Η συνδυασμένη εφαρμογή της απαγόρευσης εμφανών τατουάζ και της υποχρέωσης των γυναικών αστυνομικών να φορούν φούστα στις επίσημες τελετές συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ως γνήσια και καθοριστική επαγγελματική απαίτηση, σύμφωνα με την άποψη της γενικής εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ταμάρα Τσάπετα.
Η υπόθεση αφορά υποψήφια για ένταξη στην ιταλική αστυνομία, η οποία αποκλείστηκε από τη διαδικασία επιλογής επειδή είχε ένα μικρό τατουάζ σε σχήμα λουλουδιού στην αριστερή γάμπα. Στην Ιταλία, οι αστυνομικοί δεν επιτρέπεται να έχουν τατουάζ που είναι ορατά όταν φορούν τη στολή. Κατά τη διαδικασία επιλογής διαπιστώθηκε ότι το τατουάζ της υποψήφιας θα ήταν ορατό κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών, καθώς η γυναικεία επίσημη στολή περιλαμβάνει φούστα και γόβες. Για τον λόγο αυτό αποκλείστηκε από τη διαδικασία.
Ακολούθως, η υποψήφια προσέφυγε κατά της απόφασης στα ιταλικά διοικητικά δικαστήρια και ένα από αυτά απευθύνθηκε στο ΔΕΕ ζητώντας ερμηνεία της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου και στην άποψή της, η γενική εισαγγελέας Τσάπετα κρίνει ότι η επίμαχη πολιτική προσλήψεων συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται από το δίκαιο της ΕΕ.
Όπως επισημαίνει, η συνδυασμένη εφαρμογή των δύο κανόνων, της απαγόρευσης των εμφανών τατουάζ και της υποχρέωσης των γυναικών να φορούν φούστα στις επίσημες τελετές, θέτει τις γυναίκες υποψήφιες σε μειονεκτική θέση λόγω φύλου, καθώς εάν η υποψήφια ήταν άνδρας, δεν θα είχε αποκλειστεί από τη διαδικασία επιλογής αποκλειστικά και μόνο λόγω του τατουάζ στο κάτω μέρος του ποδιού της.
Η γενική εισαγγελέας εξετάζει στη συνέχεια κατά πόσον η διάκριση μπορεί να δικαιολογηθεί από τους λόγους που επικαλείται η ιταλική Κυβέρνηση. Το δίκαιο της ΕΕ επιτρέπει διαφοροποιήσεις λόγω φύλου, υπό την προϋπόθεση ότι είναι κατάλληλες και αναγκαίες για την εκπλήρωση γνήσιας επαγγελματικής απαίτησης που υπηρετεί θεμιτούς σκοπούς. Επιπλέον, η Τσάπετα απορρίπτει τα επιχειρήματα των ιταλικών αρχών ότι ο επίμαχος κανόνας είναι αναγκαίος προκειμένου οι αστυνομικοί να συμμετέχουν σε τελετουργικές εκδηλώσεις, να μεταφέρουν παραδοσιακές αξίες και να ενισχύουν την ταυτότητα του αστυνομικού σώματος.
Έκρινε τον αποκλεισμό ακατάλληλο και περιττό, καθώς οι γυναίκες αστυνομικοί φορούν ήδη παντελόνι με την επιχειρησιακή τους στολή, ενώ οι ανώτεροι αξιωματικοί μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να επιτρέψουν σε γυναίκα αστυνομικό να φορέσει παντελόνι σε μια συγκεκριμένη τελετή. Η διατήρηση της παράδοσης, σύμφωνα με τη γενική εισαγγελέα, δεν απαιτεί επίσης την εφαρμογή του συγκεκριμένου συνδυασμού κανόνων, καθώς η τελετουργική παράδοση δεν θα χανόταν εάν ορισμένες γυναίκες εξαιρούνταν από την υποχρέωση να φορούν φούστα, ενώ η χρήση παντελονιού από τις γυναίκες θα εξασφάλιζε επιπλέον τον ίδιο βαθμό εκπροσώπησης και ομοιομορφίας.
Τέλος, ως προς την αναλογικότητα, η Τσάπετα κρίνει ότι το μειονέκτημα που υφίστανται οι γυναίκες, οι οποίες στερούνται τη δυνατότητα να ενταχθούν στην αστυνομία, υπερβαίνει το συμβολικό όφελος από την περιστασιακή συμμετοχή τους σε τελετές φορώντας την επίσημη γυναικεία στολή. Έτσι η γενική εισαγγελέας καταλήγει ότι η επίμαχη πολιτική προσλήψεων δεν πληροί το κριτήριο της γνήσιας επαγγελματικής απαίτησης και, ως εκ τούτου, απαγορεύεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία κατά των διακρίσεων λόγω φύλου.
Επισημαίνεται ότι η άποψη της γενικής εισαγγελέως δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, το οποίο θα εκδώσει την απόφασή του σε μεταγενέστερο χρόνο.
Πηγή: ΚΥΠΕ











