Tο σπίτι στην οδό Κινγκ βρισκόταν λίγα μόλις λεπτά από το Πανεπιστήμιο του Άινταχο, στη μικρή πόλη Μόσκοου των βορειοδυτικών ΗΠΑ. Ήταν ένα τριώροφο, νοικιασμένο σπίτι με έξι υπνοδωμάτια, στο οποίο ζούσαν φοιτητές και συχνά συγκεντρώνονταν οι φίλοι τους.
Τα ξημερώματα της 13ης Νοεμβρίου 2022, το σπίτι αυτό έγινε ο τόπος μιας τετραπλής δολοφονίας που θα προκαλούσε φόβο στην πανεπιστημιακή κοινότητα και θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες εγκληματικές υποθέσεις στις ΗΠΑ.
Η 21χρονη Μάντισον «Μάντι» Μόγκεν, η 21χρονη Κέιλι Γκονσάλβες, η 20χρονη Ζάνα Κέρνοντλ και ο συνομήλικός της Ίθαν Τσάπιν δολοφονήθηκαν με μαχαίρι μέσα στο σπίτι. Δύο ακόμη συγκάτοικοι επέζησαν από την επίθεση.
Η ιστορία τους ξετυλίγεται στη σειρά ντοκιμαντέρ τριών επεισοδίων «The Idaho Murders: College Nightmare», η οποία κυκλοφόρησε στο Netflix στις 29 Ιουλίου 2026. Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Σκάι Μπόργκμαν, ενώ εκτελεστικός παραγωγός είναι ο Τζο Μπέρλινγκερ. Η παραγωγή περιλαμβάνει υλικό από κάμερες αστυνομικών, γραπτά μηνύματα και μαρτυρίες συγγενών των θυμάτων, επιχειρώντας να στρέψει το ενδιαφέρον στις ζωές των τεσσάρων νέων και όχι μόνο στον άνθρωπο που τους δολοφόνησε.
Τέσσερις φοιτητές που έγιναν πρωτοσέλιδα
Η Μάντισον Μόγκεν και η Κέιλι Γκονσάλβες ήταν στενές φίλες. Οι φωτογραφίες τους από εξόδους, εκδρομές και φοιτητικές συγκεντρώσεις αποτύπωναν δύο νέες γυναίκες που βρίσκονταν λίγο πριν από την ολοκλήρωση των σπουδών τους και έκαναν σχέδια για την επόμενη ημέρα.
Η Ζάνα Κέρνοντλ σπούδαζε μάρκετινγκ και διατηρούσε σχέση με τον Ίθαν Τσάπιν. Εκείνος ήταν ένα από τρίδυμα αδέλφια που φοιτούσαν στο ίδιο πανεπιστήμιο και το βράδυ του εγκλήματος βρισκόταν στο σπίτι μαζί με τη Ζάνα. Οι τέσσερις ήταν φίλοι και είχαν έντονη κοινωνική ζωή στο Πανεπιστήμιο του Άινταχο, σύμφωνα με το AP.
Το βράδυ της 12ης Νοεμβρίου 2022, η Μάντισον και η Κέιλι είχαν βγει στο κέντρο του Μόσκοου. Η Ζάνα και ο Ίθαν είχαν περάσει μέρος της βραδιάς σε εκδήλωση φοιτητικής αδελφότητας. Μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες και οι τέσσερις είχαν επιστρέψει στο σπίτι της οδού Κινγκ.
Τετραπλή δολοφονία
Λίγο πριν από τις 4 τα ξημερώματα, η Ζάνα Κέρνοντλ παρέλαβε το φαγητό που είχε παραγγείλει. Τα στοιχεία από τις κάμερες ασφαλείας έδειξαν ότι ένα λευκό αυτοκίνητο είχε περάσει αρκετές φορές γύρω από το σπίτι και επέστρεψε στην περιοχή περίπου στις 4:04 π.μ.
Ο Μπράιαν Κόμπεργκερ εισήλθε στο σπίτι από τη συρόμενη πόρτα της κουζίνας. Σύμφωνα με όσα παρουσίασε αργότερα η εισαγγελία, ανέβηκε αρχικά στον τρίτο όροφο, όπου βρίσκονταν η Μάντισον και η Κέιλι, και στη συνέχεια κατέβηκε στον δεύτερο, όπου βρίσκονταν η Ζάνα και ο Ίθαν.
Γύρω στις 4:17 π.μ., κάμερα ασφαλείας γειτονικού σπιτιού κατέγραψε γάβγισμα σκύλου, ακαθόριστες φωνές ή κλαψούρισμα και έναν δυνατό θόρυβο. Λίγα λεπτά αργότερα, το λευκό αυτοκίνητο καταγράφηκε να απομακρύνεται με μεγάλη ταχύτητα από τη γειτονιά, όπως αναφέρει το ABC.
Μία από τις δύο επιζήσασες συγκάτοικους είχε ξυπνήσει από τους θορύβους. Ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου της, είδε έναν άνδρα ντυμένο στα μαύρα, με το στόμα και τη μύτη καλυμμένα, να περνά μπροστά της και να κατευθύνεται προς την έξοδο. Η νεαρή δεν γνώριζε εκείνη τη στιγμή τι είχε συμβεί στα υπόλοιπα δωμάτια.
Η αστυνομία ειδοποιήθηκε στις 11:58 το πρωί, όταν έγινε κλήση για έναν άνθρωπο που δεν ανταποκρινόταν. Όταν οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι, εντόπισαν νεκρούς τους τέσσερις φοιτητές.
Μια πόλη που ζούσε με τον φόβο
Το Μόσκοου είναι μια μικρή πανεπιστημιακή πόλη, όπου η παρουσία των φοιτητών καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την καθημερινή ζωή. Οι τέσσερις δολοφονίες δημιούργησαν αμέσως ένα κλίμα ανασφάλειας.
Για εβδομάδες, οι Αρχές δεν είχαν ανακοινώσει την ταυτότητα κάποιου υπόπτου. Πολλοί φοιτητές εγκατέλειψαν προσωρινά την περιοχή ή επέλεξαν να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους εξ αποστάσεως.
Παράλληλα, η υπόθεση απέκτησε τεράστια δημοσιότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ερασιτέχνες ερευνητές άρχισαν να αναλύουν φωτογραφίες, βίντεο και αναρτήσεις των θυμάτων, διατυπώνοντας συχνά αβάσιμες θεωρίες και στοχοποιώντας ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση με το έγκλημα.
Την ίδια ώρα, οι αστυνομικοί συγκέντρωναν εκατοντάδες καταθέσεις και εξέταζαν πολλές ώρες υλικού από κάμερες ασφαλείας, αναζητώντας τη διαδρομή του λευκού αυτοκινήτου που είχε εμφανιστεί κοντά στο σπίτι.
Το λευκό αυτοκίνητο και η θήκη του μαχαιριού
Οι έρευνες επικεντρώθηκαν σε ένα λευκό Hyundai. Αντίστοιχο όχημα βρέθηκε καταχωρισμένο στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Ουάσιγκτον. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Μπράιαν Κόμπεργκερ, τότε 28 ετών, μεταπτυχιακός φοιτητής σε διδακτορικό πρόγραμμα ποινικής δικαιοσύνης και εγκληματολογίας. Το Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Ουάσιγκτον βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το Μόσκοου και το Πανεπιστήμιο του Άινταχο.
Το σημαντικότερο στοιχείο βρέθηκε μέσα στο δωμάτιο της Μάντισον. Δίπλα στο σώμα της υπήρχε μια δερμάτινη θήκη μαχαιριού. Στο μεταλλικό της κούμπωμα οι ερευνητές εντόπισαν γενετικό υλικό, το οποίο συνδέθηκε με τον Κόμπεργκερ.
Για να επιβεβαιώσουν τη σύνδεση, οι αστυνομικοί παρακολούθησαν τον Κόμπεργκερ και συνέλεξαν αντικείμενο από τα απορρίμματα του πατρικού του σπιτιού στην Πενσιλβάνια. Η γενετική σύγκριση, μαζί με τεχνικές γενεαλογικής έρευνας, συνέδεσε το DNA της θήκης με την οικογένειά του και τελικά με τον ίδιο.
Οι Αρχές στηρίχθηκαν επίσης στα βίντεο από τις κάμερες, στα δεδομένα του κινητού τηλεφώνου και στις μετακινήσεις του αυτοκινήτου. Σύμφωνα με την εισαγγελία, το κινητό του δεν ήταν συνδεδεμένο με δίκτυο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της επίθεσης, ενώ ενεργοποιήθηκε ξανά αργότερα, όταν το όχημα απομακρυνόταν από την ευρύτερη περιοχή.
Τα δεδομένα έδειξαν ακόμη ότι το τηλέφωνό του είχε βρεθεί τουλάχιστον 12 φορές κοντά στη γειτονιά των θυμάτων τους μήνες πριν από τις δολοφονίες. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι ο Κόμπεργκερ γνώριζε προσωπικά κάποιο από τα τέσσερα θύματα.
Η σύλληψη
Ο Μπράιαν Κόμπεργκερ συνελήφθη στις 30 Δεκεμβρίου 2022 στο πατρικό του σπίτι στην Πενσιλβάνια, περίπου έξι εβδομάδες μετά τις δολοφονίες. Σε βάρος του ασκήθηκαν διώξεις για ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού και μία κατηγορία για διάρρηξη. Μεταφέρθηκε στο Άινταχο και κρατήθηκε εν αναμονή της δίκης του.
Για περισσότερο από δύο χρόνια υποστήριζε ότι ήταν αθώος. Οι δικηγόροι του αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της συλλογής ορισμένων στοιχείων, τη χρήση της γενετικής και τη δυνατότητα της εισαγγελίας να ζητήσει τη θανατική ποινή. Η δίκη είχε προγραμματιστεί για τον Αύγουστο του 2025 και αναμενόταν να διαρκέσει μήνες. Η εισαγγελία θα παρουσίαζε τον συνδυασμό του DNA, του λευκού αυτοκινήτου, των δεδομένων κινητής τηλεφωνίας και των καταγραφών από κάμερες ασφαλείας.
Το όπλο του εγκλήματος, ωστόσο, δεν βρέθηκε ποτέ. Επίσης, δεν προέκυψε κάποιο σαφές κίνητρο ούτε κάποια επιβεβαιωμένη προσωπική σχέση ανάμεσα στον Κόμπεργκερ και στα θύματα, σύμφωνα με το Reuters.
Η ομολογία που σταμάτησε τη δίκη
Στις 2 Ιουλίου 2025, λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη της δίκης, ο Μπράιαν Κόμπεργκερ άλλαξε στάση και δήλωσε ένοχος για τις τέσσερις δολοφονίες και τη διάρρηξη.
Με τη συμφωνία που σύναψε με την εισαγγελία, απέφυγε τη θανατική ποινή. Σε αντάλλαγμα, αποδέχθηκε τέσσερις διαδοχικές ισόβιες καθείρξεις χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης, μία πρόσθετη δεκαετή ποινή για τη διάρρηξη και την παραίτησή του από το δικαίωμα άσκησης έφεσης.
Στις 23 Ιουλίου 2025, ο δικαστής Στίβεν Χίπλερ επέβαλε τις προβλεπόμενες ποινές. Συγγενείς των θυμάτων μίλησαν ενώπιον του δικαστηρίου για την απώλεια, τον θυμό και τη ζωή που θα μπορούσαν να είχαν ζήσει τα τέσσερα παιδιά.
Ο Κόμπεργκερ επέλεξε να μη μιλήσει. Δεν εξήγησε γιατί επέλεξε το σπίτι, γιατί δολοφόνησε τους τέσσερις φοιτητές ή γιατί άφησε ζωντανές τις δύο άλλες γυναίκες που βρίσκονταν μέσα σε αυτό.
Η συμφωνία απέτρεψε τη δημόσια παρουσίαση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων σε μια κανονική δίκη. Για ορισμένες οικογένειες προσέφερε τη βεβαιότητα ότι ο Κόμπεργκερ δεν θα αποφυλακιζόταν ποτέ. Για άλλες, όμως, σήμαινε ότι έχασαν την ευκαιρία να ακούσουν τις λεπτομέρειες της υπόθεσης και να ζητήσουν την επιβολή της θανατικής ποινής.
«Είναι ναρκισσιστής»
Έναν χρόνο μετά την καταδίκη του, ο Μπράιαν Κόμπεργκερ επιχείρησε να ανατρέψει τη συμφωνία που ο ίδιος είχε αποδεχθεί.
Στις 27 Ιουλίου 2026 κατέθεσε αίτηση επανεξέτασης, ζητώντας να ανακαλέσει την ομολογία του και να οδηγηθεί σε δίκη.
Υποστήριξε ότι οι προηγούμενοι δικηγόροι του τον παραπληροφόρησαν, τον φόβισαν σχετικά με τις συνθήκες της θανατικής ποινής και τον έπεισαν να δηλώσει ένοχος χωρίς η ομολογία του να ανταποκρίνεται, όπως ισχυρίζεται τώρα, στην ενοχή του.
Οι ισχυρισμοί του έρχονται σε αντίθεση με τις απαντήσεις που είχε δώσει στο δικαστήριο τον Ιούλιο του 2025. Τότε είχε δηλώσει ότι κατανοούσε πλήρως τη συμφωνία, ότι δεν είχε δεχθεί πιέσεις και ότι ομολογούσε επειδή ήταν ένοχος.
Ο δικαστής ενέκρινε τον διορισμό νέου συνηγόρου για να τον εκπροσωπήσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ομολογία του ακυρώθηκε ή ότι θα πραγματοποιηθεί νέα δίκη. Για να πετύχει την ανατροπή της καταδίκης, θα πρέπει να αποδείξει ότι η προηγούμενη νομική εκπροσώπησή του ήταν ουσιωδώς ανεπαρκής ή ότι η διατήρηση της ομολογίας θα προκαλούσε δικαστική αδικία.
Η κίνησή του προκάλεσε οργή στους συγγενείς των θυμάτων. Μιλώντας στον Guardian, ο Σάνον Γκρέι, δικηγόρος της οικογένειας της Κέιλι Γκονσάλβες, υποστήριξε ότι ο Κόμπεργκερ επιδιώκει να επιστρέψει στο επίκεντρο της δημοσιότητας.
«Είναι ένας ναρκισσιστής που πιστεύει ότι είναι ο πιο έξυπνος», δήλωσε παρουσιάζοντας την αίτηση ως μια ακόμη προσπάθεια του 31χρονου να ελέγξει την αφήγηση γύρω από την υπόθεση.
Στο ίδιο δημοσίευμα, η κλινική και δικαστική ψυχολόγος Ρέιτσελ Τόουλς εκτίμησε ότι η αναζήτηση προσοχής και ελέγχου μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη νέα νομική κίνηση του Κόμπεργκερ. Κατά την άποψή της, η επιδίωξη μιας νέας δίκης ενδέχεται να του προσφέρει έναν τρόπο να παρατείνει την παρουσία του στη δημόσια συζήτηση και να πιστέψει ότι μπορεί να παραπλανήσει τις Αρχές.
Γιατί;
Η υπόθεση των δολοφονιών του Άινταχο έχει πλέον έναν καταδικασμένο δράστη, μια αναλυτική αλυσίδα αποδεικτικών στοιχείων και μια ομολογία που δόθηκε επίσημα μέσα σε δικαστική αίθουσα. Εξακολουθεί, όμως, να μην έχει ένα σαφές κίνητρο.
Δεν είναι γνωστό γιατί ο Μπράιαν Κόμπεργκερ επέλεξε το συγκεκριμένο σπίτι, εάν είχε παρακολουθήσει κάποιο από τα θύματα ή εάν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο αποτέλεσε τον αρχικό στόχο του. Η εισαγγελία δεν παρουσίασε στοιχεία που να αποδεικνύουν προσωπική σχέση με τους τέσσερις φοιτητές, ενώ δεν διαπιστώθηκε σεξουαλικό κίνητρο.
Στο Πανεπιστήμιο του Άινταχο δημιουργήθηκε ένας κήπος μνήμης, στον οποίο έχουν χαραχθεί τα ονόματα του Ίθαν, της Ζάνα, της Μάντισον και της Κέιλι. Ο χώρος σχεδιάστηκε ως τόπος περισυλλογής και μνήμης για τα τέσσερα παιδιά και για άλλους φοιτητές που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.
Πηγή: Πρώτο Θέμα











