powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Προτεραιότητα για την Επίτροπο η έρευνα για το Πόθεν Έσχες-Από τη διοικητική μπορούν να διαφανούν ενδεχόμενα ποινικά, αναμονή από Εισαγγελία

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες του γραφείου της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Μαρίας Χριστοφίδου, για την υπόθεση της γκάφας, με τη δημοσιοποίηση των Πόθεν Έσχες βουλευτών από τη Βουλή, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν στοιχεία τα οποία απαγορεύεται δια του Νόμου που ψήφισε το ίδιο το Κοινοβούλιο.

Παρότι τα Πόθεν Έσχες είχαν δημοσιοποιηθεί στις 20 Οκτωβρίου και παρέμειναν για ώρες αναρτημένα στη σελίδα της Βουλής, ενώ αναδημοσιεύθηκαν από ΜΜΕ και πολίτες είχαν την ευκαιρία να τα μελετήσουν, εντούτοις στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι σε αυτά εμπεριέχονταν στοιχεία που δεν προβλεπόταν από το Νόμο, κάτι που συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Συγκεκριμένα, είχαν δημοσιευτεί στοιχεία συζύγων και εξαρτώμενων των βουλευτών που επανεκλέγησαν, στο μέρος Γ, που σχετίζεται με την «Κατάσταση Συμφιλίωσης».

Το γραφείο της Επιτρόπου, σύμφωνα με πληροφορίες, έθεσε τη διερεύνηση της εν λόγω υπόθεσης ως προτεραιότητα, ώστε το συντομότερο δυνατό να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να καταλήξουν στα ευρήματά τους. Παρόλα αυτά, αρμόδια πηγή, διαμήνυσε πως δεν μπορούν να δοθούν περαιτέρω πληροφορίες ως προς το χρόνο που θα χρειαστεί για ολοκλήρωση της διαδικασίας, αφού αυτό εξαρτάται από τα στοιχεία που θα προκύψουν κατά τη διερεύνηση. 

Σημειώνεται ότι το γραφείο της Επιτρόπου, έλαβε γνωστοποίηση για το περιστατικό, εντός 72 ωρών, όπως προβλέπει ο Νόμος και αξιολογεί το σύνολο των ενώπιόν της πληροφοριών, περιλαμβανομένων των περιστάσεων που συνθέτουν το εν λόγω περιστατικό, της έκτασής του και των μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπισή του.

Σε ανακοίνωση που είχε εκδώσει, σημείωνε μεταξύ άλλων ότι ζήτησε την αφαίρεση στοιχείων και συνδέσμων από ιστοσελίδες, ενώ κάλεσε τα ΜΜΕ και το κοινό να σταματήσουν την αναπαραγωγή των επίμαχων στοιχείων. 

Έρευνα και από τη Βουλή

Παράλληλα, σε εξέλιξη βρίσκεται και η έρευνα της Βουλής, την οποία διέταξε η Πρόεδρος του Σώματος, Αννίτα Δημητρίου, η οποία σε δηλώσεις της, την περασμένη εβδομάδα, είχε χαρακτηρίσει το περιστατικό ως απαράδεκτο, διαμηνύοντας πως αντί η επικέντρωση να αφορά το αυστηροποιημένο νομοθετικό πλαίσιο και τη δουλειά που έκανε η Βουλή, αντιμετωπίζουν μια διαρροή κατά παράβαση προσωπικών δεδομένων ή κατά παράβαση του νόμου.

Στόχος είναι η έρευνα να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό, αφού παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε από τη Βουλή ενημέρωση για το κατά πόσον υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα, εντούτοις δεν κατέστη εφικτό να ξεκαθαριστεί.

Τα ευρήματα από την έρευνα, θα παραδοθούν, σύμφωνα με πληροφορίες, στον αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή της Βουλής, Ανδρέα Χριστοδούλου, ως εκ της θέσεώς του, κάτι που σημαίνει ότι ο ίδιος παραμένει εκτός κάδρου ενδεχόμενης ευθυνών, αφού δεν μπορεί να διερευνήσει τον εαυτό του και ως εκ τούτου ενδέχεται την νύφη να πληρώσουν λειτουργοί. 

Κάποιοι βουλευτές είχαν εκφράσει την πεποίθηση ότι η διερεύνηση οφείλει να είναι αυστηρή και να εξεταστούν άπαντες για τους χειρισμούς που έγιναν σε σχέση με τη δημοσιοποίηση, ώστε να μην φορτωθεί το βάρος της ευθύνης σε απλούς λειτουργούς, εκφράζοντας την άποψη ότι θα έπρεπε να υπάρξει και η ανάλογη εποπτεία πριν τη δημοσιοποίηση.

Aπό τη διοικητική μπορούν να διαφανούν ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα

Από τη στιγμή της δημοσιοποίησης της γκάφας, πολιτικά πρόσωπα είχαν ζητήσει διερεύνηση του περιστατικού, αφού προκύπτει ποινικό αδίκημα, με την Νομική Υπηρεσία να καλείται από τον REPORTER να τοποθετηθεί για το κατά πόσον θα λειτουργήσει αυτεπάγγελτα, ζητώντας από την Αστυνομία να αρχίσει διερεύνηση της υπόθεσης. 

Παρόλα αυτά, αρμόδιο πρόσωπο από τη Νομική Υπηρεσία κλήθηκε πολλές φορές τις τελευταίες μέρες να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσον υπάρχει πρόθεση να διαταχθεί αυτεπάγγελτη έρευνα, ωστόσο η επίσημη θέση που διατυπώνεται είναι ότι «δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να ειπωθεί αυτή τη στιγμή».

Κληθείς από τον REPORTER, να τοποθετηθεί επί του κατά πόσον η έρευνα που διεξάγεται από την Επίτροπο καλύπτει το ποινικό σκέλος ή εάν θα έπρεπε να διενεργηθεί και τρίτη έρευνα με οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, ο νομικός, Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, ανέφερε πως «η Επίτροπος Προσωπικών Δεδομένων, εάν υπάρχει παραβίαση προσωπικών δεδομένων είναι αδίκημα με βάση το Νόμο της και μπορεί να επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο». 

Σημείωσε επίσης, «τώρα, κατά πόσον υπάρχει διάπραξη αδικήματος που δεν έχει να κάνει με τη νομοθεσία των Προσωπικών Δεδομένων, που δεν είναι αρμόδια η Επίτροπος, προφανώς δεν είναι αρμοδιότητά της. Απ' εκεί και πέρα, δεν μπορώ να σχολιάσω οτιδήποτε, γιατί δεν έχω ιδία γνώση των γεγονότων. Αντιλαμβάνομαι απ' ότι διάβασα στις εφημερίδες, ότι η Πρόεδρος της Βουλής διέταξε διοικητική έρευνα για το τι συνέβη». 

Όταν γίνει μια ενδοϋπηρεσιακή έρευνα, είπε, «μπορεί πέραν από τα πειθαρχικά για τα οποία προφανώς στην προκειμένη είναι αρμοδιότητα της Βουλής, εάν προκύπτει ζήτημα εκ πρώτης όψεως να εξεταστούν ποινικά, τότε μπορεί να παραπεμφθεί ερώτημα από τη Βουλή στο Γενικό Εισαγγελέα, για το κατά πόσον χρήζει σκοπιμότητας να γίνει άλλου είδους έρευνα. Δεν είναι κάτι σπάνιο να συμβαίνει». 

Ο κ. Αιμιλιάνίδης τόνισε εξάλλου ότι. «δεν μιλάμε για αδίκημα -τουλάχιστον στη βάση των γεγονότων που έχω υπόψιν μου και επαναλαμβάνω ότι δεν ξέρω τα γεγονότα- βαρετού ποινικού χαρακτήρα, όπως έχει να κάνει με διαφθορά, οπόταν να πρέπει να παρέμβει αμέσως ο Εισαγγελέας». 

Επισήμανε ακόμα ότι «μιλάμε για διοικητικού χαρακτήρα αδίκημα, αν υπήρξε αδίκημα και επαναλαμβάνω με πλήρη επιφύλαξη των γεγονότων, φαίνεται ότι κάποιος έκανε λάθος. Δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να υπήρχε πρόθεση διενέργειας συγκεκριμένης πράξης, για συγκεκριμένους σκοπούς. Στο δημόσιο τομέα, τέτοια συμβαίνουν αρκετά το μήνα, δεν είναι κάτι το συγκλονιστικό. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ο χαρακτήρας, είναι πολιτικά πρόσωπα, αλλά δεν είναι αδίκημα -αν υπάρχει που δεν λέω ότι υπάρχει- από τα βαρετά του ποινικού κώδικα».

Ερωτηθείς αν με τις δύο έρευνες που τρέχουν μπορεί να καλυφθεί και το ποινικό σκέλος, σημείωσε ότι «εάν από τις έρευνες που διεξάγονται προκύπτει πιθανότητα διάπραξης ποινικών αδικημάτων, μπορεί να παραπεμφθεί στον Γενικό Εισαγγελέα για να αποφασίσει ενδεχόμενες περαιτέρω ενέργειες. Το να γίνουν περαιτέρω ενέργειες ταυτόχρονα δεν είναι το νόημα. Μία έρευνα, εάν γίνει με σοβαρό τρόπο, στη συνέχεια να αποφασιστεί εάν χρήζει παραπομπής στο Γενικό Εισαγγελέα για τα περαιτέρω. Εδώ τα γεγονότα είναι απλά και θα φανούν μέσα από μια διοικητική έρευνα». 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ