Κυριακή 29 Ιαν, 2023 | Επικοινωνία
trans gif

Τα πανηγύρια για τους whistleblowers, το πρώτο τεστ και τα λανθασμένα μηνύματα

Μικαέλλα Λοίζου  29/11/2022 06:50
Τα πανηγύρια για τους whistleblowers, το πρώτο τεστ και τα λανθασμένα μηνύματα

Τα πανηγύρια για τους whistleblowers, το πρώτο τεστ και τα λανθασμένα μηνύματα

Μικαέλλα Λοίζου  29/11/2022 06:50

Στις 20 Ιανουαρίου 2022, η Υπουργός Δικαιοσύνης, Στέφη Δράκου, εξέδωσε μία πανηγυρική ανακοίνωση. Εξέφραζε την ικανοποίησή της για την υπερψήφιση του νομοσχεδίου για την προστασία προσώπων που καταγγέλλουν πράξεις διαφθοράς. Υποστήριξε, μάλιστα, πως «δημιουργείται ένας πανίσχυρος μηχανισμός ασφάλειας, με σκοπό την ενθάρρυνση των εργαζομένων να καταγγέλλουν και να δίνουν σχετικές πληροφορίες που αποκτούν στο εργασιακό τους περιβάλλον». Ήταν, μάλιστα, σίγουρη πως πλέον οι εργαζόμενοι που προχωρούν σε καταγγελίες θα έχουν πλήρη προστασία και δεν θα υπόκεινται σε αντίποινα.

Ο «περί της Προστασίας Προσώπων που Αναφέρουν Παραβάσεις του Ενωσιακού και Εθνικού Δικαίου Νόμος του 2022», όπως ονομάζεται, δημοσιεύθηκε στις 4 Φεβρουαρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Και η προστασία μαρτύρων δεν ήταν μόνο νομική και εναρμονιστική υποχρέωση του κράτους. Πάνω από όλα ήταν και είναι ηθική.

Στο πρώτο μεγάλο τεστ φαίνεται πως το κράτος άφησε λανθασμένες εντυπώσεις. Η Άννα Αριστοτέλους αποφάσισε να λειτουργήσει ως whistleblower όταν απέκτησε πληροφορίες στον χώρο εργασίας της για κάποιες ενέργειες, τις οποίες θεώρησε πράξεις διαφθοράς. Αρχικά προσπάθησε να το χειριστεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Συνάντησε όμως απροθυμία, αφού παραδέχθηκε πέντε μήνες μετά, η Εισαγγελία ήταν ενήμερη, αλλά δεν ενήργησε αυτεπάγγελτα και περίμενε γραπτή καταγγελία. 

Ακολούθησε ο διορισμός του Αχιλλέα Αιμιλιανίδη ως ποινικού ανακριτή. Η κ. Δράκου επέδειξε διστακτικότητα να θέσει σε διαθεσιμότητα το πρόσωπο που καταγγέλθηκε, αν και τελικά το έπραξε και η έρευνα ξεκίνησε. Κατά τη διάρκειά της, μέρος του μαρτυρικού υλικού που κατέθεσε η καταγγέλλουσα, βρέθηκε να παίζει στην τηλεόραση, χωρίς ποτέ να διαταχθεί έρευνα για το πώς διέρρευσε. Διατάχθηκε, όμως, δεύτερη έρευνα για τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν.

Ο κ. Αιμιλιανίδης ολοκλήρωσε την έρευνά του και παρέδωσε την έκθεση στη Νομική Υπηρεσία στις 15 Σεπτεμβρίου. Κι έκτοτε οι Εισαγγελείς λένε πως τη μελετούν, η Υπουργός δηλώνει άγνοια και τα ΜΜΕ βουίζουν ότι ο ποινικός ανακριτής εντόπισε τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τρία άτομα, χωρίς ποτέ να έχουν διαψευσθεί αυτές οι πληροφορίες.

Το λιγότερο που μπορεί να καταλογιστεί στη Νομική Υπηρεσία για την καθυστέρηση που παρατηρείται, είναι πως μια πολύ σοβαρή υπόθεση δεν αποτελεί προτεραιότητα και δεν ιεραρχείται με τον τρόπο που θα ανέμενε η κοινή γνώμη. Όμως οι δικηγόροι της Διεύθυνσης των Φυλακών δεν κατηγόρησαν τη Νομική Υπηρεσία για ολιγωρία αλλά για κάτι πολύ χειρότερο: Πως προσπαθεί «να εξεύρει τρόπους για να μην διώξει τον κ. Κατσουνωτό». Έκαναν επίσης λόγο για εμφανή προσπάθεια της Νομικής Υπηρεσίας «να συγκαλύψει και να αποσιωπήσει την υπόθεση» και κάλεσαν τον Γενικό Εισαγγελέα να ανακοινώσει δημόσια το αποτέλεσμα του πορίσματος Αιμιλιανίδη.

Παρόμοια έκκληση είχαν κάνει, βεβαίως, και οι βουλευτές, αναφορικά με το πόρισμα Ηλία Στεφάνου για το μαύρο βαν, όμως τότε ο Γενικός Εισαγγελέας απάντησε πως «ποινική έρευνα και διαφάνεια είναι αντικρουόμενοι όροι». Δεν ήταν, ωστόσο, αντικρουόμενοι όροι σε ό,τι αφορά τα ευρήματα των ποινικών ανακριτών που διορίστηκαν για να διερευνήσουν το θέμα των ναρκωτικών και των κινητών στις Κεντρικές Φυλακές. Πρόκειται για μία έρευνα που διατάχθηκε μετά την έναρξη των ερευνών Αιμιλιανίδη και που ολοκληρώθηκε πολύ αργότερα. Για αυτά τα ευρήματα, τα οποία, όπως προκύπτει από την ίδια την ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας δεν ήταν ποινικής φύσεως, είχαν χρόνο να αφιερώσουν και μάλιστα να μπουν στα «χωράφια» της Υπουργού Δικαιοσύνης, στην οποία, σύμφωνα με την ίδια, δεν δίνουν καν ενδείξεις για το περιεχόμενο του πορίσματος Αιμιλιανίδη. Κι αυτή δεν ήταν η μόνη έρευνα που έψαχνε να βρει λάθη στη Διεύθυνση των Φυλακών, καθώς έτυχαν και μακροσκελούς ανάκρισης για τη διαρροή ενός email, η οποία δεν οδήγησε πουθενά.

Αυτοί οι χειρισμοί είναι φυσικό να αυξάνουν την καχυποψία που υπάρχει. Είναι προφανές πως, εάν υπάρχουν ενδείξεις πως θα πρέπει να γίνουν διορθωτικές κινήσεις από πλευράς Φυλακών, τότε θα πρέπει αυτές να εξεταστούν στο αρμόδιο επίπεδο και να προωθηθούν. Όταν, όμως, αποφασίζεται να διερευνηθεί εις διπλούν η Διεύθυνση των Φυλακών, ενόσω εκκρεμεί η διερεύνηση της δικής τους καταγγελίας για διαφθορά, οι συνειρμοί είναι αναπόφευκτοι. Η κ. Αριστοτέλους προφανώς και δεν έτυχε κανενός είδος «πανίσχυρης» προστασίας και τώρα έχει πάτημα να λέει πως λειτούργησαν εναντίον της εκδικητικά. 

Θα μπορούσε κάποιος κάλλιστα να διερωτηθεί γιατί τα όποια λάθη ή ανεπάρκειες στις Φυλακές δεν θα τα διόρθωσε ο Γιώργος Σαββίδης όταν ήταν ο πολιτικός τους προϊστάμενος και τώρα στέλνει επιστολές στη νέα Υπουργό Δικαιοσύνης. Η Διεύθυνση και το καθεστώς ήταν πάνω κάτω τα ίδια και κατά τη δική του θητεία, αλλά ο ίδιος δεν προέβη σε σχετικές ενέργειες. Παρομοίως, θα μπορούσε να λύσει το ζήτημα με τα κινητά το Υπουργείο Μεταφορών, αν δούλευε σωστά και εντός χρονοδιαγραμμάτων το σύστημα που εγκαταστάθηκε. Συνεπώς το κράτος είχε πολλές χαμένες ευκαιρίες να επιλύσει τυχόν αδυναμίες των Φυλακών, αλλά μέχρι την στιγμή που έκανε καταγγελία η Διευθύντριά τους κατά αξιωματικού της Αστυνομίας, για κάποιο λόγο επέλεγε να μην το πράξει.

Μιλώντας στην κρατική τηλεόραση, η Άννα Αριστοτέλους υπέδειξε πως «δεν είδαμε ποτέ την Νομική Υπηρεσία να κατακεραυνώνει άλλες υπηρεσίες που έχουν να κάνουν με την προστασία της κοινωνίας, αλλά φαίνεται πως οι ευαισθησίες τους είναι επιλεκτικές. Όταν τα Δικαστήρια κατακεραυνώνουν την Αστυνομία, η Νομική Υπηρεσία δείχνει την ίδια ευαισθησία; Πόσες φορές έπεσαν υποθέσεις στα Δικαστήρια από λάθη της Αστυνομίας; Αμέτρητες. Γιατί τόση επιλεκτική ευαισθησία; Η απάντηση για μας είναι απλή, επειδή τολμήσαμε να καταγγείλουμε τον ανώτερο αξιωματικό, το μεγάλο αμάρτημα το οποίο κάναμε. Τολμήσαμε να καταγγείλουμε πράξη διαφθοράς». Και είναι αλήθεια, πως υπήρξαν τεράστια λάθη και ανεπάρκειες από πλευράς Αστυνομίας, για τις οποίες η Νομική Υπηρεσία δεν προέβη σε καμία δημόσια υπόδειξη. Τρανταχτό παράδειγμα η απόφαση του Ανωτάτου για την περίπτωση της 19χρονης Βρετανίδας, η οποία εξέθεσε την Κύπρο και εκτός συνόρων και η Νομική Υπηρεσία δεν προέβη σε καμία δημόσια επισήμανση ή υπόδειξη, ούτε απευθύνθηκε στη Στέφη Δράκου για να χειριστεί το θέμα. 

Αυτές οι συμπεριφορές δεν στέλνουν τα σωστά μηνύματα σε όσους σκέφτονται να καταγγείλουν υποθέσεις που εκλαμβάνουν ως πράξεις διαφθοράς. Ίσως γι’ αυτό η νεοσυσταθείσα Αρχή κατά της Διαφθοράς έπηξε στη δουλειά, πριν καν πιάσει επίσημα δουλειά∙ επειδή οι υπόλοιποι δεν πείθουν για τις προθέσεις τους με τη συμπεριφορά τους. Στο χέρι τους είναι να διορθώσουν τις λανθασμένες εντυπώσεις και με την στάση τους να ενθαρρύνουν όσους έχουν στη διάθεσή τους πληροφορίες να τις καταθέσουν. Αν αισθάνονται πως, ενόσω διερευνώνται οι καταγγελίες τους, θα διορίζουν ποινικούς ανακριτές εναντίον τους και θα τους κάνουν πολύωρες ανακρίσεις στην Αστυνομία για ζητήματα που εκ των υστέρων αποδεικνύεται πως δεν υφίστανται, προφανώς και δεν θα το πράττουν.

Το κράτος απέτυχε στο πρώτο μεγάλο τεστ, τουλάχιστον σε επικοινωνιακό επίπεδο. Δεν γνωρίζουμε ακόμη την έκβαση του ουσιαστικού σκέλους της καταγγελίας, καθώς η Νομική Υπηρεσία την μελετά κι αυτόν τον μήνα. Όσο κάνουμε εμείς υπομονή, όμως, κάποιοι άλλοι, που γνωρίζουν πράματα και θάματα, μπορεί να κάνουν δεύτερες σκέψεις…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας