Πέντε βασικά ευρήματα, τα οποία καθορίζουν την επόμενη μέρα του Γενικού Συστήματος Υγείας, διαπιστώθηκαν μέσα από την έρευνα της εταιρείας ερευνών και δημοσκοπήσεων IMR, η οποία διενεργήθηκε με αφορμή το 9ο Healthcare Conference της IMH, που διεξήχθη την Πέμπτη, με κύριο θέμα «Το μέλλον του Τομέα της Υγείας στην Κύπρο» και παρουσιάστηκε από την Χριστίνα Κοκκάλου, Ιδρύτρια και Διευθύνουσα Σύμβουλος της IMR/University of Nicosia™ .
Η έρευνα, με τίτλο «ΓεΣΥ: Η Επόμενη Μέρα μέσα από τα Μάτια των Δικαιούχων», αποτύπωσε μία ξεκάθαρη εικόνα για το πού βρίσκεται σήμερα το Γενικό Σύστημα Υγείας, μέσα από πέντε βασικά ευρήματα, μέσα από τα οποία αποτυπώνεται ένα ώριμο σύστημα με σαφή κοινωνική εντολή για βελτίωση.
Συγκεκριμένα, με βάση τα ευρήματα αυτά, το ΓεΣΥ άλλαξε την καθημερινότητα των πολιτών και πλέον κρίνεται αυστηρότερα, αφού, παρόλο που η αναγνώρισή του παραμένει, οι απαιτήσεις των δικαιούχων αυξάνονται. Παράλληλα, το σύστημα αποδίδει καλύτερα όταν η φροντίδα αποκτά συνέχεια και προσωπική σχέση μεταξύ δικαιούχων και παρόχων και είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που χτίζεται η καλύτερη εμπειρία του ασθενούς.
Το μεγαλύτερο κενό που εντοπίζει η έρευνα βρίσκεται ανάμεσα στην κάλυψη και στην πραγματική πρόσβαση των δικαιούχων του συστήματος, αφού σε σημαντικό μέρος των πολιτών η φροντίδα δεν φτάνει ακόμη έγκαιρα. Επιπρόσθετα, διαπιστώνεται πως οι ηλικίες μεταξύ 25 και 44 ετών αποτελούν το προειδοποιητικό σήμα του ΓεΣΥ, με δεδομένο ότι η εμπειρία τους αποκαλύπτει τη μεγαλύτερη τριβή με το σύστημα.
Παράλληλα, γίνεται ξεκάθαρο μέσα από την έρευνα ότι η κοινωνική εντολή για την επόμενη μέρα είναι συγκεκριμένη, αφού χρειάζεται ταχύτερη πρόσβαση, πληρέστερη κάλυψη και λιγότερα εμπόδια. Μεγάλο στοίχημα του ΓεΣΥ, όπως εξάγεται από τα ευρήματα, είναι πως, παρόλο που το σύστημα έχει κερδίσει τη θέση του, εντούτοις τώρα θα πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη σε κάθε επαφή.
Με την πρόσβαση στις υπηρεσίες του ΓεΣΥ να αποτελεί μέχρι σήμερα μία πρόκληση, ώστε να μπορέσουν οι δικαιούχοι να λάβουν τη φροντίδα που χρειάζονται, το 69% των πολιτών έκρινε ότι η πρόσβαση ήταν πολύ ή αρκετά εύκολη.
Ωστόσο, σχεδόν ένας στους τρεις πολίτες συνάντησε δυσκολία σε μία βασική λειτουργία του συστήματος ή στο να φτάσει στη φροντίδα όταν τη χρειάζεται, αφού το ποσοστό που έκρινε την πρόσβαση πολύ ή αρκετά δύσκολη φτάνει το 31%.
Την ίδια ώρα, η δυσκολία στην πρόσβαση φαίνεται πως είναι εντονότερη στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες, καθώς 34% των γυναικών δήλωσαν πολύ ή αρκετά δύσκολη την πρόσβαση στις υπηρεσίες εντός του ΓεΣΥ, σε αντίθεση με 26% των ανδρών.
Επιπρόσθετα, το 35% των δικαιούχων του συστήματος μεταξύ των ηλικιών 25 με 44 ετών αντιμετωπίζει πολύ ή αρκετά δύσκολη πρόσβαση στις υπηρεσίες μέσω ΓεΣΥ, ενώ πολύ κοντά, σε ποσοστό 30%, έρχεται αντιμέτωπη με την ίδια δυσκολία η ηλικιακή ομάδα μεταξύ 45 και 64 ετών. Από την άλλη, από τους πολίτες άνω των 65 ετών, μόλις το 22% δήλωσε ότι αντιμετωπίζει πολύ ή αρκετά δύσκολη πρόσβαση στις υπηρεσίες.
Ταυτόχρονα, η έρευνα κατέδειξε ότι σχεδόν εννέα στους δέκα δικαιούχους του ΓεΣΥ, τον τελευταίο ένα χρόνο, που χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία μέσω του συστήματος, κατάφεραν να τη λάβουν.
Συγκεκριμένα, το ποσοστό των δικαιούχων φτάνει το 87%, ενώ λίγο περισσότεροι από ένας στους δέκα πολίτες δήλωσαν ότι τους τελευταίους 12 μήνες υπήρξε περίπτωση που δεν μπόρεσαν να λάβουν ιατρική εξέταση ή θεραπεία μέσω του ΓεΣΥ όταν τη χρειάστηκαν.
Παράλληλα, σε ό,τι αφορά τους λόγους που οι δικαιούχοι δεν κατάφεραν να λάβουν την ιατρική εξέταση ή θεραπεία που αναζήτησαν μέσω ΓεΣΥ, σε μεγάλο ποσοστό, της τάξης του 34%, δήλωσε πως δεν υπήρχε διαθέσιμο ραντεβού, ενώ ένα 30% επισήμανε πως ο χρόνος αναμονής ήταν υπερβολικά μεγάλος.
Το 35% των δικαιούχων δήλωσε πως η υπηρεσία ή η θεραπεία που χρειάστηκαν δεν καλυπτόταν από το σύστημα, ενώ το 7% και 4%, αντίστοιχα, δήλωσαν πως δεν υπήρχε διαθέσιμος γιατρός της ειδικότητας που χρειάζονταν και δεν υπήρχε διαθέσιμος πάροχος στην περιοχή τους.
Η μεγαλύτερη ίσως παθογένεια του ΓεΣΥ είναι ο χρόνος αναμονής για ένα ραντεβού στους ειδικούς γιατρούς, αφού, με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας, πιέζει περισσότερο όσους χρειάζονται να εντάξουν τη φροντίδα σε μία απαιτητική καθημερινότητα.
Συγκεκριμένα, έξι στους δέκα δικαιούχους δήλωσαν πολύ ή αρκετά ικανοποιημένοι από αυτή, σε ποσοστό 60%, ενώ τέσσερις στους δέκα, δηλαδή ποσοστό 40%, δήλωσαν πολύ ή αρκετά δυσαρεστημένοι από την αναμονή που υπήρξε.
Την ίδια ώρα, έντονη είναι η διαφοροποίηση που παρατηρήθηκε ανά ηλικία, αφού καταδεικνύεται ότι ο χρόνος αναμονής δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο από όλους.
Συγκεκριμένα, οι δικαιούχοι μεταξύ 25 και 44 ετών, σε ποσοστό 51%, δήλωσαν πως είναι πολύ ή αρκετά δυσαρεστημένοι με τον χρόνο αναμονής για ένα ραντεβού στους ειδικούς γιατρούς του συστήματος, ενώ την ίδια εμπειρία, σε ποσοστό 39%, είχε η ηλικιακή ομάδα 45 με 64 ετών. Αρκετά πιο χαμηλό είναι το ποσοστό των πολιτών που δήλωσαν πολύ ή αρκετά δυσαρεστημένοι από την αναμονή στους 65 ετών και άνω, αφού αυτό φτάνει το 23%.
Μάλιστα, ένα ποσοστό των δικαιούχων, της τάξης του 15%, ανέφερε πως χρειάστηκε να περιμένει πάνω από τρεις μήνες για ένα ραντεβού σε ειδικό γιατρό και σε ένα 26% η αναμονή κυμάνθηκε μεταξύ ενός και τριών μηνών. Δηλαδή, συνολικά τέσσερις στους δέκα δικαιούχους του ΓεΣΥ χρειάστηκαν να περιμένουν για πάνω από ένα μήνα για ένα ραντεβού σε ειδικό γιατρό, μετά από απόφαση ή σύσταση που τους έγινε.
Ωστόσο, σχεδόν έξι στους δέκα δικαιούχους στο σύστημα δήλωσαν πως η αναμονή αυτή ήταν λιγότερο από ένα μήνα και, πιο συγκεκριμένα, το ποσοστό τους φτάνει το 59%.
Σημαντική πτυχή της έρευνας είναι η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι πολίτες στο ΓεΣΥ ότι θα τους προσφέρει την κατάλληλη φροντίδα που θα χρειαστούν, αφού επτά στους δέκα πολίτες, ποσοστό 70%, δηλώνουν ότι απόλυτα ή μάλλον συμφωνούν ότι μπορούν να το εμπιστευτούν.
Παράλληλα, ποσοστό 16% των δικαιούχων δηλώνει ότι απόλυτα ή μάλλον διαφωνεί ότι το ΓεΣΥ είναι ένα σύστημα υγείας το οποίο μπορούν να εμπιστευτούν ότι θα τους προσφέρει την κατάλληλη φροντίδα που θα χρειαστούν, ενώ το 14% ούτε συμφωνεί ούτε διαφωνεί με τη δήλωση αυτή.
Σε αντίθεση με την πρόσβαση και την αναμονή εντός του ΓεΣΥ, η ηλικιακή ομάδα που συμφωνεί απόλυτα ή μάλλον για την εμπιστοσύνη στην κατάλληλη φροντίδα είναι οι δικαιούχοι άνω των 65 ετών, με το ποσοστό τους να φτάνει το 90%. Αντίθετα, στις ηλικίες μεταξύ 45 με 64 ετών το ποσοστό απόλυτης εμπιστοσύνης φτάνει το 69%, ενώ στην ηλικιακή ομάδα 25 με 44 το ποσοστό αυτό φτάνει το 58%.
Τα οφέλη και οι αδυναμίες του ΓεΣΥ
Σε αρκετά καλά επίπεδα διατηρήθηκαν και τα μεγαλύτερα οφέλη που προέκυψαν για το σύνολο των πολιτών μέσα από την εφαρμογή του ΓεΣΥ, αφού, παρά τις μειώσεις που υπήρξαν, διατηρούνται σε αρκετά υψηλά επίπεδα.
Συγκεκριμένα, ένα από τα κύρια οφέλη που παρατήρησαν οι δικαιούχοι είναι η μείωση του κόστους πρόσβασης εντός του 2026, με το ποσοστό να φτάνει το 75%, με μικρή μείωση της τάξης του 5% σε σύγκριση με την περσινή χρονιά.
Παράλληλα, το 43% των δικαιούχων βλέπει περισσότερες επιλογές σε παρόχους εντός του συστήματος, ποσοστό 7% αυξημένο σε σύγκριση με το 2025, ενώ παρατήρησαν βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών, σε ποσοστό 23% για φέτος, ένα ποσοστό μειωμένο κατά 10% σε αντίθεση με πέρσι.
Παράλληλα, το σύνολο των συμμετεχόντων στην έρευνα παρατήρησε επίσης μείωση των χρόνων αναμονής, ωστόσο το ποσοστό τους φτάνει το 13% για φέτος, 12% μειωμένο σε σχέση με το 2025. Το γενικότερο συμπέρασμα που εξάγεται από τα οφέλη είναι πως το ΓεΣΥ πρωτίστως πέτυχε να μειώσει το οικονομικό εμπόδιο και να διευρύνει τις επιλογές των δικαιούχων του.
Από την άλλη, πολύ διαφορετική είναι η εικόνα των δικαιούχων του συστήματος σε σχέση με τις σοβαρές αδυναμίες που εντοπίζουν, οι οποίες λειτουργούν επιβαρυντικά για τους ίδιους, αφού δεν αφορούν μία μεμονωμένη υπηρεσία και αποκαλύπτουν την ανάγκη για λιγότερη τριβή ανάμεσα στον πολίτη και στη φροντίδα που δικαιούται.
Συγκεκριμένα, ποσοστό 47%, μειωμένο κατά 3% σε σύγκριση με πέρσι, θεωρεί ότι υπάρχει μη κάλυψη συγκεκριμένων εξετάσεων ή θεραπειών. Παράλληλα, 42% των δικαιούχων, ποσοστό μειωμένο κατά 15% σε σχέση με το 2025, ανέφερε ότι υπάρχουν λίστες αναμονής, ενώ 40% των πολιτών θεωρεί ότι υπάρχει ανάγκη λήψης παραπεμπτικού για ειδικό γιατρό. Επιπρόσθετα, 26% των δικαιούχων θεωρεί ότι υπάρχει μη συμμετοχή παρόχων για το 2026, ένα ποσοστό μειωμένο κατά 12% σε σχέση με το 2025.
Αρκετά υψηλές είναι και οι προσδοκίες των δικαιούχων για το μέλλον του ΓεΣΥ τα επόμενα χρόνια, σε σχέση με την προσφορά ποιοτικών υπηρεσιών υγείας, αφού η αισιοδοξία παραμένει ισχυρή αλλά συνοδεύεται πλέον από σαφείς απαιτήσεις για καλύτερη καθημερινή απόδοση.
Ποσοστό 72% των πολιτών δηλώνουν πολύ ή αρκετά αισιόδοξοι ότι το Σύστημα Υγείας μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες υγείας τα επόμενα χρόνια, ενώ το 28% δηλώνουν πολύ ή αρκετά απαισιόδοξοι.
Συμπερασματικά, οι πολίτες εξακολουθούν να επενδύουν στο μέλλον του ΓεΣΥ και η εμπιστοσύνη αυτή θα διατηρηθεί μόνο εάν η πρόσβαση και η κάλυψη βελτιώνονται ορατά.
Τέλος, οι βασικές προτεραιότητες που θέτουν οι πολίτες για βελτίωση του ΓεΣΥ κατά τα επόμενα δύο χρόνια είναι η μείωση των χρόνων αναμονής (55%), περισσότερες καλυπτόμενες εξετάσεις και θεραπείες (46%), η ενίσχυση των δημόσιων νοσηλευτηρίων και των Τμημάτων Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών (28%), ο περιορισμός των καταχρήσεων και της σπατάλης (24%), η ταχύτερη πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα (21%) και 19% θέλει περισσότερους γιατρούς και νοσηλευτές.











