ’ΟΔΟΝ και έχει μιλήσει με τον ιδιαίτερα κοινωνικό ιδιοκτήτη του Σάκη Σιακόπουλο. Το στέκι στην πράσινη γραμμή, που μυρίζει Ελλάδα, περνά όπως πολλοί χώροι εστίασης, την πιο δύσκολη φάση της ιστορίας του.
«Κλείσαμε περίπου δέκα μέρες, αλλά μετά ανοίξαμε επειδή τα έξοδα τρέχουν πάρα πολύ. Είπα να δοκιμάσω μετά από 20 χρόνια, το delivery. Το δοκιμάσαμε και έτσι βγαίνουν τα έξοδα των παιδιών που μπήκαν στο πρόγραμμα του Υπουργείου. Τα έξοδα και τα ενοίκια που είναι τεράστια, ούτε ονειρεύομαι να τα βγάλω».

Ο Σάκης είναι ένας τύπος που δεν χάνει ποτέ το χιούμορ και την αισιοδοξία του. Ωστόσο, η κατάσταση με την πανδημία, του προκαλεί μεγάλη αγωνία αφού δεν μπορεί να κάνει πρόβλεψη για το μέλλον.
 
«Εάν είχα τράπεζα δική μου, αγαπητή, δεν θα είχα πρόβλημα κανένα. Δεν έχω τράπεζα δική μου δυστυχώς…

Τώρα πως θα είναι όταν ανοίξουμε στις 21 Μαΐου, ένας Θεός ξέρει… Διότι, θα είναι δύσκολα με τις αποστάσεις. Είμαστε μαθημένοι στα δύσκολα. Δεν ξέρουμε, όμως, πως θα αντιδράσει ο κόσμος.
 
Κάθε δύο τετραγωνικά, πρέπει να μπαίνει ένα άτομο, άρα εγώ προσωπικά δικαιούμαι περίπου 40 άτομα έξω. Τώρα εάν με ρωτήσεις οικονομικά τι σημαίνει αυτό, θα πω ότι εάν γεμίσουμε τα τραπέζια, όλη μέρα μιάμιση φορά, θα είμαι πολύ ευχαριστημένος. Ο κόσμος είναι φοβισμένος. Εμείς θα κάνουμε τα πάντα για να αισθάνεται ασφάλεια. Ότι επιβάλλεται θα το κάνουμε.

Ξέρεις πόσο κόσμο ξέρω, που έχει μαγαζιά και δεν θα τα ανοίξει; Κάποιοι δεν έχουν χώρο έξω, για να βάλουν κόσμο. Κάποιοι έχουν 40 καρέκλες έξω. Οι 40 θα γίνουν 20. Πώς θα βγουν... Δεν φταίει η πολιτεία, φυσικά. Κανένας δεν φταίει αλλά… Δυστυχώς και το λέω με πόνο καρδιάς, πολλά μαγαζιά δεν θα επιβιώσουν. Ούτε εγώ ξέρω εάν θα αντέξω. Μακάρι να αντέξω…».

Ο Σάκης περιμένει πως και πως, να υποδεχθεί τους πελάτες και άρχισε ήδη να προγραμματίζει πως θα λειτουργήσει στα αρχικά στάδια η επιχείρηση.

«Θα έχει μουσική βεβαίως, δεν ξέρουμε ακόμα τι μέρες. Σίγουρα Παρασκευή και Σάββατο. Εγώ θέλω μουσική και για την ψυχολογία του κόσμου και για τη δική μας. Ο μουσικός όμως δεν ξέρω αν θα βγάζει τα έξοδά του, με τόσο λίγο κόσμο.

Εργοδοτώ 33 άτομα. Δεν μπορώ να τους φέρω όλους. Δόξα των Θεώ είναι όλοι καλυμμένοι με κοινωνικές ασφαλίσεις. Οπόταν τουλάχιστον μπορούν να πάρουν το 60%. Εργοδοτώ ήδη έξι άτομα για το delivery. Από κει και πέρα θα πάρω όσους μπορώ. Θα συζητήσω μαζί τους, να δω ποιοι θέλουν να τους δώσω ώρες, αλλά όσες μπορούν».

Μένει αποσβολωμένος και προς στιγμή νομίζω πως θα με πετάξει έξω, όταν ρωτώ εάν προτίθεται να βάλει περιορισμούς στο χρόνο παραμονής των πελατών. Η απάντηση που έρχεται μετά από μια… οργισμένη παύση, είναι ομολογουμένως αποστομωτική.

«Το μαγαζί είναι ταβέρνα Κυπριακή/Ελληνική. Εμείς δεν είμαστε ούτε Ολλανδοί, ούτε Εγλλέζοι. Εμείς όταν κάνουμε σεξ, κάνουμε σεξ. Δεν κάνουμε σεξ κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Έχουμε άλλη κουλτούρα εμείς. Εγώ δεν μπορώ στον πελάτη μου, που με έχει στηρίξει είκοσι χρόνια να του πω φάε, σκάσε και φύγε. Δεν θα το κάνω αυτό. Σημαίνει πως δεν σέβομαι τον πελάτη μου και ότι κοιτάω την πάρτη μου. Εγώ όχι… όχι… Αυτό δεν πρόκειται. Εντάξει τώρα εάν κάποιος κάτσει και πάρει ένα αναψυκτικό και κάτσει πέντε ώρες, θα του πω φιλαράκι sorry... Αλλά όχι, όχι, έτσι πράματα δεν κάνω. Τότε ας το κάνω Times Square το μαγαζί και να πουλώ fish and chips.

Ξέρεις, είμαι στην Κύπρο 25 χρόνια. Είμαι Σαλονικιός. Ήμουνα δηλαδή… Τώρα είμαι Κυπραίος με βούλα. Πήρα Κυπριακή υπηκοότητα. Εδώ ζω, εδώ αναπνέω. Θέλω να μπορώ να ψηφίζω και να είμαι ενεργός πολίτης. Έχω την άποψη ότι ο κόσμος πρέπει να ψηφίζει. Ότι θέλει, αλλά πρέπει να ψηφίζει».
Ούτε με σφαίρες…
«Ευτυχώς εμένα δεν με καθήλωσε όλο αυτό, αγαπητή. Τώρα το μυαλό μου δουλεύει παραπάνω ώρες απ’ ότι πριν. Οργανώνομαι και φτιάχνω πράγματα, για την επόμενη ημέρα. Ευτυχώς τώρα έκανα το delivery και έρχομαι κάποιες ώρες.
 
Εάν ήμουν σπίτι, επειδή όπως λέμε στην κυπριακή είμαι νευρικόπελλος, θα τρελαινόμουν. Εάν πάρω δύο μέρες ρεπό δεν αντέχω σπίτι. Μου αρέσει να δουλεύω και να είμαι μέσα στον κόσμο. Ευτυχώς, το μαγαζί μου έδωσε τη δυνατότητα να δουλεύω, να σκέφτομαι και να είμαι εδώ… Το πρωί 12 με 3 και το βράδυ 6-11 κάνουμε delivery. Έτσι το μυαλό μου έμεινε απασχολημένο. Να ήμουν σπίτι στους τέσσερις τοίχους και να μην μπορώ να δω τους φίλους και τα παιδιά μου, ούτε με σφαίρες…
«Ακατάχνωτα…»
 «Ακατάχνωτα και θα κρατήσουμε το delivery. Δεν έχουμε άλλη επιλογή… Βέβαια είναι άλλο πράγμα να έρχεται ο πελάτης στο μαγαζί και να του μιλάς».

Αρχίζει να παραληρεί όταν έρχεται η κουβέντα, στη σχέση που ανέπτυξε τόσα χρόνια με τους πελάτες.
 
«Μου λείπει η σχέση με τους πελάτες. Εγώ λατρεύω να μιλάω με τον κόσμο. Δεν μπορώ… Δεν μπορώ… Θέλω τον κόσμο μου… Θέλω τη δουλειά μου, την κοινωνική μου σχέση. Δεν μπορώ… Θέλω τον κόσμο μου…».

Τα νέα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στους χώρους εστίασης, θα ανεβάσουν και το κόστος κάτι που προκαλεί ένα ακόμη πονοκέφαλο.

«Θα ανέβει και το κόστος. Πρέπει να πάρεις αντισηπτικά. Εγώ θα έχω ένα σε κάθε τραπέζι που είναι πέντε ευρώ το ένα. Πρέπει να έχουμε μάσκες που πρέπει να αλλάζονται. Μια καλή μάσκα είναι πέντε ευρώ. Πρέπει να κάνεις άλλο μενού. Είναι έξοδα…».

Η απάντηση είναι άμεση και κατηγορηματική, όταν ερωτάται εάν θα ανεβάσει τις τιμές.

«Όχι γλυκιά μου, τι λες τώρα… Να βγάλω τα μάτια μου μόνος μου; Ο κόσμος δεν έχει εισοδήματα κι εγώ θα αυξήσω τις τιμές; Ούτε με σφαίρες, δεν ανεβάζω τιμές. Εγώ θέλω να τις κατεβάσω, αλλά δεν ξέρω εάν θα βγαίνει το κόστος».
«Πρέπει να επιβιώσουμε»
«Πάντα έλεγα εάν αύριο τα χάσω όλα, θα μπορούσα να βρω δουλειά, λόγω της εμπειρίας μου, σε χώρο εστίασης και θα είχα και ένα αξιοπρεπή μισθό. Τώρα που θα πάω; Πρέπει να επιβιώσουμε. Είναι πρώτα απ’ όλα  η επιβίωση των παιδιών που τόσα χρόνια με εμπιστεύονται και δουλεύουν κοντά μου, η επιβίωση του μαγαζιού και η προσωπική μου επιβίωση…».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας