powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

ΔΕΠ-Υ: Συζήτηση γύρω από την Υπερδιάγνωση ή Ανάγκη για Ουσιαστική Υποστήριξη;

Η συνεχιζόμενη συζήτηση γύρω από τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής -Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) προκαλεί έντονη αντιπαράθεση, τόσο στην επιστημονική και επαγγελματική κοινότητα όσο και στην ευρύτερη κοινωνία. Υπάρχει υπερδιάγνωση της ΔΕΠ-Υ ή απλώς αναγνωρίζουμε σήμερα παιδιά που στο παρελθόν παρέμεναν αδιάγνωστα;»

Η υπερδιάγνωση (overdiagnosis) της ΔΕΠ-Υ αποτελεί ένα από τα πλέον συζητημένα ζητήματα μεταξύ των επαγγελματιών ψυχικής υγείας διεθνώς, με συστηματικές ανασκοπήσεις να επιβεβαιώνουν ότι όλο και περισσότερα παιδιά λαμβάνουν τη συγκεκριμένη διάγνωση. Η υπερδιάγνωση δεν σημαίνει απλώς ότι διαγιγνώσκονται περισσότερα παιδιά με ΔΕΠ-Υ. Η αύξηση των διαγνώσεων μπορεί να αντανακλά καλύτερο εντοπισμό παιδιών που πράγματι χρειάζονται υποστήριξη. Ο προβληματισμός σχετικά με την υπερδιάγνωση αφορά το κατά πόσο ορισμένες από τις επιπλέον διαγνώσεις είναι πράγματι αναγκαίες και ωφέλιμες. Παράλληλα, διεθνώς έχει καταγραφεί αυξημένη αναφορά δυσκολιών ψυχικής υγείας σε παιδιά και εφήβους, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη να εξετάζεται η αύξηση των διαγνώσεων στο ευρύτερο πλαίσιο της παιδικής και εφηβικής ψυχικής υγείας.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για την υπερδιάγνωση δεν θα πρέπει να επισκιάζει το γεγονός ότι η ΔΕΠ-Υ είναι μια υπαρκτή νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χρειάζεται κατάλληλη αντιμετώπιση. Το ζητούμενο είναι η έγκυρη και έγκαιρη διάγνωση, καθώς και η ουσιαστική υποστήριξη κάθε παιδιού σύμφωνα με τις πραγματικές του ανάγκες. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει και η ενίσχυση του εκπαιδευτικού πλαισίου και των υπηρεσιών που στηρίζουν το σχολείο, ώστε οι ανάγκες των παιδιών να αντιμετωπίζονται με τον πλέον κατάλληλο τρόπο.

Για την αύξηση των διαγνώσεων έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις, όπως η αυξημένη ευαισθητοποίηση και οι αλλαγές στα διαγνωστικά κριτήρια, αλλά και ευρύτεροι κοινωνικοί, οικογενειακοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Στη συνέχεια εξετάζονται ορισμένοι από τους παράγοντες που ενδέχεται να συμβάλλουν στην αύξηση των διαγνώσεων.

Παθολογικοποίηση της Φυσιολογικής Συμπεριφοράς

Η αυξημένη ευαισθητοποίηση γύρω από τη ΔΕΠ-Υ, αν και έχει συμβάλει στον εντοπισμό παιδιών που χρειάζονται υποστήριξη, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγεί και σε υπερβολική ερμηνεία τυπικών συμπεριφορών της παιδικής ηλικίας, όπως η κινητική ανησυχία, η παρορμητικότητα και οι έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, ως συμπτωμάτων ΔΕΠ-Υ. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν, μάλιστα, ότι τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά μιας σχολικής τάξης έχουν αυξημένη πιθανότητα να λάβουν διάγνωση, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αναπτυξιακή «ανωριμότητα» είναι πιθανό, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συγχέεται με συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ (Kazda et al., 2021· Sandven, 2025).

Γονεϊκή εμπλοκή, κοινωνικές απαιτήσεις και η αναζήτηση ανακουφιστικής διάγνωσης

Ο ρόλος των γονέων έχει μεταβληθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Στη σύγχρονη βιβλιογραφία, οι μεταφορικοί όροι «γονείς-τίγρεις» (tiger parents) και «γονείς-ελικόπτερα» (helicopter parents) χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν διαφορετικές μορφές έντονης γονεϊκής εμπλοκής. Οι πρώτοι χαρακτηρίζονται από υψηλές προσδοκίες, αυξημένο έλεγχο και έμφαση στην επιτυχία, ενώ οι δεύτεροι από υπερβολική προστατευτικότητα, επίβλεψη και παρεμβατικότητα. «Ίπτανται» συνεχώς πάνω από το παιδί, παρακολουθούν στενά και παρεμβαίνουν για να αποτρέψουν απογοητεύσεις ή αποτυχίες (Sandven, 2025), γεγονός που μπορεί άθελά τους να ενισχύει την αντίληψη ότι δεν είναι ικανά να διαχειριστούν μόνα τους τις προκλήσεις.

Η έντονη γονεϊκή εμπλοκή συνδέεται με ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο η σχολική επίδοση και η προσωπική ευθύνη για την επιτυχία θεωρούνται όλο και πιο σημαντικές. Οι υψηλές προσδοκίες που έχουν οι γονείς για τα παιδιά τους μπορεί να αυξάνουν την ανησυχία τους όταν αυτά αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες. Παράλληλα, η εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες μέσω του διαδικτύου και η μικρότερη κοινωνική προκατάληψη γύρω από τη ΔΕΠ-Υ μπορεί να οδηγούν τους γονείς συχνότερα στην αναζήτηση επαγγελματικής αξιολόγησης, όταν το παιδί παρουσιάζει δυσκολίες ή χαμηλή επίδοση στο σχολείο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ μπορεί να προσφέρει ένα πλαίσιο κατανόησης των δυσκολιών του παιδιού που αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στις υψηλές απαιτήσεις και να λειτουργήσει ανακουφιστικά, ιδιαίτερα όταν αυτές βιώνονται ως προσωπική αποτυχία. Για ορισμένα άτομα, η ίδια η διάγνωση μπορεί να βιώνεται ως «θεραπεία», καθώς δίνεται ερμηνεία στις δυσκολίες του ατόμου, ενώ, όπως επισημαίνει η Sandven (2025), ορισμένα άτομα προσέρχονται πλέον με σαφή επιθυμία να λάβουν τη διάγνωση.

Οθόνες, ύπνος και η ερμηνεία συμπτωμάτων ως ΔΕΠ-Υ

Η αυξημένη χρήση ψηφιακών συσκευών και ο ανεπαρκής ύπνος μπορούν να επηρεάσουν την προσοχή, τη μνήμη, τη συναισθηματική ρύθμιση και τη σχολική λειτουργικότητα των παιδιών, οδηγώντας σε συμπεριφορές που προσομοιάζουν με ορισμένα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ. Παρότι η υπερβολική έκθεση σε οθόνες δεν προκαλεί τη νευροαναπτυξιακή διαταραχή, μπορεί να δυσχεραίνει τη διαφορική διάγνωση (Kazda et al., 2021· Sandven, 2025). Ενδεικτικά, οι Shou et al. (2025), σε μελέτη 10.116 παιδιών ηλικίας 9–10 ετών, διαπίστωσαν ότι ο αυξημένος χρόνος χρήσης οθονών συσχετιζόταν με περισσότερα συμπτώματα ΔΕΠ-Υ και διαφοροποιήσεις στο πάχος του εγκεφαλικού φλοιού.

Παράλληλα, η αυξημένη προβολή της ψυχικής υγείας και των ψυχιατρικών διαγνώσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι έφηβοι και οι γονείς ερμηνεύουν τις δυσκολίες τους. Προσωπικές εμπειρίες διαδικτυακών διασημοτήτων και περιγραφές όπως η αναβλητικότητα, η υπερανάλυση, η αυξημένη ευαισθησία ή το «εσωτερικό χάος» παρουσιάζονται συχνά ως ενδείξεις ΔΕΠ-Υ, παρότι δεν αποτελούν διαγνωστικά κριτήρια. Έτσι, η έκθεση σε σχετικό περιεχόμενο μπορεί να ενισχύει την αυτοαναγνώριση ή την απόδοση καθημερινών δυσκολιών στη ΔΕΠ-Υ (Sandven, 2025).

Άγχος και άλλες καταστάσεις που μπορεί να μιμηθούν τη ΔΕΠ-Υ

Πολλές ψυχικές, αναπτυξιακές ή περιβαλλοντικές συνθήκες μπορεί να εκδηλωθούν με δυσκολίες στην προσοχή, νευρικότητα και προβλήματα συμπεριφοράς, δημιουργώντας εικόνα που μοιάζει με ΔΕΠ-Υ.

Ιδιαίτερα το άγχος στα παιδιά και οι συναισθηματικές δυσκολίες, παρουσιάζουν σημαντική αλληλοεπικάλυψη με ορισμένα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ, γεγονός που μπορεί να δυσκολέψει τη διαφορική διάγνωση (Shapouri, 2025). Η διάσπαση της προσοχής, για παράδειγμα, μπορεί στη ΔΕΠ-Υ να σχετίζεται με δυσκολία στη διατήρηση της προσοχής και στη ρύθμιση των ερεθισμάτων, ενώ στο άγχος μπορεί να οφείλεται στην έντονη ενασχόληση του παιδιού με ανησυχίες και φόβους. Αντίστοιχα, η κινητική ανησυχία μπορεί να αποτελεί έκφραση υπερκινητικότητας, αλλά και σωματική εκδήλωση έντονου στρες. Η αποφυγή σχολικών εργασιών μπορεί να συνδέεται με δυσκολία διατήρησης της προσπάθειας στη ΔΕΠ-Υ, αλλά και με άγχος επίδοσης, τελειομανία ή φόβο αποτυχίας. Ακόμη και οι εκρήξεις θυμού και η παρορμητικότητα μπορεί να εμφανιστούν σε διαφορετικά πλαίσια και να μην αποτελούν από μόνες τους ένδειξη ΔΕΠ-Υ.

Παρόμοια συμπτώματα μπορεί επίσης να εμφανίζονται σε παιδιά που βιώνουν τραυματικές εμπειρίες, έντονο οικογενειακό στρες ή ανεπαρκή οριοθέτηση.

Τελική Σκέψη

Η ΔΕΠ-Υ αποτελεί μια πραγματική νευροαναπτυξιακή διαταραχή που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του παιδιού, αλλά και των πλαισίων στα οποία αυτό ζει και αλληλεπιδρά. Αναμφισβήτητα, η ΔΕΠ-Υ χρειάζεται έγκαιρη αναγνώριση, κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση και υποστήριξη τόσο του παιδιού όσο και του περιβάλλοντός του.

Ταυτόχρονα, είναι πιθανό ορισμένα παιδιά να διαγιγνώσκονται ή να λαμβάνουν θεραπεία χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται στις πραγματικές τους ανάγκες, ενώ άλλα παιδιά που χρειάζονται βοήθεια να παραμένουν αδιάγνωστα ή να λαμβάνουν ανεπαρκή υποστήριξη.  Παράλληλα, ακόμη και όταν ένα παιδί παρουσιάζει συμπτώματα που προσομοιάζουν με εκείνα της ΔΕΠ-Υ, είναι σημαντικό να διερευνάται η προέλευσή τους και να εξετάζεται κατά πόσο μπορεί να συνδέονται με συναισθηματικούς, οικογενειακούς, σχολικούς ή άλλους παράγοντες.

Σημασία έχει, επομένως, κάθε παιδί να λαμβάνει την υποστήριξη που πραγματικά χρειάζεται, είτε αυτό συνεπάγεται διάγνωση ΔΕΠ-Υ είτε όχι.

Η συζήτηση γύρω από τη ΔΕΠ-Υ δεν μπορεί, ωστόσο, να αποσυνδεθεί από το ευρύτερο πλαίσιο της ψυχικής υγείας των παιδιών. Η αυξανόμενη ανάγκη για αξιολόγηση και ψυχολογική υποστήριξη αποτυπώνεται και στο σχολικό πλαίσιο. Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση του Υπουργείου Παιδείας (2024), κατά τη σχολική χρονιά 2023–2024 καταγράφηκαν 10.598 παραπομπές μαθητών στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, έναντι 4.996 το 2011–2012, με συχνότερες αιτίες τις μαθησιακές δυσκολίες, τις δυσκολίες συμπεριφοράς και τις συναισθηματικές δυσκολίες.

Το σχολείο, πέρα από χώρο μάθησης, αποτελεί σημαντικό πλαίσιο πρόληψης, έγκαιρης αναγνώρισης και υποστήριξης των ψυχοκοινωνικών αναγκών των μαθητών. Στο πλαίσιο αυτό, η αποτελεσματική ανταπόκριση στις δυσκολίες των μαθητών προϋποθέτει την ενίσχυση της στελέχωσης των σχολικών μονάδων, την επαρκή παρουσία βοηθητικού και υποστηρικτικού προσωπικού στην τάξη και μεγαλύτερη παρουσία εκπαιδευτικών ψυχολόγων, ώστε να ενισχύεται το έργο των εκπαιδευτικών. Όταν το σχολικό πλαίσιο διαθέτει επαρκή στελέχωση και τους αναγκαίους πόρους, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την έγκαιρη αναγνώριση των αναγκών, την εφαρμογή κατάλληλων παιδαγωγικών και ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων και την ουσιαστική συνεργασία σχολείου, οικογένειας και ειδικών, με στόχο την κατάλληλη υποστήριξη κάθε παιδιού.

Η αυξανόμενη ανάγκη για ψυχολογική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη αναδεικνύει, συνεπώς, τη σημασία της ενίσχυσης των αντίστοιχων υπηρεσιών. Παρότι μια τέτοια προσέγγιση απαιτεί περισσότερους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, η επένδυση στην ψυχική υγεία, την εκπαίδευση και την ευημερία των παιδιών αποτελεί ουσιαστική επένδυση τόσο για το ίδιο το παιδί όσο και για την κοινωνία.

Βασιλική Τσολιά

Λειτουργός Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας

Εγγεγραμμένη Εκπαιδευτική Ψυχολόγος, PhD

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Kazda, L., Bell, K., Thomas, R., McGeechan, K., Sims, R., & Barratt, A. (2021). Overdiagnosis of attention-deficit/hyperactivity disorder in children and adolescents: A systematic scoping review. JAMA Network Open, 4(4), e215335.

Sandven, H. K. (2025). ADHD: Risks of over diagnosing and treating children. The Nordic Psychiatrist.

Shapouri, S. (2025). The misinterpretation of anxiety symptoms as ADHD in children: A systematic review. Zenodo.

Shou, Q., Yamashita, M., & Mizuno, Y. (2025). Association of screen time with attention-deficit/hyperactivity disorder symptoms and their development: The mediating role of brain structure. Translational Psychiatry, 15, 447.

Winter, H., & O'Neill, J. (2026). The impact of screen time on ADHD symptoms in children and adolescents: A narrative review of treatment approaches. Clinical Child Psychology and Psychiatry, 31(2), 764–776.

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ