Το 86% της κοινής γνώμης θεωρεί ότι, σε ό,τι αφορά τα υπό διερεύνηση σκάνδαλα που κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητας, συντελείται χειραγώγηση της κοινής γνώμης κι αυτή τη χειραγώγηση, κατά προτεραιότητα, το 75% τη χρεώνει σε κυβερνητικούς φορείς, το 67% στους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ και μόνο το 39% καταλογίζει την πρώτη ευθύνη στους δημοσιογράφους.
Αυτό, μεταξύ άλλων, ανέφερε ο Πρόεδρος της ΕΣΚ, Γιώργος Φράγκος κατέδειξε η μεγάλη παγκύπρια έρευνα που διενεργεί κάθε χρόνο η οργάνωση για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κυπριακής δημοσιογραφίας και των λειτουργών της ενώ παρουσίασε και τα αποτελέσματα μικρότερης έρευνας με μέλη της δημοσιογραφικής κοινότητας μόνο.
Ο κ. Φράγκος μιλούσε κατά τη διάρκεια διάσκεψης Τύπου στην Δημοσιογραφική Εστία για τη μεγάλη έρευνα με δείγμα 1000 ατόμων με τυχαία πολυσταδιακή στρωματοποιημένη δειγματοληψία που διενεργήθηκε τον περασμένο Ιούλιο με προσωπικές και τηλεφωνικές συνεντεύξεις.
Στη σύνοψη των αποτελεσμάτων, σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΣΚ, σημειώνεται ότι από την έρευνα μεταξύ της κοινής γνώμης διαφαίνεται πως βασικότερα Μέσα Ενημέρωσης αποτελούν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, κι ακολουθούν τηλεόραση, portals και ραδιόφωνο. Παρατηρείται επίσης η σταθερή άνοδος των ΜΚΔ και μια σταθεροποίηση των portals, ραδιοφώνου και έντυπου τύπου.
Στη συγκριτική αξιολόγηση των ΜΜΕ καταγράφεται πρωτιά στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση σε όλους τους δείκτες αξιολόγησης (γενικά, αντικειμενικότητα, ποιότητα, αξιοπιστία) και ακολουθούν τα portals και ο έντυπος τύπος. Τελευταία στην κατάταξη είναι τα ΜΚΔ.
Στην συνολική αξιολόγηση (όλων των ΜΜΕ), ο μέσος όρος σε όλους τους δείκτες ποιότητα, αντικειμενικότητα, δεοντολογία, εγκυρότητα ειδήσεων, συμπεριφορά, εξειδίκευση αντικειμένου, οικονομική εξάρτηση και πολιτική επιρροή είναι σταθερά και διαχρονικά μέτρια (3.1 – 3.3) με θετικότερες απαντήσεις στα θέματα δεοντολογίας, εγκυρότητας, ειδήσεων, εξειδίκευσης και συμπεριφοράς.
Η εκτίμηση του κοινού που δηλώνει ότι ο βαθμός διείσδυσης των ψευδών ειδήσεων στην Κύπρο είναι πάρα πολύ ή πολύ ανέρχεται στο 61% δηλαδή 6:10, ενώ σχεδόν 1:3 (27%) θεωρεί ότι ο βαθμός διείσδυσης δεν είναι ούτε πολύ ούτε λίγη. Το κοινό εντοπίζει ψευδείς ειδήσεις κυρίως τα κοινωνικά Δίκτυα (73%), στις διαδικτυακές πύλες (42%) και στην τηλεόραση (32%).
Με βάση την τοποθέτηση σε σειρά δηλώσεων, περίπου το 49% των Κυπρίων δηλώνει μη εμπιστοσύνη στα ΜΜΕ σε σχέση με το 40% που δηλώνει εμπιστοσύνη. Η πλειοψηφία δηλώνει εμπιστοσύνη στους Κύπριους δημοσιογράφους, διαφωνεί ότι κάνουν υπέρβαση εξουσίας και εκτιμά ότι είναι αξιόπιστοι, όπως επίσης και τα ΜΜΕ στην Κύπρο.
Η πλειοψηφία εκτιμά επίσης ότι τα ΜΜΕ ως επιχειρήσεις είναι υποστελεχωμένα και ότι επικρατεί ανασφάλεια στο χώρο των ΜΜΕ. Εκτιμούν επίσης ότι οι Κύπριοι δημοσιογράφοι δεν έχουν ελευθερία έκφρασης.
Όσον αφορά τη διερευνητική δημοσιογραφία, εκτιμάται από το κοινό, ότι αυτή ασκείται από τον ηλεκτρονικό και τον έντυπο τύπο. Ως προς τη διερεύνηση σκανδάλων, η συντριπτική πλειοψηφία των Κυπρίων (86%) θεωρεί ότι γίνεται χειραγώγηση της κοινής γνώμης και κυρίως από την κυβέρνηση, τα κόμματα και ιδιοκτήτες των ΜΜΕ.
Επίσης, 4 στους 10 ερωτηθέντες αξιολογούν το επίπεδο των Κυπρίων Δημοσιογράφων θετικά που είναι και το ψηλότερο σε σύγκριση με άλλους επαγγελματίες.
Στην ομιλία του στην διάσκεψη Τύπου ο κ. Φράγκος ανέφερε ότι παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις πολλών, ημών συμπεριλαμβανομένων, περίπου οι μισοί, το 49%, δεν θεωρούν ότι οι Κύπριοι δημοσιογράφοι έχουν ελευθερία έκφρασης. Για ενημέρωση σε σχέση με τα σκάνδαλα οι πιο πολλοί, και συγκεκριμένα το 38% προστρέχουν στα ΜΚΔ, σημείωσε, έστω κι αν οι περισσότεροι, με ποσοστό 21% θεωρούν ότι η πιο διερευνητική δημοσιογραφία διενεργείται στον έντυπο Τύπο.
Σε σχέση με τη μεγάλη έρευνα, συνέχισε ο κ. Φράγκος, υπάρχει ακόμη κάτι που πρέπει να προβληματίσει τον δημοσιογραφικό κόσμο. «Οι μισοί δηλώνουν άγνοια για την εργασιακή ανασφάλεια, αλλά και την υποστελέχωση που επικρατεί στο χώρο. Κι αυτό διότι, δυστυχώς, οι επαγγελματίες του κλάδου μιλούν για τα προβλήματα όλων των άλλων, παρασιωπώντας, ηθελημένα ή μη, τα δικά τους προβλήματα».
Ο Πρόεδρος της ΕΣΚ χαρακτήρισε τα ευρήματα της εσωτερικής έρευνας ανάμεσα στους επαγγελματίες δημοσιογράφους «ιδιαιτέρως ανησυχητικά» σημειώνοντας ότι μόνο ένας στους τέσσερις δημοσιογράφους επιθυμεί να ολοκληρώσει τον επαγγελματικό του βίο στη δημοσιογραφία. Κι αυτοί που βρίσκουν τα πράγματα στη δημοσιογραφία χειρότερα απ’ ότι ανέμεναν προτού μπουν στον κλάδο, συνέχισε, χρόνο με το χρόνο, αυξάνονται. Συγκεκριμένα, είπε, αυτοί που έβρισκαν τα πράγματα χειρότερα στον κλάδο απ’ ότι ανέμεναν το 2024 ήταν το 26%, το 2025 έγιναν 32% και φέτος, το 2026 δηλαδή, έφτασαν στο 36%.
«Οι επαγγελματίες του κλάδου θεωρούν τα πιο αδύναμα σημεία της κυπριακής δημοσιογραφίας τη βιωσιμότητα και την υποστελέχωση. Ενώ στα δυνατά σημεία ιεραρχείται πρώτη η κριτική θεώρηση των πραγμάτων και δεύτερη, αλλά με χαμηλό βαθμό μόλις 15%, η ελευθεροτυπία».
Για το μέρος της εσωτερικής έρευνας που αφορά την δράση της ΕΣΚ, ο Πρόεδρός της σημειώνει – όπως είπε - με ικανοποίηση ότι τα μέλη μας είναι πιο απαιτητικά από τους δημοσιογράφους μη μέλη μας. Ανέφερε ότι η δράση της οργάνωσης κρίνεται από το 14%, από το 10% που ήταν πέρσι, ως «πολύ θετικά», ωστόσο το 47% θεωρεί ότι χρειάζεται ενίσχυση, το 39% εκσυγχρονισμό και το 24% δηλώνει απογοητευμένο από τη δράση της. Το 57% ζητά να ασκήσουμε μεγαλύτερη πίεση στην κυβέρνηση και τα κόμματα, συνέχισε, ενώ για το 56% το ζητούμενο είναι η άσκηση πίεσης προς τους εργοδότες. Ακόμη πιο λυπηρό, κατά τον Γιώργο Φράγκο, είναι ότι μόλις το 8% πιστεύει ότι μια δυναμική κινητοποίηση μπορεί να φέρει το όποιο αποτέλεσμα. Καταλήγοντας είπε ότι το 14% του συνόλου των ερωτηθέντων δημοσιογράφων δηλώνει ότι δεν πιστεύει καν στον συνδικαλισμό.
Η δημοσιογραφία δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα, είναι λειτούργημα, δημόσια προσφορά και ευθύνη, γι’ αυτό, οφείλουμε να διαφυλάξουμε τον ρόλο της, ώστε η επόμενη γενιά δημοσιογράφων να συνεχίσει να αναζητά την αλήθεια με το ίδιο πάθος, την ίδια ανεξαρτησία και την ίδια αίσθηση ευθύνης, ανέφερε η Κωνσταντίνα Νεοφύτου, Διευθύντρια Εταιρικής Επικοινωνίας Τράπεζας Κύπρου. Αυτό, πρόσθεσε, είναι το μεγαλύτερο στοίχημα αλλά και η μεγαλύτερη δύναμη της δημοσιογραφίας.
Μιλώντας στην διάσκεψη Τύπου ως χορηγός της διενέργειας των δύο ερευνών, η κ. Νεοφύτου πρόσθεσε ότι σε μια εποχή όπου το τοπίο της ενημέρωσης αλλάζει διαρκώς, η συστηματική καταγραφή των απόψεων τόσο της κοινωνίας όσο και των ίδιων των επαγγελματιών της δημοσιογραφίας αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο προβληματισμού, διαλόγου και αυτογνωσίας για τον κλάδο.
«Πιστεύουμε ότι η αξιόπιστη ενημέρωση, η ελεύθερη έκφραση και η αναζήτηση της αλήθειας δεν είναι ζητήματα που αφορούν μόνο τον χώρο των ΜΜΕ αλλά και όλους εμάς. Τα ευρήματα που παρουσιάζονται σήμερα μας υπενθυμίζουν πόσο επίκαιρος είναι ο ρόλος του δημοσιογράφου. Ζούμε σε μια εποχή όπου η ενημέρωση περνά ολοένα και περισσότερο μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, ενώ παράλληλα η πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί ότι οι ψευδείς ειδήσεις έχουν πλέον μεγάλη διείσδυση στην κοινωνία μας».
Αυτό, αναδεικνύει πως όσο αυξάνεται ο όγκος της πληροφορίας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αξία της αξιόπιστης ενημέρωση, σημείωσε λέγοντας ότι όσο πιο εύκολο είναι να παραχθεί περιεχόμενο, τόσο πιο σημαντικοί γίνονται εκείνοι που ελέγχουν τα γεγονότα, διασταυρώνουν τις πληροφορίες και βοηθούν τους πολίτες να ξεχωρίζουν την αλήθεια από την παραπληροφόρηση.
Η κ. Νεοφύτου ανέφερε επίσης ότι τα αποτελέσματα μας υπενθυμίζουν τις σημαντικές προκλήσεις, όπως η βιωσιμότητα του κλάδου, η υποστελέχωση, οι συνθήκες εργασίας και η ανάγκη συνεχούς προσαρμογής σε ένα περιβάλλον που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Γι’ αυτό και η συζήτηση για το μέλλον της δημοσιογραφίας, σημείωσε, δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους των μέσων ενημέρωσης αλλά και ολόκληρη την κοινωνία.
Πηγή: ΚΥΠΕ











