Το Εφετείο Κύπρου ακύρωσε πρόσφατα καταδίκη σε υπόθεση κλοπής στην υπόθεση του Μ.Α. (εφεσείων) κατά της Αστυνομίας (εφεσίβλητης).
Όπως αναφέρεται στην απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουλίου, ο εφεσείων προσβάλλει την καταδίκη του, κατόπιν ακρόασης, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για το αδίκημα της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 272 (1) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία).
Σημειώνει ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο εφεσείων κατηγορείτο ότι με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, εισήλθε παράνομα σε περιφραγμένο τεμάχιο γης και έκλεψε από αυτό, 800 σιδερένιες ράγες μήκους 160 εκατοστών και 60 πλακάζ, όλα συνολικής αξίας €5.200, περιουσία του παραπονούμενου. Πριν από τη διάπραξη της πιο πάνω κλοπής, είχε καταδικαστεί για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε δύο υποθέσεις.
Μοναδικός μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ήταν αστυνομικός του ΤΑΕ Πάφου, ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης.
Στην απόφαση αναφέρεται ότι "η παρουσία του εφεσείοντα στον χώρο όπου έλαβε χώρα η κλοπή, η οποία καταγράφηκε στα πλάνα από την κάμερα, συνολικής διάρκειας όχι πέραν των δύο λεπτών, δεν μπορεί, να έχει ως φυσική συνέπεια το ότι ο ίδιος διέπραξε το αδίκημα της κλοπής, καταλήγοντας δηλαδή, ότι αποδείχτηκε τόσο το actus reus, όσον και το mens rea του αδικήματος. Και αυτό, διότι η απόδειξη του actus reus της κλοπής των συγκεκριμένων επίδικων αντικειμένων έχει κάποια ιδιαιτερότητα, η οποία αναδείχθηκε από την Υπεράσπιση".
Προκύπτει, προσθέτει, "εσφαλμένη εφαρμογή των νομικών αρχών σε σχέση με τις θέσεις της Υπεράσπισης από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι οποίες, κατά συνέπεια, το οδήγησαν σε εσφαλμένη θεώρηση της περιστατικής ενώπιόν του μαρτυρίας".
Θα πρέπει δηλαδή, αναφέρει, "το Δικαστήριο να καταλήξει ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έχει αντέξει στη βάσανο της λογικής, και βεβαίως σε περίπτωση που αυτό ισχύει, τότε στην απουσία τεκμηρίωσης υποθετικών θέσεων της Υπεράσπισης, δύναται να καταδικάσει".
Στην παρούσα υπόθεση, σημειώνεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφενός δεν αποφάσισε το κατά πόσον ήταν εφικτό στο διάστημα για το οποίο ο εφεσείων καταγράφηκε στον χώρο να κλέψει τα επίδικα αντικείμενα και εσφαλμένα θεώρησε ότι υπήρχε μαρτυρία ότι ουδείς άλλος μετέβη στον χώρο.
"Θεωρούμε ότι ακόμη και αν ευσταθεί η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, εφόσον το όχημα το οποίο ήταν στην κατοχή του εφεσείοντα (στην απουσία άλλης εξήγησης) βρέθηκε στον επίδικο χώρο, το μοναδικό συμπέρασμα ήταν ότι και ο ίδιος βρέθηκε εκεί, δεν σημαίνει ότι ευσταθεί εξίσου η κατάληξή του περί της ενοχής του. Όπως επεξηγήσαμε ανωτέρω, η περιστατική μαρτυρία η οποία υπήρχε, δεν οδηγούσε στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο εφεσείων διέπραξε τα αδικήματα".
Αναφορικά με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο έφεσης που προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αξιολόγησε την περιστατική μαρτυρία ώστε να καταλήξει σε ενοχή, αναφέρει πως "εν όψει της πιο πάνω ανάλυσής μας οι δύο αυτοί λόγοι έφεσης επιτυγχάνουν και η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούμε σε άλλους λόγους έφεσης".
"Εν όψει όλων των ανωτέρω, έφεση επιτυγχάνει και η καταδίκη ακυρώνεται. Ο εφεσείων αθωώνεται και απαλλάσσεται" καταλήγει το Εφετείο.
Πηγή: ΚΥΠΕ











