powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Εξετάζει το ανέλεγκτο Εισαγγελέα να ασκεί και να διακόπτει διώξεις το ΕΔΑΔ, προσφυγές αστυνομικών-Η αγωγή Αγγελίδη κατά... Εισαγγελέα για κακόβουλη δίωξη και επίτηδες παραλείψεις

Στο ΕΔΑΔ κρίνεται αυτή τη φορά το ανέλεγκτο του Γενικού Εισαγγελέα σε σχέση με την αναστολή ποινικών διώξεων, χωρίς να υπόκειται σε κανένα δικαστικό έλεγχο, κάτι που συνεπάγεται με την μη καταβολή αποζημιώσεων σε πρόσωπα που βρέθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως των επιπτώσεων που είχαν στην προσωπική και την επαγγελματική τους ζωή. Βέβαια, ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει από τις προσφυγές, είναι ότι ο ένας εκ των αιτητών εκπροσωπείτο στην αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Γενικού Εισαγγελέα, από τον νυν Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος σήμερα -εκ της θέσεως του- βρίσκεται στην αντίπερα όχθη.

Οι προσφυγές στο ΕΔΑΔ καταχωρήθηκαν από τρεις αστυνομικούς, εκ των οποίων οι δύο διώχθηκαν ποινικά για υπόθεση διαφθοράς το 2009, εντούτοις σε κάποιο στάδιο ο Γενικός Εισαγγελέας απέσυρε τις κατηγορίες, καθώς δεν υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία, ανεξαρτήτως εάν στην αρχή στην βάση της ίδιας μαρτυρίας αποφάσισε ποινικές διώξεις, σε συνδυασμό με το γεγονός πως ένας εκ των βασικών μαρτύρων, δεν εντοπιζόταν. Σε ό,τι αφορά τον τρίτο -πρώην- αστυνομικό (σ.σ ξεχωριστή υπόθεση), αυτός διώχθηκε ποινικά για υπόθεση ναρκωτικών, εντούτοις μετά από ακροαματική διαδικασία, αθωώθηκε στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. 

Και οι τρεις καταχώρησαν αγωγές κατά της Δημοκρατίας, οι οποίος όμως απορρίφθηκαν το 2017, με αιτιολογία -όπως αναφέρεται στο λεκτικό του ΕΔΑΔ- ότι οι εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα να κινεί ή να διακόπτει ποινικές διαδικασίες δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.

Ακολούθησαν προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με βασικό πυρήνα την «ασυλία» του Γενικού Εισαγγελέα και ότι στην ουσία δεν υπάρχει πρόσβαση στην Δικαιοσύνη, λόγω της ερμηνείας που δίνουν τα εθνικά Δικαστήρια σε ό,τι αφορά τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα.  

Όπως αναφέρεται για τους πρώτους δύο αιτητές, σε βάρος των οποίων οι κατηγορίες είχαν αποσυρθεί, αυτοί είναι αστυνομικοί και εναντίον τους κινήθηκαν το 2009 ποινικές και πειθαρχικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων, για διαφθορά, ενώ είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα, κρατήθηκαν για πέντε ημέρες και λάμβαναν μειωμένες απολαβές.

ΕΔΑΔ: Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, η απόφαση για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον τους λήφθηκε από τον τότε Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί έκθεση ανώτερου εισαγγελέα, ο οποίος εισηγείτο να μην ασκηθεί ποινική δίωξη λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων για τη στήριξή της. Σε άγνωστο χρονικό σημείο, ο Γενικός Εισαγγελέας, αυτεπαγγέλτως (proprio motu), αποφάσισε να καταχωρίσει nolle prosequi και να διακόψει την ποινική διαδικασία εναντίον των προσφευγόντων, καθώς ένας από τους βασικούς μάρτυρες δεν μπορούσε να εντοπιστεί. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη συνέχιση της ποινικής δίωξης.

Στη συνέχεια, όπως αναφέρεται, οι προσφεύγοντες καταχώρισαν αστική αγωγή αποζημιώσεων εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, παράβαση νόμιμου καθήκοντος, κακόβουλη ποινική δίωξη (malicious prosecution) και παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, με το επιχείρημα ότι η ποινική δίωξη εναντίον τους είχε κινηθεί κακόπιστα.

ΕΔΑΔ: Τα εθνικά δικαστήρια, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση, απέρριψαν την αξίωσή τους, κρίνοντας ότι οι εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα να κινεί ή να διακόπτει ποινικές διαδικασίες δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Οι προσφεύγοντες παραπονούνται, βάσει των Άρθρων 6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για τους περιορισμούς που τέθηκαν στην πρόσβασή τους σε Δικαστήριο εξαιτίας της ερμηνείας που έδωσαν τα εθνικά δικαστήρια στις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα και της συνακόλουθης αδυναμίας υποβολής των αποφάσεών του σε δικαστικό έλεγχο. Υποστηρίζουν ότι αυτό ουσιαστικά παρέχει στον Γενικό Εισαγγελέα απόλυτη ασυλία από αγωγές και τον θέτει υπεράνω του νόμου.

 

Σημειώνεται πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, Γενικός Εισαγγελέας ήταν ο Πέτρος Κληρίδης και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, ο Άκης Παπασάββας. 

Οι προσφεύγοντες, όπως αναφέρεται, σημείωσαν ότι δεν αμφισβητούν την εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις, αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι οι αποφάσεις αυτές θα πρέπει να μπορούν να υποβάλλονται σε δικαστικό έλεγχο όταν ο Γενικός Εισαγγελέας έχει υπερβεί τα όρια του αξιώματός του ενεργώντας κακόβουλα.

Στην βάση των πιο πάνω, το ΕΔΑΔ έκρινε πως υπάρχει αντικείμενο προς εξέταση και ως εκ τούτου, κοινοποίησε ερωτήματα προς την Κυπριακή Δημοκρατία, με τον Γενικό Εισαγγελέα να αναμένεται να καταχωρήσει τις θέσεις του για τα πιο κάτω: 

1. Ήταν εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, ως προς την αστική του πτυχή; Εάν ναι, είχαν οι προσφεύγοντες πρόσβαση σε δικαστήριο για τον καθορισμό των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, σύμφωνα με το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης;

Ο περιορισμός που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση, μέσω της ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων, έθιξε τον ίδιο τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο; (βλ., mutatis mutandis, McElhinney v. Ireland [GC], αρ. 31253/96, §§ 23-25 και 33-40, ΕΔΔΑ 2001-XI (αποσπάσματα)· A. v. the United Kingdom, αρ. 35373/97, §§ 60-89, ΕΔΔΑ 2002-X· Fayed v. the United Kingdom, 21 Σεπτεμβρίου 1994, §§ 62-83, Series A αρ. 294-B· και Ashingdane v. the United Kingdom, 28 Μαΐου 1985, §§ 55-57, Series A αρ. 93);

2. Υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος των προσφευγόντων στον σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής, κατά παράβαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης; (βλ., mutatis mutandis, Fayed, ό.π., § 67· και A. v. the United Kingdom, ό.π., § 102);

3. Είχαν οι προσφεύγοντες στη διάθεσή τους αποτελεσματικό εσωτερικό ένδικο μέσο για τις καταγγελίες τους βάσει της Σύμβασης, όπως απαιτεί το Άρθρο 13 της Σύμβασης;

Αναφορικά με τον τρίτο αιτητή, πρώην αστυνομικό, αναφέρεται ότι διώχθηκε ποινικά, μεταξύ άλλων, για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και κατοχή ναρκωτικών, ωστόσο το Κακουργιοδικείο απέρριψε την υπόθεση, αφού η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες. 

Όπως αναφέρεται, κρίθηκε ότι η μαρτυρία εναντίον του ήταν ανεπαρκής και δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία είχε κατηγορηθεί, ενώ ενόσω εκκρεμούσε η ποινική διαδικασία, ο αιτητής τελούσε υπό κράτηση για συνολικό χρονικό διάστημα πέντε μηνών και δεκατεσσάρων ημερών. Επίσης, απολύθηκε από την Αστυνομία κατόπιν πειθαρχικής απόφασης.

Στη συνέχεια, ο πρώην αστυνομικός καταχώρισε αγωγή αποζημιώσεων κατά του Γενικού Εισαγγελέα για κακόβουλη ποινική δίωξη, στην οποία είχε εκπροσωπηθεί από τον νυν Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στην αντίπερα όχθη, ως εκ των επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας.

ΕΔΑΔ: Οι αξιώσεις του στρέφονταν κατά της Αστυνομίας, η οποία είχε ζητήσει την ποινική του δίωξη, ενώ, κατά τον ισχυρισμό του, γνώριζε ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του. Ο Γενικός Εισαγγελέας υποστήριξε ότι τόσο οι δικές του ενέργειες όσο και εκείνες της Αστυνομίας ήταν νόμιμες και ότι ο αιτητής δεν είχε αποδείξει την υπόθεσή του. Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κυρίως επειδή έκρινε ότι οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα για την κίνηση ποινικής διαδικασίας δεν υπόκειντο σε δικαστικό έλεγχο. Για λόγους πληρότητας, εξέτασε επίσης την ουσία της αξίωσης του αιτητή και την απέρριψε. Ο αιτητής άσκησε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την έφεση αποκλειστικά για τον λόγο ότι οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα δεν υπόκειντο σε δικαστικό έλεγχο.

 

Ο αιτητής στην προσφυγή του παραπονείται, δυνάμει των Άρθρων 6 και 13 της Σύμβασης, ότι η ερμηνεία που έδωσαν τα εθνικά δικαστήρια στις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα και η συνακόλουθη αδυναμία υπαγωγής των αποφάσεών του σε δικαστικό έλεγχο, περιόρισαν το δικαίωμά του πρόσβασης σε δικαστήριο και έθιξαν τον ίδιο τον πυρήνα του δικαιώματος αυτού, παρέχοντας ουσιαστικά στον Γενικό Εισαγγελέα απόλυτη ασυλία από αγωγές.

Στην βάση των πιο πάνω, το ΕΔΑΔ υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στην Κυπριακή Δημοκρατία: 

1. Ήταν εφαρμοστέο το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, υπό την αστική του πτυχή, στη διαδικασία της παρούσας υπόθεσης; Εάν ναι, είχε ο αιτητής πρόσβαση σε δικαστήριο για τον καθορισμό των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του, σύμφωνα με το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης;

Ο περιορισμός που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση μέσω της ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων έθιξε τον ίδιο τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο (βλ., mutatis mutandis, McElhinney κατά Ιρλανδίας [GC], αρ. 31253/96, §§ 23-25 και 33-40, ECHR 2001-XI (αποσπάσματα)· A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 35373/97, §§ 60-89, ECHR 2002-X· Fayed κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21 Σεπτεμβρίου 1994, §§ 62-83, Series A αρ. 294-B· και Ashingdane κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 28 Μαΐου 1985, §§ 55-57, Series A αρ. 93);

2. Είχε ο αιτητής στη διάθεσή του αποτελεσματικό εσωτερικό ένδικο βοήθημα για τις αιτιάσεις του βάσει της Σύμβασης, όπως απαιτείται από το Άρθρο 13 της Σύμβασης;

Ο δικηγόρος του αιτητή, Σάββας Αγγελίδης, είχε υποστηρίξει πως επρόκειτο για κακόβουλη δίωξη, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων πως ο Γενικός Εισαγγελέας ενώ είχε επίγνωση του μαρτυρικού υλικού, κινήθηκε κακοπροαίρετα, αδιαφορώντας για τα δικαιώματα του πελάτη του. 

Σ.Αγγελίδης, αγωγή 2027: Όλες οι προηγηθείσες ενέργειες και συμπεριφορά τού εναγομένου ή των αντιπροσώπων του ή και των μελών της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου έλαβαν χώραν κακοπροαίρετα και με μόνη έγνοια την ποινική δίωξη του ενάγοντα άνευ νομικού υποβάθρου ή ίχνους μαρτυρίας. Ο εναγόμενος καταχώρισε την ποινική υπόθεση κατά του ενάγοντα και αιτήθηκε την κράτηση του ενώ ήξερε ότι η μαρτυρία εναντίον του τελευταίου ήταν αντιφατική και πως δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες. Ο εναγόμενος είχε υπόψιν πως κατά την έρευνα της οικίας του ενάγοντα δεν είχε εντοπιστεί ποσότητα ναρκωτικών ουσιών ή άλλα ενοχοποιητικά τεκμήρια, αγνοώντας συγχρόνως μέρος της μαρτυρίας στον φάκελο της υπόθεσης. Μάλιστα δε, ο εναγόμενος παρέλειψε να συνεκτιμήσει μαρτυρία που προέκυπτε από καταθέσεις μαρτύρων αλλά και από τη μαρτυρία του συγκατηγορούμενου 4, με βάση την οποία θα έπρεπε να είχαν αποσυρθεί οι κατηγορίες εναντίον του ενάγοντα ή να μην καταχωρούνταν ευθύς εξ αρχής. Ο εναγόμενος συνέχισε την ποινική δίωξη με είχε επίγνωση του αναξιόπιστου, αντιφατικού, ανακριβούς και συγχυσμένου της μαρτυρίας με πλήρη αδιαφορία προς τα δικαιώματα του ενάγοντα, παραλείποντας επίτηδες να ενεργήσουν με την αναμενόμενη επιμέλεια και να εξετάσουν τη μαρτυρία, παραβλέποντας την ανυπαρξία ενισχυτικής μαρτυρίας για θεμελίωση των κατηγοριών και ενεργώντας τουτέστιν δολίως και χωρίς πίστη για ενοχή του ενάγοντα.

 

Επίσης, στα πλαίσια της αγωγής, ο κ. Αγγελίδης είχε επισημάνει πως «συνεπεία των αδικαιολόγητων και κακόβουλων ενεργειών» του Γενικού Εισαγγελέα, ο πελάτης του παρέμεινε υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές για περίοδο πέντε μηνών και 14 ημερών, με παρεπόμενο να υποστεί ανάλογες ζημιές και απώλειες, πόνο και ψυχική ταλαιπωρία.

Ωστόσο, η αγωγή απορρίφθηκε, αφού πέραν των άλλων, το Δικαστήριο έκρινε πως ο ενάγων δεν πέτυχε να αποδείξει με την απαραίτητη αυστηρότητα που η νομολογία ορίζει οιανδήποτε ειδική ζημιά, ούτε και απέδειξε -όπως αναφέρεται στην απόφαση- πως δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων.

Βέβαια, στην απόφαση του το Δικαστήριο ανέφερε πως το ζήτημα που αναδείχθηκε ήταν η προοπτική απόδοσης ευθύνης στον Γενικό Εισαγγελέα για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, με το Δικαστήριο να αναφέρει πως «δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα. Οι εξουσίες του εναγομένου, ως εδώ συζητούνται και δη εκείνες της ποινικής ανάκρισης και δίωξης του ενάγοντα, παραμένουν πράξεις ανέλεγκτες δικαστικώς, κατά τις πρόνοιες των Άρθρων 113 και 114 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας». 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ