Περίοδο νηνεμίας και ηρεμίας, μετά από ένα εξαιρετικά έντονο καλοκαίρι που κράτησε μέχρι και τα μέσα Αυγούστου την ηγεσία και τους μηχανισμούς του κόμματος σε πλήρη εγρήγορση, διέρχεται το ΔΗΚΟ.
Το θέμα του ανασχηματισμού, όπως και εκείνο των διορισμών των Δ.Σ. των ημικρατικών οργανισμών, αποτέλεσε υπενθυμίζεται μια καυτή, όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, πατάτα στις σχέσεις του ΔΗΚΟ με τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, την ίδια ώρα που δημιούργησε ταυτόχρονα χαμηλής ή και μεσαίας κλίμακας εσωτερικούς κλυδωνισμούς ένεκα διαφορετικών προσεγγίσεων, κυρίως όσον αφορούσε την στρατηγική διεκδίκηση των αξιώσεων του κόμματος.
Δηλαδή, τόσο για μεγαλύτερη εκπροσώπηση του κόμματος στο κυβερνητικό σχήμα, τόσο διά της παρουσίας περισσότερων στελεχών του στο Υπουργικό όσο και στα Δ.Σ. των ημικρατικών. Αλλά και για καλύτερο συντονισμό και ουσιαστικότερη εμπλοκή του κόμματος στην διαμόρφωση, προώθηση και υλοποίηση κυβερνητικών πολιτικών.
Το σίριαλ που για τα πιο πάνω ζητήματα εξελίχθηκε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες είχε για το ΔΗΚΟ happy end, καθώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ικανοποίησε περίπου το σύνολο των αιτημάτων του.
Διορίζοντας ακόμη δύο καθαρόαιμους ΔΗΚΟϊκους ως Υπουργούς, τον Χριστό Σενέκη και την Εύη Τσολάκη, τοποθετώντας ΔΗΚΟϊκο –τον Παναγιώτη Παλατέ- στην θέση του διευθυντή του Γραφείου του, αλλά και διευρύνοντας την συμμετοχή του ΔΗΚΟ στα Δ.Σ. των ημικρατικών οργανισμών διά της τοποθέτησης αυξημένου αριθμού μελών και φίλων του σε προεδρίες, αντιπροεδρίες και ως μέλη.
Ταυτοχρόνως, τα όσα με τον Νίκο Χριστοδουλίδη συμφωνήθηκαν όσον αφορά την παράμετρο της βελτίωσης της μορφής της συνεργασίας τους, άφησαν το ΔΗΚΟ ικανοποιημένο και ως προς τον τρίτο πυλώνα των αξιώσεων του, σε μια εξέλιξη που ήρθε για να δέσει το γλυκό του επιδιωκόμενου επαναπροσδιορισμού των σχέσεων τους. Και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ή και να τις επανατοποθετήσει για πολλούς σε ακόμη πιο γερές και στέρεες βάσεις, ενισχύοντας τον βαθμό αμοιβαιότητας του σεβασμού, αλλά και της εμπιστοσύνης, ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη.
Η κατάληξη και το αίσιο τέλος στις καλοκαιρινές εν είδη διαπραγματεύσεων συζητήσεις του ΔΗΚΟ με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, θεωρείται από πολλούς ως η γερή εκείνη παρακαταθήκη, που θα δώσει την δυνατότητα και θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να συνεχίσουν και με ορίζοντα το 2028 την συνεργία τους.
Με απλά λόγια, ότι ικανοποιώντας περίπου όλα τα αιτήματα του ΔΗΚΟ, ο Νίκος Χριστοδουλίδης πρόσδεσε για τα καλά το κόμμα στο άρμα του και για τις επόμενες προεδρικές, αφαιρώντας του κάθε επιχείρημα ή και κάθε καλά αιτιολογημένο «δικαίωμα» να… γυρευτεί άλλου.
Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη ανάγνωση δεν απέχει και τόσο πολύ από την πραγματικότητα. Όμως αληθές είναι επίσης, ότι οι επόμενοι μήνες δεν παύουν από το να αποτελούν ένα ακόμη τεστ δοκιμασίας για ΔΗΚΟ και Νίκο Χριστοδουλίδη, αφού σε αυτή την περίοδο και με φόντο την έναρξη των εσωκομματικών διεργασιών στο κόμμα του Νικόλα Παπαδόπουλου για τις προεδρικές, θα διαφανεί το πόσο καλά και πόσο κοντά σε εκείνα που το καλοκαίρι συμφωνήθηκαν, θα λειτουργήσει υπό το νέο της πλαίσιο η μεταξύ τους συνεργασία.
Μια συνεργασία, που στα συλλογικά όργανα του ΔΗΚΟ θα τεθεί επί τάπητος και θα αξιολογηθεί ξανά δεόντως. Με τον βαθμό και το πρόσημο που θα της αποδοθεί να καθορίζουν εν τέλει ως παράγοντες και τις αποφάσεις του κόμματος για προεδρικές εκλογές και δη το κατά πόσο ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα αποτελέσει και αυτή την φορά την επιλογή του.
Οι αποφάσεις και ο κεντροδεξιός προσανατολισμός
Πρόκειται για μια επιλογή που ούτως ή άλλως προκρίνεται από μια εξαιρετικά μεγάλη μερίδα της ηγεσίας και στελεχών του κόμματος, υπό την θεώρηση των πραγμάτων πως η συνεργασία και η συμμετοχή του ΔΗΚΟ ως ο πλέον βασικός κομματικός άξονας της Κυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως επωφελής, όχι μόνο για το κόμμα, αλλά και για τον τόπο.
Την ίδια ώρα ωστόσο, δεν αποτελεί μυστικό πως εντός του κόμματος υπάρχουν και οι προσεγγίσεις εκείνες που βλέπουν με καλό μάτι και δεν θα απέκλειαν μια σοβαρή συζήτηση γύρω από την προοπτική συνεργασίας με τον ΔΗΣΥ ίσως και από τον πρώτο γύρο, με τον οποίο άλλωστε η συνεργασία του ΔΗΚΟ σε επίπεδο Βουλής είναι κάτι περισσότερο από αγαστή και αποδοτική.
Αυτές, η πρώτη σε μεγαλύτερο και η δεύτερη σε σαφώς –τουλάχιστον επί του παρόντος – μικρότερο βαθμό, είναι οι δύο τάσεις που στο ΔΗΚΟ και ενόψει των προεδρικών του 2028 υπάρχουν, την ώρα που εκείνο το οποίο με πάσα βεβαιότητα μπορεί με απόλυτη ασφάλεια να λεχθεί, να είναι το εξής.
Πως δίχως άλλο το κόμμα θα συνεχίσει με πυξίδα τον κεντροδεξιό προσανατολισμό βάσει του οποίου εδώ και αρκετά χρόνια πορεύεται και χωρίς να διαφαίνονται στον ορίζοντα έστω και αμυδρές πιθανότητες μιας επιλογής που θα σηματοδοτούσε γύρισμα του τιμονιού προς άλλη κατεύθυνση και δη αυτή της αριστέρας. Ότι δηλαδή, το ενδεχόμενο συνεργασίας του ΔΗΚΟ με το ΑΚΕΛ δεν αναμένεται να αποτελέσει ή να βρεθεί ούτε καν σαν σκέψη στο τραπέζι.
Όσον αφορά την περιορισμένη η πραγματικότητα είναι πιθανότητα συνεργασίας με τον ΔΗΣΥ από τον πρώτο γύρο, νοείται πως κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε την έξοδο του ΔΗΚΟ από την Κυβέρνηση Νίκου Χριστοδουλίδη.
Το θέμα είναι, σε ποια γεγονότα και παράγοντες θα μπορούσε να στηρίξει και να αιτιολογήσει μια τέτοια απόφασή του, πώς θα έπειθε τον κόσμο του περί της ανάγκης μιας τέτοιας μετατόπισης.
Πιθανές διαφωνίες σε κεφαλαιώδους σημασίας ζητήματα πολιτικής όπως το Κυπριακό και η οικονομία, θα έδινε ενδεχομένως στο ΔΗΚΟ την δυνατότητα να το πράξει.
Ωστόσο, θα έπρεπε να δικαιολογήσει ταυτόχρονα επαρκώς την αποκόλληση από τον Νίκο Χριστοδουλίδη και την επικόλλησή του σε ένα κόμμα, την φιλοσοφία και πολιτική κοσμοθεωρία του οποίου ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας με περισσή περηφάνια και με κάθε ευκαιρία δηλώνει πως ακολουθεί και εφαρμόζει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











