Παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία διαπίστωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση K.A. κατά Κύπρου, κρίνοντας ότι η κράτηση Μαροκινού αιτητή ασύλου για 13,5 μήνες δεν μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να θεωρηθεί εύλογα αναγκαία για τον σκοπό της αποτροπής μη εξουσιοδοτημένης εισόδου στη χώρα.
Πρόκειται για απόφαση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το ΕΔΑΔ δεν έκρινε ότι οι κυπριακές Αρχές δεν είχαν στη διάθεσή τους πληροφορίες που δημιουργούσαν ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια. Αντίθετα, στην απόφαση καταγράφεται ότι ο προσφεύγων, που εκπροσωπήθηκε στο ΕΔΑΔ από την δικηγόρο Νικολέτα Χαραλαμπίδου, είχε επισημανθεί σε βάση δεδομένων συνεργαζόμενης ξένης υπηρεσίας ως ύποπτος για εμπλοκή σε δραστηριότητες σχετιζόμενες με την τρομοκρατία.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Στρασβούργο ήταν στο κατά πόσον η συνέχιση της στέρησης της ελευθερίας του για 13,5 μήνες εξακολουθούσε να συνδέεται επαρκώς με τον νόμιμο σκοπό για τον οποίο είχε τεθεί υπό κράτηση. Και σε αυτό το ερώτημα το ΕΔΔΑ απάντησε αρνητικά, διαπιστώνοντας ομόφωνα παραβίαση του Άρθρου 5 §1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Την ίδια στιγμή, όμως, το Δικαστήριο απέρριψε τη δεύτερη βασική αιτίαση του προσφεύγοντος, αφού παρόλο που ορισμένα διαβαθμισμένα στοιχεία δεν του είχαν γνωστοποιηθεί, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι είχε συνολικά εύλογη δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεσή του και να αμφισβητήσει την κράτησή του. Ως εκ τούτου, δεν διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 5 §4 της Σύμβασης.
Η υπόθεση άρχισε στις 10 Ιανουαρίου 2019, όταν ο προσφεύγων, Μαροκινός υπήκοος, εισήλθε παράτυπα στην Κύπρο μέσω των κατεχόμενων περιοχών και υπέβαλε αίτηση ασύλου στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας.
Την ίδια ημέρα ανακρίθηκε από το Γραφείο Καταπολέμησης Τρομοκρατίας της Αστυνομίας και την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών, καθώς είχε επισημανθεί ως «ύποπτος κατηγορίας Β» στη βάση δεδομένων ξένης υπηρεσίας που συνεργαζόταν με το Γραφείο Καταπολέμησης Τρομοκρατίας.
Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην απόφαση, η ξένη υπηρεσία επιβεβαίωσε ότι ο προσφεύγων ήταν ύποπτος για συμμετοχή σε επιχειρήσεις σχετιζόμενες με την τρομοκρατία προς υποστήριξη τρομοκρατικής οργάνωσης. Το Γραφείο Καταπολέμησης Τρομοκρατίας τον θεώρησε, ως εκ τούτου, απειλή για τη δημόσια τάξη και την εθνική ασφάλεια και ενημέρωσε τις αρμόδιες κυπριακές αρχές.
Στη βάση αυτών των πληροφοριών διατάχθηκε η κράτησή του για λόγους εθνικής ασφάλειας και ο άνδρας μεταφέρθηκε στο Κέντρο Κράτησης Απαγορευμένων Μεταναστών Μενόγειας, όπου παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του.
Στις 12 Απριλίου 2019 η Υπηρεσία Ασύλου αναγνώρισε τον προσφεύγοντα ως πρόσφυγα, ενώ στη συνέχεια, ωστόσο, ανακάλεσε το καθεστώς πρόσφυγά του, θεωρώντας ότι αποτελούσε απειλή ή κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους, και τελικά απέρριψε την αίτησή του για διεθνή προστασία.
Ο προσφεύγων αμφισβήτησε την απόφαση ενώπιον της τότε Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η οποία στις 30 Ιουλίου 2019 επικύρωσε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας και σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΔΑ, η διαδικασία αυτή εξακολουθούσε να εκκρεμεί και είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, ο K.A. είχε αρχίσει να αμφισβητεί δικαστικά και τη νομιμότητα της ίδιας της κράτησής του.
Κομβικό σημείο της υπόθεσης ήταν οι εμπιστευτικές πληροφορίες στις οποίες είχαν στηριχθεί οι κυπριακές Αρχές.
Το Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την πρώτη προσφυγή του K.A. κατά του διατάγματος κράτησης, είχε ενώπιόν του τρία εμπιστευτικά έγγραφα αφου αφορούσαν διαβαθμισμένη επιστολή του Γραφείου Καταπολέμησης Τρομοκρατίας προς τον Γενικό Εισαγγελέα, μνημόνιο μεταξύ της Κύπρου και ξένου κράτους για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με την τρομοκρατία και οδηγό εφαρμογής του συγκεκριμένου μνημονίου. Ωστόσο, τα εν λόγω έγγραφα δεν γνωστοποιήθηκαν στον προσφεύγοντα.
Το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν παραβίαζε τα δικαιώματά του, καθώς η γνωστοποίηση πληροφοριών μπορούσε να περιοριστεί όταν ενδεχόταν να παρεμποδίσει δικαστικές έρευνες ή έρευνες ασφαλείας. Έκρινε επίσης ότι το μειονέκτημα για τον προσφεύγοντα αντισταθμιζόταν από το γεγονός ότι το ίδιο το Δικαστήριο είχε πρόσβαση στις πληροφορίες.
Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε επισημανθεί σε βάση δεδομένων συνεργαζόμενου ξένου κράτους ως ύποπτος για τρομοκρατία, ενώ θεώρησε ότι το στοιχείο αυτό μπορούσε να δικαιολογήσει την κράτησή του για λόγους εθνικής ασφάλειας και ότι, υπό τις περιστάσεις, εναλλακτικά μέτρα αντί της κράτησης δεν θα ήταν επαρκή.
Η έφεση που ακολούθησε απορρίφθηκε ομόφωνα από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τον Οκτώβριο του 2024, ενώ ακολούθησε η προσφυγή στο ΕΔΑΔ το οποίο εξέτασε το ζήτημα από διαφορετική οπτική. Δηλαδή, εάν η κράτηση εξακολουθούσε να υπηρετεί τον σκοπό που μπορούσε να δικαιολογήσει τη στέρηση της ελευθερίας του προσφεύγοντος και εάν η διάρκειά της παρέμενε εύλογη.
Αυτή η παράμετρος αποτέλεσε τον πυρήνα του σκεπτικού που οδήγησε τελικά στη διαπίστωση παραβίασης. Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα του ΕΔΔΑ ήταν ότι οι ίδιες οι αρμόδιες κυπριακές Αρχές δεν φαίνεται να αντιμετώπιζαν με τον ίδιο τρόπο τον σκοπό για τον οποίο συνεχιζόταν η κράτηση.
Το Δικαστήριο επισημαίνει την έλλειψη σαφήνειας μεταξύ των εθνικών αρχών όσον αφορά τον σκοπό της κράτησης του προσφεύγοντος, ενώ αναφέρει ότι το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης -τόσο στην αρχική απόφαση κράτησης όσο και στις μεταγενέστερες αποφάσεις για τη συνέχισή της- καθώς και το Διοικητικό Δικαστήριο, επικαλούνταν επανειλημμένα την απειλή για την εθνική ασφάλεια ως αυτοτελή λόγο κράτησης, χωρίς να τη συνδέουν κατ’ ανάγκη με την έκβαση της αίτησης ασύλου.
Αντίθετα, η Υπηρεσία Ασύλου, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά την εξέταση της πρώτης αίτησης habeas corpus, συνέδεαν ρητά την κράτηση με την εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας και, κατά συνέπεια, με το δικαίωμα του προσφεύγοντος να εισέλθει και να παραμείνει νόμιμα στη χώρα.
Η διαφοροποίηση αυτή είχε ουσιαστική σημασία για το Στρασβούργο, διότι το Άρθρο 5 απαιτεί η στέρηση της ελευθερίας να συνδέεται με συγκεκριμένο και νόμιμο σκοπό.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και η κατάληξη του ΕΔΔΑ ότι, σύμφωνα με τις ίδιες τις θέσεις της Κυβέρνησης, οι αρμόδιες Αρχές φαίνεται ότι είχαν ήδη από την ημέρα που αποφασίστηκε η κράτηση τις πληροφορίες που χρειάζονταν για να αξιολογήσουν την αίτηση ασύλου και, ενδεχομένως, να την απορρίψουν για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Η Υπηρεσία Ασύλου πράγματι απέρριψε την αίτηση στις 12 Απριλίου 2019, βασιζόμενη στις συνεντεύξεις του προσφεύγοντος και στις πληροφορίες των αρμόδιων υπηρεσιών. Μετά από αυτό, όμως, το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι δεν πραγματοποιήθηκαν νέες συνεντεύξεις. Ούτε προέκυψε ότι το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης βασίστηκε σε νέα αποδεικτικά στοιχεία ή αναζήτησε πρόσθετες πληροφορίες όταν επανεξέτασε κατά πόσον έπρεπε να συνεχιστεί η κράτηση.
Η ύπαρξη πληροφοριών που μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αρχική αντίδραση των Αρχών δεν σήμαινε, κατά το σκεπτικό του ΕΔΔΑ, ότι η κράτηση μπορούσε να συνεχίζεται επί μακρόν χωρίς να εξετάζεται εάν εξακολουθούσε να είναι αναγκαία στο πλαίσιο του συγκεκριμένου νόμιμου σκοπού.
Το Στρασβούργο έδωσε επίσης ιδιαίτερη σημασία στην πορεία της διαδικασίας ασύλου. Σύμφωνα με την απόφαση, μετά την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας δεν φαινόταν να είχαν ληφθεί μέτρα για να προωθηθεί η εξέταση της αίτησης ασύλου.
Αυτό δημιούργησε ένα πρόσθετο πρόβλημα ως προς τη συνέχιση της κράτησης, με το ΕΔΔΑ να αναφέρει «ελλείψει νέων αποδεικτικών στοιχείων και λαμβανομένου υπόψη του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο προσφεύγων παρέμενε στην επικράτεια του Κράτους, είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί η αναγκαιότητα, ή ακόμη και η αναλογικότητα, της διατήρησης του προσφεύγοντος υπό μεταναστευτική κράτηση με σκοπό την αποτροπή της μη εξουσιοδοτημένης εισόδου».
Το Δικαστήριο προχώρησε μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, επισημαίνοντας ότι η γρήγορη εξέταση της αίτησης ασύλου θα εξυπηρετούσε όχι μόνο τον ίδιο τον κρατούμενο αλλά και το κράτος.
Όπως σημειώνει στην απόφαση, «η ταχεία εξέταση της αίτησης ασύλου του προσφεύγοντος και η έκδοση οριστικής απόφασης θα εξυπηρετούσαν τόσο τα συμφέροντα του προσφεύγοντος -ο οποίος παρέμενε σε κατάσταση αβεβαιότητας- όσο και εκείνα του Κράτους, το οποίο επιδίωκε να αντιμετωπίσει έναν θεωρούμενο κίνδυνο για την ασφάλεια».
Το ΕΔΔΑ στάθηκε και στο γεγονός ότι ο αιτητής παρέμεινε υπό κράτηση για 13,5 μήνες, χωρίς ωστόσο να εντοπίζει ένδειξη ότι η εξέταση της αίτησης ασύλου ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη. Παράλληλα, τα στοιχεία στα οποία στηρίζονταν οι υποψίες παρέμεναν ουσιαστικά τα ίδια, ενώ δεν υπήρχε πρόοδος στη διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Στο καθοριστικό σημείο της απόφασης, το ΕΔΔΑ αναφέρει ότι «υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι υπήρχε επαρκώς στενή σύνδεση μεταξύ της μεταναστευτικής κράτησης και της αποτροπής της μη εξουσιοδοτημένης εισόδου», ενώ προσθέτει πως η διάρκεια της κράτησης του προσφεύγοντος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ευλόγως απαιτούμενη για τους σκοπούς του πρώτου σκέλους του Άρθρου 5 §1 (στ), δεδομένης της απουσίας οποιασδήποτε ένδειξης ότι η εξέταση της αίτησής του για άσυλο ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη και της έλλειψης προόδου στη διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί».
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η κράτηση του είχε τερματιστεί από τον Φεβρουάριο του 2020 έπειτα από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με όσα καταγράφει το ΕΔΔΑ, το Ανώτατο έκρινε ότι το κράτος δεν είχε δικαιολογήσει τη συνέχιση της κράτησης, καθώς δεν είχε προσκομίσει ούτε το υλικό που είχε προηγουμένως υποβληθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο ούτε ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία από την επανεξέταση της κράτησης που είχε πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο του 2020.
Χωρίς τα σχετικά στοιχεία, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αξιολογήσει εάν οι λόγοι που είχαν οδηγήσει στην κράτηση εξακολουθούσαν να υφίστανται. Την ίδια ημέρα το διάταγμα κράτησης ανακλήθηκε και ο προσφεύγων αφέθηκε ελεύθερος.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι η Κύπρος παραβίασε το Άρθρο 5 §1 της Σύμβασης, επειδή η κράτηση του K.A. διήρκεσε 13,5 μήνες και, όσο περνούσε ο χρόνος, δεν υπήρχε πλέον επαρκώς στενή σύνδεση μεταξύ της κράτησής του και του σκοπού της αποτροπής μη εξουσιοδοτημένης εισόδου. Βάρυνε ιδιαίτερα ότι τα στοιχεία στα οποία βασίζονταν οι υποψίες παρέμεναν τα ίδια, δεν προέκυπτε ιδιαίτερη πολυπλοκότητα στην εξέταση του ασύλου και δεν υπήρχε πρόοδος στη σχετική δικαστική διαδικασία. Ο K.A. έλαβε €5.000 για ηθική βλάβη, ενώ επιδικάστηκαν και δικαστικά έξοδα.











