powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Αρχίζει έρευνα η Επίτροπος Προσωπικών Δεδομένων για τη δημοσιοποίηση για το Πόθεν Έσχες-Κάλεσμα για διακοπή της αναπαραγωγής

Έρευνα αρχίζει η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Μαρία Χριστοφίδου, σε σχέση με τη δημοσιοποίηση στοιχείων του Πόθεν Έσχες βουλευτών, τα οποία απαγορευόταν δια νόμου να γνωστοποιηθούν, ζητώντας την ίδια ώρα τόσο από τους πολίτες, όσο και από τα μέσα ενημέρωσης να διακόψουν την αναπαραγωγή. 

Σε ανακοίνωσή της, αναμένει την ίδια ώρα γνωστοποίησης του περιστατικού παραβίασης εντός 72 ωρών, όπως προβλέπει ο νόμος, τονίζοντας πως θα αξιολογήσει το σύνολο των ενώπιόν της πληροφοριών, περιλαμβανομένων των περιστάσεων που συνθέτουν το εν λόγω περιστατικό, της έκτασής του και των μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπισή του, και θα προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια βάσει της κείμενης νομοθεσίας.

Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της, «η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, σε συνέχεια της ανάρτησης δηλώσεων «Πόθεν Έσχες» Βουλευτών, κατά την οποία δημοσιοποιήθηκαν στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία εξαιρούνται από τη δημοσιοποίηση δυνάμει του περί του Προέδρου, των Υπουργών και των Βουλευτών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Υποβολή και Έλεγχος Καταστάσεων Προσωπικής και Επαγγελματικής Περιουσίας) Νόμου του 2024 [Ν.112(Ι)/2024], αναφέρει τα ακόλουθα:

Η Αρχή έχει ήδη επικοινωνήσει με τη Βουλή των Αντιπροσώπων και έχει προβεί σε ενέργειες για τον περιορισμό της περαιτέρω διάδοσης των επίμαχων στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ζητηθεί η αφαίρεση των στοιχείων και των σχετικών συνδέσμων από ιστοσελίδες όπου εξακολουθούσαν να είναι προσβάσιμα».

Σημειώνει πως «αναμένεται η υποβολή στην Αρχή της επίσημης γνωστοποίησης του περιστατικού παραβίασης, σύμφωνα με το Άρθρο 33 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων: χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, εφόσον είναι εφικτό, εντός 72 ωρών από τη στιγμή που ο υπεύθυνος επεξεργασίας έλαβε γνώση του περιστατικού».

Όπως τονίζει «η Αρχή, ενεργώντας στο πλαίσιο των κατά νόμο αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, θα αξιολογήσει το σύνολο των ενώπιόν της πληροφοριών, περιλαμβανομένων των περιστάσεων που συνθέτουν το εν λόγω περιστατικό, της έκτασής του και των μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπισή του, και θα προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια βάσει της κείμενης νομοθεσίας».

Καλούνται, συνεχίζει, «οι διαχειριστές ιστοσελίδων, τα μέσα ενημέρωσης και το κοινό να απέχουν από την περαιτέρω αναπαραγωγή των επίμαχων στοιχείων. Η διαφάνεια και η λογοδοσία στη δημόσια ζωή είναι απαραίτητες και πρέπει να διασφαλίζονται με σεβασμό στις εγγυήσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων που προβλέπει η νομοθεσία. Στο πλαίσιο αυτό, η δημοσιοποίηση στοιχείων που αφορούν την περιουσιακή κατάσταση των δημόσιων αξιωματούχων πρέπει να γίνεται εντός των ορίων που καθορίζει η ίδια η νομοθεσία ως προς το ποια στοιχεία δημοσιοποιούνται και ποια προστατεύονται».

Έρευνα και από τη Βουλή

Την ίδια ώρα, έρευνα για το ίδιο θέμα προανήγγειλε και η Πρόεδρος της Βουλής, Αννίτα Δημητρίου, η οποία σε δηλώσεις της χαρακτήρισε το περιστατικό ως απαράδεκτο, διαμηνύοντας πως αντί η επικέντρωση να αφορά το αυστηροποιημένο νομοθετικό πλαίσιο και τη δουλειά που έκανε η Βουλή, αντιμετωπίζουν μια διαρροή κατά παράβαση προσωπικών δεδομένων ή κατά παράβαση του νόμου, όπως είπε.

Σημείωσε εξάλλου ότι «βεβαίως, θα διερευνηθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το έχω ζητήσει προσωπικά, το έχουν ζητήσει και άλλοι συνάδελφοι. Και βεβαίως, να διασφαλίσουμε ότι θα τηρηθεί κατά γράμμα αυτό που προνοείται από τον νόμο».

Επισήμανε εξάλλου «να μην επικεντρωνόμαστε σε αυτό και να επικεντρωνόμαστε σε μια τέτοια, αν θέλετε, διαρροή, καταπάτηση προσωπικών δεδομένων, που δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να είχε γίνει. Είναι θέμα της Βουλής και σας διαβεβαιώ ότι θα γίνει η απαιτούμενη έκθεση γεγονότων, γιατί λυπάμαι και εγώ προσωπικά που βρισκόμαστε σε αυτή τη θέση σήμερα».

Επιστολή σε Αννίτα και Σύσκεψη Αρχηγών από Χαραλαμπίδου

Προηγουμένως, η βουλεύτρια του Κινήματος ΑΛΜΑ, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, είχε αποστείλει επιστολή τόσο στην Πρόεδρος της Βουλής, όσο και στα μέλη της Σύσκεψης Αρχηγών,  διαμηνύοντας πως το θέμα δεν μπορεί να κλείσει με μια απλή απολογία ή με μια γενική δήλωση ανάληψης ευθύνης, σημειώνοντας ότι «η ευθύνη που δεν συνοδεύεται από διερεύνηση, συγκεκριμένα πρόσωπα και συγκεκριμένα μέτρα δεν είναι ευθύνη».

Στην επιστολή της, η κ. Χαραλαμπίδου είχε ζητήσει:

  1. Να εγγραφεί το θέμα ως αυτοτελές θέμα στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίας της Σύσκεψης.
  2. Να υποβληθεί γραπτή έκθεση από την Υπηρεσία της Βουλής για το πώς ακριβώς προέκυψε η παραβίαση: ποια διαδικασία ακολουθήθηκε, ποιος ενέκρινε την ανάρτηση, ποιοι έλεγχοι προηγήθηκαν, για πόσο χρόνο τα στοιχεία παρέμειναν δημόσια διαθέσιμα και γιατί δεν είχαν αποσυρθεί μέχρι αργά το βράδυ της 20ής Οκτωβρίου, παρά τη σχετική ανακοίνωση.
  3. Να ενημερωθούν γραπτώς όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα για το ποια στοιχεία τους δημοσιοποιήθηκαν.
  4. Να ενημερωθεί η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εφόσον δεν έχει ήδη ενημερωθεί, και να κατατεθεί στη Σύσκεψη η σχετική επικοινωνία.
  5. Να ληφθούν και να καταγραφούν μέτρα για τον περιορισμό της περαιτέρω διάδοσης των στοιχείων που ήδη αναπαράχθηκαν.
  6. Να θεσπιστεί γραπτό πρωτόκολλο ελέγχου πριν από κάθε μελλοντική ανάρτηση, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων

Από την πλευρά του, ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, Γιώργος Παμπορίδης, κληθείς να τοποθετηθεί για το θέμα της δημοσιοποίησης στοιχείων, είχε αναφέρει στο κρατικό ραδιόφωνο ότι «είναι ποινικό αδίκημα. Τα ποινικά αδικήματα δεν διαχωρίζουν ποιος τα διαπράττει και ποιος όχι. Αντιλαμβάνεστε ότι ο σκοπός δεν είναι να τιμωρηθούν πρόσωπα, αλλά να θεσμοθετηθούν διαδικασίες, οι οποίες πράγματι υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και δεν δίνουν τροφή στα κουτσομπολιά, στην αρένα του Κολοσσαίου, στην οποία ζούμε, όπου ο κόσμος θέλει να δει αίμα και λιοντάρια για να κατασπαράζουν χριστιανούς».

Σε ό,τι αφορά στο πώς προχωρούμε από εδώ και στο εξής, ο βουλευτής του ΔΗΣΥ εξήγησε πως πρέπει να διεξαχθεί μια έρευνα, «για να εξεταστούν τα δεδομένα. Εάν τα δεδομένα παραμένουν προς την παραβίαση της νομοθεσίας, τότε πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη, από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα».

Σε τοποθέτηση ότι πρόκειται για αυταπόδεικτο ποινικό αδίκημα, ο κ. Παμπορίδης είπε πως «αυτή είναι η ανακριτική δουλειά, να μην αναλαμβάνουμε την ευθύνη των συμπερασμάτων».

Υπενθυμίζεται ότι η γκάφα προκλήθηκε σε σχέση με τη δημοσιοποίηση στοιχείων που αφορούσαν μόνο επανεκλεγέντες βουλευτές, σε σχέση με στοιχεία συζύγων και εξαρτώμενων στο μέρος Γ που σχετίζεται με την «Κατάσταση Συμφιλίωσης».

Πιο συγκεκριμένα, οι δηλώσεις των Πόθεν Έσχες για τους βουλευτές που εκλέγηκαν εκ νέου, περιλαμβάνει τρία μέρη και το τελευταίο αφορά την περιουσιακή κατάσταση συγκριτικά με το προηγούμενο Πόθεν Έσχες. Ωστόσο, ο σχετικός Νόμος απαγορεύει την δημοσιοποίηση τέτοιων στοιχείων, κάτι που συνιστά διάπραξη ποινικού αδικήματος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ