powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η αποτίμηση των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών, οι προοπτικές που ανοίγονται για την Κύπρο και η ανάγνωση για το εσωτερικό των ΗΠΑ

Θετικά αποτιμάται για την Κύπρο το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών, που οδήγησε σε σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών έναντι των Ρεπουμπλικάνων, αφού εκτιμάται πως το Κογκρέσο με την πλειοψηφία που έχει δημιουργηθεί, μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων.

Παράλληλα, εκτιμάται ότι ανοίγει η πόρτα για συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ομάδα κρατών που ονομάζονται «Major Non NATO Alies» στα οποία παρέχονται προνομιακά δάνεια, πλεονάζον πολεμικό υλικό, διάφορες συνεργασίες και λοιπά, εάν υπάρξουν οι κατάλληλοι χειρισμοί από την Κυβέρνηση.

Αναλύοντας το αποτέλεσμα των εκλογών στο κομμάτι της εξωτερικής πολιτικής, ο διεθνολόγος Πέτρος Ζαρούνας, κλήθηκε από τον REPORTER να αποτιμήσει το αποτέλεσμα και κατά πόσον επηρεάζει την εξωτερική πολιτική, λέγοντας πως όλα επηρεάζουν, καθότι όλα ξεκινούν από το χρήμα.

Όπως υπέδειξε «για παράδειγμα, ο πόλεμος στο Ιράν θέλει 79 επιπλέον δισεκατομμύρια. Πρέπει να τα εγκρίνει το Κογκρέσο. Αν δεν τα εγκρίνει, έχει επιλογές ο Πρόεδρος. Το ένα είναι να πάρει λεφτά που είναι ήδη εγκεκριμένα μέσα στον αμυντικό προϋπολογισμό και αντί να κατασκευάσει πέντε υποβρύχια, να τα αναβάλει και να πάει να πληρώσει για τις ανάγκες του πολέμου. Έχει όμως, κάποια περιθώρια».

Σημείωσε ότι «αν ξεκινήσει έναν πόλεμο, πρέπει να έχει την έγκριση του Κογκρέσου, αν ξεπεράσει τις 60 μέρες. Όμως μπορεί να κάνει το κόλπο ότι ο πόλεμος προηγουμένως τέλειωσε και αυτός είναι νέος πόλεμος. Άρα έχει περιθώριο ακόμα 60 μέρες να κάνει επιχειρήσεις και ύστερα να πάρει την έγκρισή. Δηλαδή, επειδή η εξωτερική πολιτική και οι πόλεμοι είναι αρμοδιότητα του Προέδρου, οι εξουσίες του είναι μεγάλες. Ακόμα κι αν υπάρχουν αυτές οι δυσκολίες του Κογκρέσου, μπορεί, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να συνεχίσει να κάνει την πολιτική του. Αλλά μακροπρόθεσμα δεν μπορεί να πάει μακριά. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να βρει 79 δισεκατομμύρια».

Τόνισε εξάλλου ότι «στην περίπτωση Ουκρανίας-Ρωσίας, οι Δημοκρατικοί είναι υπέρ της Ουκρανίας και όχι υπέρ του Πούτιν. Άρα θα είναι θετικοί στο να εγκρίνουν κονδύλια, να δώσουν όπλα στους Ουκρανούς. Θα σπρώχνουν προς την κατεύθυνση οι Δημοκρατικοί μέσα στο Κογκρέσο. Άρα, ο Πρόεδρος θα έχει πρόβλημα να συνεχίσει ακόμα και τις πολιτικές που ακολουθούσε, γιατί το Κογκρέσο, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, είτε πολιτικά, είτε νομικά ή οικονομικά, θα του περιορίσει τις δυνατότητες».

Μπορεί, είπε ο κ. Ζαρούνας, «να του περιορίσει τις δυνατότητες π.χ. σε διορισμούς υπουργών που πρέπει να περάσουν από την Επιτροπή Εξωτερικών ή σε διορισμούς αξιωματούχων, όπως είναι οι πρέσβεις, για παράδειγμα. Θα πρέπει να διορίσει νέο πρέσβη για την Ελλάδα. Πρέπει να περάσει από έγκριση από την Επιτροπή Εξωτερικών της Γερουσίας. Όλα αυτά τα πράγματα θα τον σπρώχνουν να ακολουθεί πολιτικές πιο κοντά σε αυτές που θέλουν οι Δημοκρατικοί και λιγότερο απόλυτες ή δραστικές, όπως ο ίδιος τις ονειρεύεται ή τις ασκεί σήμερα. Άρα, παρόλο που υπάρχει ένας όρος, «lame duck», δηλαδή κουτσή πάπια, ο Πρόεδρος στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής δεν θα είναι ακριβώς αυτό το πράγμα. Αλλά είναι ένας πρόεδρος που δεν μπορεί να κάνει μεγάλα πράγματα ή για πολύ καιρό χωρίς τη συναίνεση του Κογκρέσου».

Τα οφέλη για την Κύπρο

Κληθείς να επεξηγήσει εάν προκύπτουν οφέλη για την Κύπρο, ο διεθνολόγος ανέφερε πως παλαιότερα, οι ΗΠΑ ήταν άμεσα εμπλεκόμενες, αφού είχαν τον Τομ Γουέστον, ειδικό απεσταλμένο για το Κυπριακό. Εκείνη την εποχή, οι Αμερικανοί θεωρούσαν, όπως είπε, ότι το πιο επείγον είναι να δέσουν την Τουρκία στην Ευρώπη και το εμπόδιο ήταν το Κυπριακό.

Όπως είπε, «πίεζαν τους Κύπριους να δεχτούν μια λύση μέσω επιδιαιτησίας, για να μπορέσει να γίνει αυτό το πράγμα. Σήμερα είμαστε σε μια άλλη εποχή, όπου η Τουρκία πλέον δεν βλέπει προς την Ευρώπη. Βλέπει προς την ευρύτερη περιοχή, να διαδραματίσει ρόλο περιφερειακής και αναθεωρητικής δύναμης. Και αν υπάρχει κάτι που επείγει για τους Αμερικανούς, είναι η προστασία του Ισραήλ αυτή τη στιγμή. Οπότε την Κύπρο τη βλέπουν από αυτή τη ματιά».

Τόνισε εξάλλου πως «γι' αυτό έχουν αδιαφορήσει σε ό,τι αφορά το Κυπριακό. Ούτε νέο απεσταλμένο έχουν διορίσει, ούτε στις περίφημες άτυπες πενταμερείς, είτε κανονικές πενταμερείς, είναι παρόντες. Έχουν έναν πρέσβη που όταν ρωτηθεί, λέει τη γνωστή πολιτική, σύμφωνα με τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Και ένας από τους λόγους είναι ότι, εάν επέμεναν σε αυτό κάτι πιο ουσιαστικό τρόπο, θα ήταν σε σύγκρουση με την Τουρκία, που θέλει λύση δύο κρατών. Οπότε, με αυτή την αδιάφορη, πολιτική σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, αποφεύγουν και τις τριβές με την Τουρκία».

Τώρα, συνέχισε, «το κέντρο βάρους είναι στις διμερείς σχέσεις, επειδή η Κύπρος είναι σημαντική για την ασφάλεια του Ισραήλ. Οπόταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν ότι αφού τα θέματα της λύσης τα ανέλαβαν τα Ηνωμένα Έθνη, εκείνοι βλέπουν πώς μπορούν να δουλέψουν με την Κυπριακή Δημοκρατία. Εξού και οι συμφωνίες για αναβάθμιση της βάσης Ανδρέας Παπανδρέου, η δημιουργία ελικοδρομίου στο Μαρί, η συμφωνία για το Cyclops στη Λάρνακα. Όλα αυτά, έγιναν επί κυβερνήσεων Δημοκρατικών, όταν ήταν ΥΠΕΞ ο Μάικ Πομπέο».

Επισήμανε ακόμα πως «τώρα που έρχονται οι Δημοκρατικοί να αναλάβουν τον έλεγχο ολόκληρου του Κογκρέσου, μάλιστα κατά τρόπο πολύ συγκεκριμένο και με δυνατούς αριθμούς, το Κογκρέσο θα συνεχίσει να στηρίζει αυτή την πολιτική, δηλαδή την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων. Θα ανοιχτούν και δυνατότητες να πάνε ακόμα πιο πέρα οι σχέσεις μας».

Για παράδειγμα, σημείωσε «υπάρχει στις ΗΠΑ μια νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει ότι κάποιες χώρες έχουν προνομιακή αντιμετώπιση από τις ΗΠΑ και θεωρούνται σύμμαχες χώρες εκτός ΝΑΤΟ. Ο όρος είναι Major Non-NATO Allies. Είναι μια ρύθμιση στην εσωτερική νομοθεσία των ΗΠΑ, που τους παρέχονται προνομιακά δάνεια, πλεονάζον πολεμικό υλικό, διάφορες συνεργασίες κ.λπ. Σε αυτή την ομάδα θα ήταν εξαιρετικό να είναι μέσα η Κυπριακή Δημοκρατία».

Μέχρι στιγμής, εξήγησε, «είτε γιατί δεν ενδιαφερθήκαμε είτε γιατί οι Αμερικανοί δεν μας ενθάρρυναν για κάτι τέτοιο, γιατί θα ενοχλούσε την Τουρκία, ανοίγονται τώρα οι προοπτικές να πιέσουμε διά μέσου του Κογκρέσου, για να μας εντάξουν οι ΗΠΑ σε αυτή την ομάδα. Με αυτόν τον τρόπο να συσφιχθούν ακόμα περισσότερο οι σχέσεις στα θέματα άμυνας και ασφάλειας».  

Επίσης επειδή έχουν εκλεγεί ένας αριθμός Ελληνοαμερικανών, δηλαδή ένας γερουσιαστής και έξι βουλευτές, «αυτοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν καταλυτικά στο Κογκρέσο, ώστε, από τη μια, όλα τα εξοπλιστικά προγράμματα της Τουρκίας, που σήμερα καθυστερούν ή δεν προχωρούν ή μπλοκάρονται, να συνεχίσουν να είναι σε αυτή την κατάσταση.  Το δεύτερο, είναι ότι μπορούμε να ζητήσουμε ακόμα κάτι παραπάνω. Μπορούν να μπουν νομοθετικές ρυθμίσεις στα πλαίσια του αμυντικού προϋπολογισμού που να λένε ότι, για παράδειγμα, τα οπλικά συστήματα που είναι στην Κύπρο δεν μπορούν να είναι εκεί ή δεν θα παρέχονται ανταλλακτικά ή άλλα εξαρτήματα για την υποστήριξή τους, αν αυτά είναι στην Κύπρο. Οπότε, αν τα ίδια άρματα μάχης είναι έξω από το Ιράκ, στα σύνορα με το Ιράκ, δεν έχει πρόβλημα, θα τους δίνουν ανταλλακτικά. Αλλά αυτά που είναι στην Κύπρο δεν θα τους δίνουν ή να υπάρξουν κάποια εμπόδια».

Καταλήγοντας, ο κ. Ζαρούνας σημείωσε, «τέτοιου είδους μέτρα μπορούμε να προχωρήσουμε, σε ένα ευνοϊκό περιβάλλον μέσα στο νέο Κογκρέσο, για να τα σπρώξουμε. Δημιουργείται ένα ευνοϊκό πεδίο, στο οποίο θα πρέπει να δούμε και εμείς ως κράτος πώς προωθούμε πολιτικές οι οποίες μας ευνοούν, δυσκολεύουν την Τουρκία κ.λπ».

Η ανάγνωση για το εσωτερικό των ΗΠΑ

Επιπτώσεις προκύπτουν και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τη νίκη των Δημοκρατικών, αφού πλέον υπάρχουν τα εργαλεία για να ασκείται έλεγχος στον Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο οι εκτιμήσεις που τέθηκαν στη δημόσια σφαίρα, πως αυτή η νίκη είναι προάγγελος για ανάδειξή τους στην εξουσία, το 2028, είναι πολύ πρόωρη και επιφανειακή.

Ο διεθνολόγος και πολιτικός αναλυτής, Γιώργος Ιωάννου, ανέφερε αρχικά πως αυτό που έγινε ήταν μια πανεθνική αποτίμηση της δεύτερης προεδρίας Τραμπ, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα βαρύ για τον πλανητάρχη.

Όπως εξήγησε, «η ζωή του κυρίου Τραμπ θα γίνει πολύ πιο δύσκολη μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα, στα επόμενα δύο χρόνια, τα οποία απομένουν στη θητεία του. Ο λόγος, είναι ότι πλέον δημιουργούνται θεσμικά αντίβαρα στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Όταν επανεξελέγη το 2024, οι Ρεπουμπλικανοί είχαν την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου και τότε γίναμε μάρτυρες της συμπεριφοράς του Αμερικανού Προέδρου σε διάφορα ζητήματα, αφού ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής. Αυτό θεωρώ ότι θα πρέπει να αλλάξει. Δεν τερματίζεται η προεδρία του, απλά θα έχουν πλέον τα εργαλεία οι Δημοκρατικοί, προκειμένου να ασκήσουν έλεγχο. Για παράδειγμα, στο επίπεδο της νομοθεσίας, θα έχουν τη δυνατότητα να εμποδίζουν πρωτοβουλίες της κυβέρνησης και να απαιτούν συμβιβασμούς για θέματα που αφορούν δημόσιες δαπάνες».

Σημείωσε ακόμα πως «εάν και εφόσον προκύψουν θέματα διορισμών, όπως για παράδειγμα στο Ανώτατο Δικαστήριο, θυμίζω ότι κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ είχαν προκύψει δύο τέτοιες περιπτώσεις, θα μπορούν να ασκήσουν έλεγχο στους υποψηφίους που θα προταθούν από εκείνον, εάν οι υποψήφιοι αυτοί δεν μπορούν να τύχουν της εμπιστοσύνης τους. Ένα άλλο πολύ σημαντικό είναι ο έλεγχος των επιτροπών, ο οποίος θα περάσει στα χέρια των Δημοκρατικών. Αναμένεται ότι θα υπάρξει μια κινητοποίηση των επιτροπών, καθώς πολλοί αξιωματούχοι θα περνούν από τις επιτροπές, προκειμένου να ελέγχονται δημόσια για τις κυβερνητικές αποφάσεις».

Επισήμανε πως «ιδιαίτερα σε μια περίοδο στην οποία η Αμερική έχει εμπλακεί σε έναν πόλεμο, για τον οποίο νομίζω ο Αμερικανός πολίτης δυσκολεύεται να αντιληφθεί τον λόγο για τον οποίο έχει εμπλακεί σε αυτόν τον πόλεμο με το Ιράν».

Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Ιωάννου «μια άλλη παράμετρος είναι το γεγονός ότι η προηγούμενη εμπειρία του προέδρου Τραμπ, κατά την πρώτη του θητεία, ήταν αρκετά άσχημη όταν είχαν οι Δημοκρατικοί τον έλεγχο του Κογκρέσου, καθότι θυμίζω ότι παραπέμφθηκε δύο φορές σε δίκη, από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στη Γερουσία. Για θέματα που είχαν να κάνουν τότε με τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο και προηγουμένως με τον Τζο Μπάιντεν. Όλα αυτά θεωρώ ότι θα αλλάξουν τις ισορροπίες μέσα στο επόμενο διάστημα».

Δεν προκαθορίζουν το αποτέλεσμα του 2028 οι ενδιάμεσες εκλογές

Ο διεθνολόγος χαρακτήρισε ως επικίνδυνα απλοϊκή αναλύσεις που θέλουν τους Δημοκρατικούς να κερδίζουν τις εκλογές του 2028, μετά την πανηγυρική τους νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές, αφού όπως εξήγησε, όταν έχουμε ενδιάμεσες εκλογές, ο κόσμος ψηφίζει για την ανανέωση του συνόλου της Βουλής των Αντιπροσώπων, δηλαδή των 435 βουλευτών, οι οποίοι εκλέγονται κάθε δύο χρόνια.

Άρα, είπε, «εκλέγονται και όταν έχουμε προεδρικές εκλογές και όταν έχουμε ενδιάμεσες. Ψηφίζει το ένα τρίτο περίπου της Γερουσίας. Στη Γερουσία έχουμε 100 γερουσιαστές, περίπου 33 ή 34 κάθε φορά, εκτός αν υπάρχουν ειδικές εκλογές, όπως είχαμε προηγουμένως όταν ήταν 35. Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ πιο εύκολο να εκφραστεί οποιαδήποτε δυσαρέσκεια για μια κυβέρνηση ή για κάποιες ενδεχομένως αποφάσεις που έχει λάβει, που είναι λιγότερο δημοφιλείς, ιδιαίτερα στο σώμα της Βουλής των Αντιπροσώπων».

Όπως υπέδειξε, «το αναφέρω αυτό γιατί στις τελευταίες πέντε ενδιάμεσες εκλογές που είχαμε, στις τέσσερις το κόμμα το οποίο ήταν στην αντιπολίτευση, ή το κόμμα στο οποίο δεν ανήκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, κατάφερε να κερδίσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οπότε το γεγονός ότι έγινε αυτό το πράγμα θα έλεγαν πολλοί ότι ήταν και αναμενόμενο. Αλλά να πάρουμε πραγματικά υπόψη πόσο λεπτές ήταν οι ισορροπίες πριν, καθότι πριν από δύο χρόνια ήταν μόλις πέντε έδρες η διαφορά. Ήταν 220 οι Ρεπουμπλικανοί, 215 οι Δημοκρατικοί».

Όπως είπε, «αντιλαμβάνομαι γιατί κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αποτελούν πρόκριμα τα αποτελέσματα αυτά για μια επικράτηση των Δημοκρατικών σε δύο χρόνια. Το σημαντικό που θα πρέπει να δούμε είναι ότι οι Δημοκρατικοί χρειάζονταν τέσσερις έδρες να κερδίσουν, που δεν είχαν την προηγούμενη φορά, προκειμένου να πάρουν τον έλεγχο στη Γερουσία, και μέχρι στιγμής έχουν πάρει επτά. Έχουν κερδίσει όχι μόνο σε πολιτείες οι οποίες παραδοσιακά είναι αμφίρροπες. Έχουν κερδίσει σε πολιτείες στις οποίες είχαν να κερδίσουν δεκαετίες. Στο Τέξας, για παράδειγμα, που κέρδισαν και τη μάχη της Γερουσίας και τη μάχη για τον κυβερνήτη της πολιτείας, ή ακόμα και στο Κάνσας, που είχαν να κερδίσουν 94 χρόνια. Αυτό είναι σημαντικό. Αλλά δεν προεξοφλεί ότι θα έχουμε αλλαγή σε δύο χρόνια για δύο βασικούς λόγους».

Ο πρώτος, τόνισε «είναι ότι στους Δημοκρατικούς δεν υπάρχει σαφής ένδειξη αυτή τη στιγμή ποια ακριβώς είναι η κατεύθυνση στην οποία θα πάρουν. Στο Μίσιγκαν, για παράδειγμα, επικράτησε ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ και έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος που εκλέγεται στη Γερουσία, αλλά την ίδια ώρα στο Κάνσας, που για πρώτη φορά μετά από 94 χρόνια κερδίζει θέση στη Γερουσία Δημοκρατικός, κέρδισε ένας πάστορας, ο οποίος έχει υπό τον έλεγχό του τη μεγαλύτερη μεθοδιστική εκκλησία στις ΗΠΑ».

Επισήμανε πως «οι αρχές και οι αξίες αυτών των δύο ανθρώπων σε πολλά θέματα μπορεί να είναι κοινές, σε επιμέρους θέματα μπορεί να είναι πάρα πολύ διαφορετικές. Οπότε οι Δημοκρατικοί αυτό που κατάφεραν με μεγάλη επιτυχία αυτή τη στιγμή ήταν να κεφαλαιοποιήσουν τη μεγάλη δυσαρέσκεια του κόσμου προς τον πρόεδρο Τραμπ για τα δύο αυτά χρόνια της διακυβέρνησής του. Κυρίως για την άνοδο του κόστους ζωής, για τον πόλεμο στο Ιράν, ακόμα και για θέματα που έχουν να κάνουν με τη δημοκρατία, καθότι πολλοί άνθρωποι οι οποίοι βρίσκονται στο κέντρο του πολιτικού φάσματος, μεταξύ των δύο κομμάτων, ανησυχούν από πράγματα τα οποία βλέπουν. Θεωρούν ότι υπάρχει μια δημοκρατική οπισθοδρόμηση, ένα backsliding, όπως λέμε, στους δημοκρατικούς θεσμούς».

Ο κ. Ιωάννου θεωρεί πως «θα γίνουμε πολύ σοφότεροι όταν, μέσα στο 2027, θα ξεκινήσουμε πλέον να μπαίνουμε σε τροχιά για τις προεδρικές του 2028 και θα ξεκινήσουν οι πρώτοι υποψήφιοι να καταθέτουν τις υποψηφιότητές τους και από τα δύο κόμματα. Εκεί θα είναι ενδιαφέρον να δούμε αν οι Δημοκρατικοί, οι οποίοι είχαν κάνει μια πολύ κακή διαχείριση πριν από δύο χρόνια. Θυμίζω ότι άφησαν τον πρόεδρο Μπάιντεν να τρέξει ουσιαστικά μόνος του, να πάρει το χρίσμα και μετά την καταστροφική του παρουσία στο πρώτο ντιμπέιτ τον ανάγκασαν να αποχωρήσει.  Έτρεξαν μια διαδικασία για τα μάτια του κόσμου, δίνοντας το χρίσμα στην κυρία Κάμαλα Χάρις, και τελικά έχασαν πανηγυρικά τότε, καθότι σε όλες τις Πολιτείες οι οποίες παραδοσιακά ήταν μεταξύ των δύο κομμάτων κοντά κοντά, τις κέρδισε ο Ντόναλντ Τραμπ».

Για τους Δημοκρατικούς, σημείωσε, «είναι πάρα πολύ σημαντικό να τρέξουν αυτή τη φορά τις διαδικασίες σωστά, να πάρουν τα μηνύματα από την βάση, για να παρουσιάσουν στον αμερικανικό λαό έναν υποψήφιο ο οποίος θα μπορεί να πετύχει αυτό που πέτυχαν χθες. Δηλαδή να συγκεράσει διαφορετικά στοιχεία προκειμένου να τους οδηγήσει σε μια νίκη. Αυτό είναι πολύ πιο εύκολο να το λέμε θεωρητικά παρά να γίνει στην πράξη».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ