powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

«Ο σκελετός του πατέρα μου ήταν ολόκληρος, είχε σφαίρα στο πόδι, στο κρανίο και το στήθος… Ήταν τόσο το μίσος των εκτελεστών»

Το ημερολόγιο έδειχνε 14 Αυγούστου 1974, το ρολόι μεσημέρι. Ο 16χρονος τότε Κώστας Ορφανός, μαζί με τη μητέρα του και τον πατέρα του έφυγαν από το σπίτι τους στην Αφάνεια, της επαρχίας Αμμοχώστου και κρύφτηκαν σε ένα καλαμιώνα, λίγο έξω από την Άσσια, όταν έμαθαν ότι έσπασε ο κλοιός της Μιας Μηλιάς και οι Τούρκοι πλησίαζαν. Λίγη ώρα αργότερα, ο 16χρονος Κώστας, τρέχοντας έφτασε στην Άσσια και αφού έβαλε τον αδελφό του και κάποιους άλλους συγγενείς σε ένα όχημα που έφυγε για τις ελεύθερες περιοχές, επέστρεψε στους γονείς του για να καταφέρουν και εκείνοι να φύγουν να γλιτώσουν από τους εισβολείς. Ωστόσο, δεν τα κατάφεραν. Εγκλωβίστηκαν στο χωριό, πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Τούρκους και στις 21 Αυγούστου 1974, ο 16χρονος Κώστας είδε για τελευταία φορά τον πατέρα του.

Το ημερολόγιο έγραφε 15 Ιουλίου 2026. Σε μία καφετέρια στη Λευκωσία, δύο μόλις ώρες μετά που ήχησαν οι σειρήνες για να θυμίσει στην Κύπρο τη μαύρη επέτειο του πραξικοπήματος, ο 68χρονος Κώστας, διηγείται τα όσα βίωσε το μαύρο εκείνο καλοκαίρι, που οι Τούρκοι, εκτελώντας το σχέδιο Αττίλας, εισέβαλαν στην Κύπρο και κατέκτησαν με βαρβαρότητες και αιματοχυσία το 37% του νησιού.

Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις 20 Ιουλίου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την μαύρη ημέρα που δεκάδες χιλιάδες Κύπριοι έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα. Ανάμεσα σε αυτούς και ο κ. Κώστας Ορφανός, ο οποίος έδωσε ένα μεγάλο αγώνα για να εντοπίσει τα οστά του αγνοούμενου πατέρα του. Πράγμα που πέτυχε το 2008, σχεδόν δέκα χρόνια μετά που η μητέρα του έφυγε από τη ζωή με τον καημό ότι δεν ξαναείδε ζωντανό τον άνδρα της από εκείνο το καλοκαίρι.

Η τελευταία πράξη του δράματος ήταν το 2013, όταν έγινε η ταφή του αγνοούμενου Ανδρέα Ορφανού από την Πάφο, κάτοικο Αφάνειας. Ο σκελετός του εντοπίστηκε ολόκληρος. Είχε μία σφαίρα στο πόδι, μία στο στήθος και μία στο κρανίο. Ο Ανδρέας Ορφανός ήταν άοπλος πολίτης, που πιάστηκε αιχμάλωτος στο χωριό του μαζί με τη σύζυγο και το γιο του. Ο Ανδρέας Ορφανός δολοφονήθηκε από τους Τούρκους εν ψυχρώ, αφού προδόθηκε από συγχωριανό του, που για να γλιτώσει ο ίδιος είχε πει ψέματα στους Τούρκους ότι είχε στην κατοχή του όπλα.

5534712918639619 viber image 2026-07-15 11-08-56-733
Ο Ανδρέας Ορφανός

Η εισβολή και η επέλαση των Τούρκων

«Στις 20 Ιουλίου, ήμουν 16 ετών, ήμουν στο χωριό μου της Αφάνειας της επαρχίας Αμμοχώστου. Κατά τη διάρκεια της εισβολής τα τουρκικά αεροπλάνα έριξαν δύο βόμβες στην Άσσια, το διπλανό χωριό και ταρακούνησαν τα σπίτια στο χωριό μας.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης εισβολής, στις 14 Αυγούστου, εγκαταλείψαμε τα σπίτια μας γύρω στο μεσημέρι, επειδή είχαμε μία πληροφορία από στρατιώτες, που περνούσαν από το χωριό μας ότι έσπασε ο κλοιός της Μιας Μηλιάς και έρχονταν Τούρκοι στρατιώτες προς το χωριό μας και να τρέξουμε να φύγουμε. Κάποιος υποτίθεται υπεύθυνος είπε ότι όποιος φύγει από το χωριό θα τον παίξει, επειδή δεν ήθελε να αφήσουν το χωριό στους Τούρκους. Στο χωριό έβγαζαν σκοπιά οι μεγάλοι κρατώντας κυνηγετικά όπλα, ενώ οι Τούρκοι ήταν βαριά εξοπλισμένοι, με σύγχρονο εξοπλισμό.

Εγώ με τη μητέρα μου και τον πατέρα μου πήγαμε σε ένα καλαμιώνα, λίγο έξω από την Άσσια και το μεσημέρι, γύρω στη 1:30 το μεσημέρι το ραδιόφωνο έλεγε ότι οι ένοπλες δυνάμεις μας αναδιπλούνται ομαλώς και ταυτόχρονα ακούσαμε ένα χωριανό να φωνάζει ‘φύγετε ήρταν οι Τούρτζοι’. Βγήκαμε από τον καλαμιώνα και ακούσαμε τις βολές και το βουητό των αρμάτων.

Τότε, έτρεξα και πήγα πρώτος στην Άσσια και στο δρόμο ένιωθα στα πόδια μου να περνούν σφαίρες. Όταν καλύφθηκα, επέστρεψα προς το χωριό και είδα το κοιμητήριο ήταν γεμάτο κράνη. Ήταν οι Τουρκοκύπριοι συγχωριανοί μας και με τα αυτόματα έριχναν ριπές. Παράλληλα, είδα και ένα άρμα που σταμάτησε και έβαλλε κανονιές έξω από χωριό για να κρατήσουν τον κόσμο μέσα. Στην Άσσια φώναζα ότι ήρθαν οι Τούρκοι και οι χωριανοί έβγαιναν στα μπαλκόνια με τις πιτζάμες. Ένας κύριος που φορούσε παραλλαγή και κρατούσε όπλο μου είπε να μην φωνάζω γιατί θα τρομοκρατήσω τον κόσμο και του είπα ‘μα είσαι πελλός; Οι Τούρτζοι εν στην Αφάνεια’.

Στη συνέχεια, ένας νεαρός συμμαθητής μου από το Γυμνάσιο της Λύσης, βγήκε με το αυτοκίνητο και έβαλα μέσα τον ξάδελφό μου, την κουμέρα μου, την αδελφή της και πήρα και τον αδελφό μου και τον έριξα μέσα. Εκείνος μου είπε ‘εν να έρτει ο παπάς μου, έλα μαζί του’. Γύρισα να πάω προς το σπίτι και δίπλα μου είδα ένα μικρό χωριανό μου, γύρω στα οκτώ και τον πήρα από το χέρι και τον πήρα μαζί μου.

Πηγαίνοντας προς το σπίτι είδα τον θείο μου, με ένα κυνηγετικό. Του φώναξα και μου είπε ‘έλα’. Μετά είδα τον πατέρα μου με τη μητέρα μου και έτρεξα κοντά τους. Τους είπα ‘άτε ανοίξετε το βήμα σας’ και ο πατέρας μου είπε ‘γιε μου, ο θείος σου εν πετάσσει τον σιηπέττο. Αν μας πιάσουν εν να μας σκοτώσουν. Μείνε λλίο πίσω να δούμε τι εν να κάμουμε’. Μείναμε πίσω και τελικά εγκλωβιστήκαμε στην περιοχή».

Η αιχμαλωσία από τους Τούρκους

«Βγήκαμε έξω από την Άσσια και κρυφτήκαμε μέσα σε κάτι βαμβάκια, που ήταν στο δρόμο προς Αγκαστίνα και είπαμε ότι μόλις ξημερώσει θα ξεκινήσουμε να φύγουμε. Μόλις έφεξε το φως, στην προσπάθειά μας να διαφύγουμε, είδαμε να έρχεται μία φάλαγγα από άρματα από την Άσσια προς την Αγκαστίνα. Δίπλα από το βαμβάκι ήταν ο χωματένιος δρόμος. Σηκωθήκαμε πάνω με χέρια ψηλά και για καλή μας τύχη, ένας που ήταν μαζί μας, μας είπε ‘νέφκουν μας να ππέσουμε’. Τελικά ήταν ο διοικητής που έδινε εντολή στα άρματα να σταθούν γραμμή.

Έφυγαν και μετά από δύο λεπτά πέρασε άλλη φάλαγγα, μετά άλλη. Πέρασαν περίπου τέσσερις φάλαγγες και πήγαιναν προς το νέο δρόμο του Βαρωσιού. Μείναμε εκεί και είπε η μητέρα μου ‘κοιτάξετε να δείτε, αφού εν εφύαμε, εγώ εν θα πεθάνω σε ξένα χωράφκια, θα πάω στο χωρκό μου να πεθάνω εκεί’ και αποφασίσαμε να πάμε πίσω. Η μητέρα μου γνώριζε την περιοχή, επειδή δούλευε σε ένα γεωργό από την Άσσια και ήξερε τα χωράφια.

Ξεκινήσαμε μόλις χάραξε να πηγαίνουμε στο χωριό μας. Μόλις φτάσαμε εκεί, είχε περίπου 50 χωριανούς μας. Μόλις μας είδαν μας είπαν να κάτσουμε και να μας φέρουν καρπούζι να φάμε. Δεν προλάβαμε να κάτσουμε και άρχισαν οι ριπές και να πέφτουν τα κλαδιά των ελιών. Οι Τουρκοκύπριοι χωριανοί μας φώναζαν τα ονόματά μας, επειδή έβλεπαν τα οχήματα. Βγήκαμε έξω, παραδοθήκαμε, μας έβαλαν γραμμή να μας πάρουν στο χωριό. Ήρθε ένας λοχαγός που μας είπε ‘όποιος έσιει λεφτά πάνω του να μας τα δώκει, επειδή έσιει Τούρκους της Τουρκίας τζιαι εν να σας τα δώσουμε πίσω’. Ένας άλλος κρατούσε μία κόλλα και έγραφε τα ονόματα. Ένας από αυτούς που έδωσε τα λεφτά του ήταν ο πατέρας μου. Κρατούσε 365 λίρες και μου φώναξε και έδωσα και εγώ έξι λίρες που κρατούσα.

Μας πήραν στο Δημοτικό Σχολείο και εκεί υπήρχαν και άλλοι χωριανοί μας που είχαν εγκλωβιστεί στο χωριό. Παράλληλα, στο Δημοτικό Σχολείο είχαν μεταφέρει τον Γιαννάκη Γαβριήλ, μαζί με το σύγαμπρό του, που τους βρήκαν στην Άσσια. Τον άφησαν λίγο, μίλησε με τους μεγάλους και ο λοχαγός που ηγείτο, του είπε ‘άτε ρε Γιαννή, εφύαμε’. Τους έβαλε μέσα σε ένα αυτοκίνητο και μου είπε ο πατέρας μου ‘πήεννε να ακούσεις’. Εννοούσε να πάω στα τέλια του σχολείου και να ακούσω αν θα ρίξουν ριπές. Πήγα και όταν επέστρεψα του είπα ‘εν άκουσα τίποτε, μόνο θόρυβο αυτοκινήτου’. Μου είπε ‘εντάξει’.

Την επόμενη μέρα, μας έφεραν ένα 17χρονο από την Άσσια, που ήταν τραυματίας στο πλευρό. Ήταν μαζί με τον πατέρα του. Τον έβαλαν πάνω στην έδρα και τον περιποιήθηκε μία χωριανή μας, που σπούδαζε γιατρός στην Τουρκία. Είπε η κοπέλα ότι δεν έπρεπε να μείνει έτσι και έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο για να του αλλάζουν τις πληγές. Έφυγε η κοπέλα και τον πήρε ο λοχαγός ξανά και τον έβαλε σε ένα αυτοκίνητο. Πήγε μαζί και ο πατέρας του και του είπε ο λοχαγός ‘όι πήεννε πίσω στην Άσσια εσύ τζιαι εν να τον πάρω εγώ στο γιατρό τζιαι εν να τον φέρω’. Πάλι με έστειλε ο πατέρας μου να ακούσω και πάλι δεν άκουσα τίποτα.

Εκ των υστέρων μάθαμε ότι ο Τούρκος έκανε το καθήκον του και σκότωσε τον Γιαννάκη Γαβριήλ και τον σύγαμπρό του. Τον 17χρονο δεν τον σκότωσε, τον έριξε στο λάκκο ζωντανό. Μετά ανευρέθηκαν και οι τρεις. Εγώ εμπλέκομαι στα θέματα των αγνοουμένων για πολλά χρόνια. Είχα λάβει μήνυμα από τους Τούρκους να τους δώσω 3,000 ευρώ για να μου πουν για τους τρεις και εγώ είπα ότι δεν μπορώ να πάω στους συγγενείς να τους ζητήσω 1,000 ευρώ. Εγώ το ανάφερα στις υπηρεσίες μας και γενικά έγινε ανασκαφή και εντοπίστηκαν και οι τρεις».

5534713205205058 viber image 2026-07-16 21-15-38-984
Ο Κώστας Ορφανός

Η τελευταία φορά που είδε τον πατέρα του

«Στις 21 Αυγούστου έφεραν ένα λεωφορείο έξω από το σχολείο και ότι θα μας αφήσουν ελεύθερους. Είπαν να μπουν πρώτα οι γυναίκες, μετά πήγαν να ακολουθήσουν οι άνδρες και είπε ο λοχαγός να περιμένουν. Στάθηκαν γραμμή και θα έμπαινε ένας-ένας μέσα. Κράτησε οκτώ άτομα πίσω και η δικαιολογία ήταν ότι δεν τους χωρούσε μέσα και είπε ότι θα έκαναν κάτι ερωτήσεις και θα τους φέρουν μετά.

Δυστυχώς δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Τους πήραν στο Ορνήθι, σε μία τοποθεσία και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ. Μάλιστα, πρέπει να τους βασάνισαν. Ειδικά βασανιστήρια είχαν κάνει σε ένα 17χρονο που ήταν κάτοικος Αγκαστίνας και το Σάββα Χριστοδούλου, που ήταν έφεδρος στρατιώτης την ημέρα της εισβολής. Ήταν με άδεια την ημέρα της εισβολής. Τον 17χρονο τον χτύπησαν τόσο πολύ, που μάλλον κανένας άλλος αιχμάλωτος δεν πέρασε τα βάσανά του.

Ανάμεσα σε αυτούς τους οκτώ ήταν και ο πατέρας μου. Όταν βρέθηκαν τα οστά του, είχε στο πόδι του μία σφαίρα και τους πυροβόλησαν για να μην μπορούν να τρέξουν και τους πήραν περπατητούς από το Δημοτικό Σχολείο Αφάνειας μέχρι το Ορνήθι και πρέπει στη διαδρομή να τους χτυπούσαν, επειδή διαπιστώσαμε ότι τα πλευρά του πατέρα μου ήταν σπασμένα».

Η μετακίνηση στις ελεύθερες περιοχές

«Μετά που μας χώρισαν, εμάς μας πήραν στο γκαράζ Παυλίδη. Μας χώρισαν, να πάνε τα γυναικόπαιδα πάνω. Όταν ήρθε η δική μου σειρά, οι Τούρκοι με ρώτησαν πού ήμουν στρατιώτης. Τους είπα ότι ήμουν μαθητής. Με ρώτησαν πόσο χρονών ήμουν, τους είπα 15. Δεν με πίστευαν, έλεγαν ότι είμαι στρατιώτης. Ήρθε ένας στρατιώτης, με χτύπησε με το κοντάκι του και μου είπε ‘άτε πήεννε πάνω’. Γλίτωσα το ξύλο, που χτυπούσαν τους άλλους. Με είχαν σε ένα δωμάτιο κλειστό, μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο, λέγοντας μου ότι δικοί μας έπιαναν γυναικόπαιδα και τους έριχναν σε λάκκους ζωντανούς.

Εγώ έλεγα ότι είναι το τέλος μας, για δύο μέρες μας έκαναν αυτό. Τελικά έφεραν και άλλους αιχμαλώτους, μεγάλους σε ηλικία, που τους έβρισκαν σε διάφορες περιοχές και μαζευτήκαμε καμία εικοσαριά άτομα, οι γυναίκες με τα παιδιά ξεχωριστά, οι άνδρες ξεχωριστά. Το απόγευμα μας είπαν ότι θα μας αφήσουν ελεύθερους. Τελικά μας έβαλαν σε ένα λεωφορείο και μας πήραν στο Λήδρα Πάλας.

Εγώ πήγα στο Δημοτικό Σχολείο Στροβόλου, όπου ήταν και η μητέρα μου, που την άφησαν πριν δύο μέρες. Την επόμενη μέρα ήρθε ο θείος μου και έφερε τον αδελφό μου και ήθελαν να μας πάρουν στο Δασάκι μαζί τους. Εγώ είπα όχι, επειδή ήθελα να μείνω στη Λευκωσία για να βρω τον πατέρα μου και μείναμε Λευκωσία.

Περάσαμε δύσκολα χρόνια. Ένα περιστατικό που μου έμεινε στο μυαλό. Ήμασταν στο Δημοτικό Σχολείο Στροβόλου και περνούσε ένας με ποδήλατο και πουλούσε παγωτά. Ο αδελφός μου ήθελε παγωτό και πήγε στη μητέρα μας και της ζήτησε. Ήταν δέκα χρόνων. Μου φώναξε η μητέρα μου και έκλαιγε. ‘Ο αδελφός σου θέλει παγωτό. Τι να κάμω;’. Τα λεφτά μας τα είχαν πιάσει οι Τούρκοι. Πήρα τον αδελφό μου, τον έβαλα στην αγκαλιά μου και του εξήγησα. Του είπα ‘δεν έχουμε σελίνι. Όταν έχουμε λεφτά να σου αγοράσω όσα παγωτά θέλεις’.

Στα αντίσκηνα μείναμε μέχρι το 1977 και μετά μεταφερθήκαμε στο συνοικισμό δύο. Εγώ πήγαινα Εσπερινό Λύκειο, επειδή το πρωί πήγαινα δουλειά με τον θείο μου. Επέστρεφα το μεσημέρι, έκανα μπάνιο και πήγαινα σχολείο».

Έφυγε από τη ζωή η μητέρα του με τον καημό

«Το 1997 συνάντησα ένα φίλο μου Τουρκοκύπριο, με τον οποίο παίζαμε μαζί ποδόσφαιρο. Μου είπε ‘μόνο για τον πατέρα σου στεναχωρήθηκα πολύ’. Μόλις μου το είπε αυτό κατάλαβα τι έγινε, όμως δεν το είπα της μητέρας μου, που είχε ακόμη ελπίδα.

Μία μέρα, μου φώναξε η μητέρα μου και μου είπε ‘αποκλείεται ο παπάς σου να ζει. Μέσα στο σχολείο έκλαιε για σένα τζιαι ο παπάς σου χωρίς τσιάρο τζιαι χωρίς ποτό εν ζιει. Είπε το τζιαι στους γιατρούς τζιαι συνέχισε να πίνει’. Εγώ της είπα ‘όι μανά, να έχουμε ελπίδες τζιαι μία ημέρα εν να έρτει’. Έφυγε από τη ζωή το 1999 και το είχα καημό ότι δεν της είπα ότι ήταν νεκρός».

5534713388050088 viber image 2026-07-15 11-11-27-171
Το μνημείο αγνοουμένων της Αφάνειας

Η ανακάλυψη των οστών

«Τα οστά του πατέρα μου τα ανακάλυψα μόνος μου. Στις 23 Αυγούστου 2008 πήγα στο χωριό μου, την Αφάνεια και είπα σε ένα φίλο μου Τουρκοκύπριο ‘δεν θέλω ποιος τον σκότωσε, ούτε θέλω να ξέρω, θέλω μόνο τα οστά’. Ο γαμπρός του φίλου μου τον ρώτησε αν ήμασταν φίλοι και αν ο πατέρας μου ήταν καλό πλάσμα. Του είπε ‘δεν είχε καλύτερο πλάσμα’. Ο φίλος μου είπε ότι θα μάθαινε, αλλά σιγά-σιγά.

Το Σεπτέμβριο με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι έμαθε και να πάω να μου δείξει. Του είπα εντάξει, αλλά κωλυσιεργούσα λίγο. Στις 5 Οκτωβρίου, ημέρα Κυριακή, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ‘ρε θέλεις να μάθεις ή όχι για τον παπά σου;’. Του είπα ναι και μου είπε να πάω. Πήγα την Κυριακή σπίτι του, μπήκαμε στο αυτοκίνητό του και με πήρε στο Ορνήθι. Μου είπε ‘ο παπάς σου εν δαμέ’. Του είπα ‘μα ένεν λάκκος;’ και μου είπε ‘όχι. Εν μια λαξιά που εκόφκαν πληθάρκα. Εσύραν τους δαμέ τζιαι εσύραν χώμα που πάνω τους’».

Ο αγώνας για την ανεύρεσή τους

«Από τότε είχα ξεκινήσει ένα αγώνα για ανεύρεσή τους, αλλά δυστυχώς έβρισκα κλειστές πόρτες. Ένας φίλος μου θα μιλούσε στα μέσα ενημέρωσης και πήγα μαζί του όταν είχε ραντεβού με τη δημοσιογράφο. Είπαμε την ιστορία του και όταν έφυγε να πάει να πιάσει τσιγάρα, εγώ είπα στη δημοσιογράφο να προσέχουν όταν θα πήγαιναν στο Ορνήθι, να μην παρασυρθούν. Επίσης, της είπα ότι ήξερα πού ήταν ο πατέρας μου και της είπα ακριβώς την τοποθεσία, αλλά να μην το δείξουν. Είδα το ρεπορτάζ και δεν το έδειξαν.

Το θέμα δημοσιεύτηκε στα ΜΜΕ, ήταν Κυριακή. Είχα πάει στον τόπο που ξέραμε ότι ήταν τα οστά του πατέρα μας, μαζί με τον αδελφό μου, για να αφήσουμε λίγα λουλούδια. Επέστρεψα το μεσημέρι στο σπίτι και μου φώναξε η γυναίκα μου ‘έλα και σε θέλουν στο τηλέφωνο’, την ρώτησα ποιος ήταν και μου είπε ‘ένας Γεωργιάδης’. Ήταν ο Ηλίας Γεωργιάδης, το μέλος της ΔΕΑ της Ελληνοκυπριακής πλευράς.

Πήρα το τηλέφωνο και μου είπε ο Επίτροπος ‘τη Δευτέρα θα πάεις στο Λήδρα Πάλας και θα πάεις στο Ορνήθι για να τους δείξεις που είναι ο παπάς σου’. Τον ρώτησα αν θα έχει και δικούς μας μαζί και μου είπε ναι.

Εγώ πήγα στο Λήδρα Πάλας στις 7:30 το πρωί όπως μου είπε, περίμενα να έρθουν και δικοί μας, αλλά δεν ήρθε κανένας. Τελικά ήρθε ένας Τούρκος, με ρώτησε αν είμαι ο Κώστας και όταν του είπα ναι, μου είπε ‘άτε πάμε’. Απάντησα ‘πού να πάμε; Αφού θα έρθουν και δικοί μας’. Μου είπε ‘πάμε να μας δείξεις’. Με έβαλαν μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν τέσσερις Τούρκοι και ξεκινήσαμε να πάμε προς το χωριό.

Με πήραν μόνοι τους κάτω από τους ευκαλύπτους, στην περιοχή που μου είπαν πού ήταν ο πατέρας μου. Μου είπαν ‘έλα να μας δείξεις’ και σκέφτηκα ‘για ποιο λόγο με έφεραν μόνοι τους εδώ;’. Κατέβηκα και τους έδειξα το σημείο και μου είπαν ‘πού ξέρεις ότι είναι εδώ;’. Τότε άρχισε και ψιχάλιζε και του απάντησα ‘είδες το Θεό που δάκρυσε; Εν δαμέ ο παπάς μου’.

Το Τουρκοκύπριο μέλος ήταν ένας πρώην “αστυνομικός” και προσπαθούσε να μάθει ποιος μου είπε που ήταν ο πατέρας μου. Εγώ τότε του απάντησα ‘άκου να σου πω. Η δουλειά μου ήταν να ψάξω να έβρω τον πατέρα μου. Τον έψαξα και τον ήβρα. Εσάς η δουλειά σας είναι να σας λέμε και να σκάφκετε. Άηστο ποιος μου είπε και δεν μου είπε’.

Εγώ διερωτώμουν για ποιο λόγο με πήρε εκεί. Το είπα στο φίλο μου και μου είπε ότι ο γαμπρός του ήταν φίλος του και όταν έφυγα εγώ την Κυριακή από το χωριό, τον πήραν τηλέφωνο και του είπαν ότι θα του δείξουν ένα μέρος που έχει μέσα χριστιανούς και θα ψάξει να τους βρει. Μου είπε, επίσης, ότι τον πήραν να δει το χώρο και ήξερε.

Να σημειώσω ότι την πρώτη φορά που με πήραν στο σημείο που είναι θαμμένος ο πατέρας μου, μου είπαν να μετρήσω επτά ελιές. Το έκανα και όταν ρώτησα γιατί, μου είπαν ότι εκεί ήταν οι Ασσιώτες. Ο φίλος μού είπε ότι τους ξέθαψαν και τους πήραν στο Δίκωμο».

Η ανασκαφή και πότε έγινε η παράδοση των οστών

«Την Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009, ξεκίνησε η ανασκαφή, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Συνεχίστηκε την Πέμπτη πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Με πήρε τηλέφωνο ο Γεωργιάδης και μου είπε ότι δεν έχουν αποτέλεσμα. Εγώ πήρα τον Τουρκοκύπριο και μου είπε να τους πω να συνεχίσουν και είναι εκεί. Ο Γεωργιάδης μου είπε ότι πρέπει να πάω και του είπα εντάξει.

Την Παρασκευή το πρωί πήγα εκεί και ήρθε μία κοπέλα της ΔΕΑ και μου είπε ότι έσκαβαν δύο μέρες και δεν τους έβρισκαν. Είδα ότι έσκαβαν σε άλλο σημείο και ρώτησα γιατί και της έδειξα το χώρο που υπέδειξα στους Τούρκους. Φώναξε τον Τούρκο να φέρει τον εκσκαφέα και άνοιξε ένα αυλάκι. Τότε φάνηκαν κάτι μικρά κόκκαλα. Τότε άρχισα να κλαίω, με αγκάλιασε μία Τουρκοκύπρια και με ρώτησε για ποιο λόγο κλαίω. Της είπα ότι δεν θα βρω τον πατέρα μου, επειδή το μηχάνημα έσπασε τα οστά. Μου είπε ‘κάμε υπομονή και θα τον έβρουμε’.

Είπε η δική μας να φέρει τον εκσκαφέα στο πλευρό και σιγά-σιγά να σκάβει. Τότε, βρέθηκε ένα παπούτσι και τους είπε να σταματήσουν. Έπιασαν τα εργαλεία τους και έβλεπα να φεύγουν πουκάμισα και παντελόνια. Είδα τον πρώτο σκελετό και είπα του αδελφού μου ‘ένεν ο παπάς σου ρε’. Μου είπε ‘πού το ξέρεις;’ και του είπα ‘έχω ένστικτο ότι εν ο τατάς μου’.

Τότε, η ομάδα σταμάτησε για να ξεκουραστεί για το μεσημέρι και είπα του αδελφού μου να φύγουμε επειδή δεν μπορούσα να το βλέπω. Το Σάββατο ήταν η κηδεία του άνδρα της ξαδέλφης μου και πριν προλάβω να μπω στην εκκλησία, με πήρε τηλέφωνο ο Ηλίας Γεωργιάδης και μου είπε ‘ρε Κώστα εν όπως μας τα είπες. Ήβραμε τζιαι τους οκτώ. Ήταν τρεις πάνω του άλλου, άλλοι τρεις έτσι τζιαι ένας μόνος του τζιαι άλλος ένας μόνος του’.

Του είπα τα ονόματα των οκτώ και μου είπε ότι θα έκαναν αμέσως ταυτοποίηση. Δυστυχώς, έκανα ολόκληρο αγώνα για να γίνει η ταυτοποίηση και στις 20 Ιανουαρίου 2013 κάναμε την κηδεία του. Ο σκελετός ήταν ολόκληρος, έλειπαν κάποια κοκαλάκια στο χέρι. Είχε μία σφαίρα στο πόδι, μία στο κρανίο και μία στο στήθος. Ήταν τόσο το μίσος όπως φαίνεται των εκτελεστών, που ήταν συγχωριανοί μας, εθνικιστές της ΤΜΤ».

5534713581798711 viber image 2026-07-15 11-10-58-073
Το μνημείο αγνοουμένων της Αφάνειας

Η προδοσία που οδήγησε στην εκτέλεσή του

«Εκ των υστέρων έμαθα την πικρή αλήθεια. Όταν έλεγα στους Τουρκοκύπριους ποιος ήταν ο πατέρας μου, απαντούσαν όλοι ότι ήταν χρυσός άνθρωπος και τους έλεγα εγώ ‘αφού ήταν χρυσός άνθρωπος γιατί τον σκοτώσατε;’ και δεν απαντούσε κανένας.

Μία μέρα που πήγα επίσκεψη στον φίλο μου στο χωριό μου και όταν πήγα να φύγω μου είπε ‘περίμενε και τούτος που έρκεται δούλευε με τον παπά σου’. Όταν ήρθε με ρώτησε ‘είσαι ο γιος του Παφίτη;’. Ο πατέρας μου είχε καταγωγή από την Πάφο και τον φώναζαν έτσι. Του είπα ‘ναι’ και μου απάντησε ‘χρυσός άνθρωπος ο παπάς σου’. Του είπα και αυτού ‘μα ούλλοι λαλείτε το τούτο, γιατί τον εσκοτώσετε;’. Μου είπε ‘άλλος γλιτώσει τομάρι του, είπε παπάς σου έχει όπλα’.

Ρώτησα να μου πουν ποιος το είπε και μου είπε ότι δεν ήξερε. Είπα ένα όνομα, ενός χωριανού που ήταν γνωστό ότι πρόδωσε στους Τούρκους διάφορα πράγματα και μου είπε δεν ξέρω. Όταν έφυγε, ο φίλος μου έσκυψε στο παράθυρο και μου είπε ‘αφού ξέρεις ονόματα, γιατί μας ρωτάς;’.

Ήρθα σπίτι και ήθελα να πάω να τον βρω, είπα στα παιδιά μου ‘τον παππού σας τον σκότωσαν εξαιτίας του τούτου, είπε στους Τούρκους ότι έχει όπλα’. Φώναζα, ήρθαν οι γείτονες μου, οι συγγενείς μου και τελικά με συγκράτησαν.

Τον Μάιο του 2025 πήρα το ρολόι του πατέρα μου, που το φορούσε το 1974. Το είχε ο Τούρκος λοχαγός που μας πήρε τα λεφτά τον Αύγουστο του 1974. Είναι σταματημένο στις 9:45. Για να μας το δώσει, του έλεγε ο φίλος μου να μας το δώσει. Στις 25 Μαΐου πήγε στο σπίτι του και του είπε να του το δώσει. Ο φίλος μου του είπε ‘έκαμες τόσα κακά, κάμε τζιαι ένα καλό’, αλλά δεν του το έδωσε. Του είπε τότε ο λοχαγός να πιούν καφέ και πήγε ο φίλος  μου να τους κάνει. Μου είπε ‘όπως έκαμνα τον καφέ ήρτε τζιαι έσυρε το δίπλα μου τζιαι είπε μου να το πιάσω. Εσιώνωσα τζιαι τον καφέ. Έκαμα άλλο, ήπιαμε τον τζιαι έπιασα σε να σου το φέρω’ μου είπε».

5534713767804999 viber image 2026-07-15 11-06-07-869
Το ρολόι του πατέρα του

Οι αδικίες της Πολιτείας

«Εγώ παρόλο που ήμουν αιχμάλωτος, η Πολιτεία δεν με αναγνωρίζει. Δεν είναι η μοναδική αδικία σε βάρος μου από την Πολιτεία. Είχα κάνει αίτηση για αυτοστέγαση και απορρίφθηκε, επειδή η γυναίκα μου δεν ήταν πρόσφυγας. Είχα προβάλει ως πρόσχημα για τον πατέρα μου που ήταν αγνοούμενος και πάλι απορρίφθηκε η αίτησή μας. Επί Γιώργου Βασιλείου είχε αποφασιστεί ένα στεγαστικό σχέδιο για τους πολύτεκνους και επειδή ο πεθερός μου ήταν πολύτεκνος, εγκριθήκαμε. Η Αρχιεπισκοπή είχε δώσει και κάποια επιδόματα για τους πρόσφυγες. Πήγα την πρώτη φορά, πήραμε 20 λίρες. Ήταν τα μοναδικά που πήραμε από την Πολιτεία.

Ως παιδιά αγνοουμένων δεν είχαμε καμία βοήθεια από το κράτος. Ούτε εγώ, ούτε ο αδελφός μου. Τώρα γίνεται ένας αγώνας με τα παιδιά των αγνοουμένων. Συμμετέχω σε αυτή την ομάδα, τους συμβουλεύω. Η προσπάθεια να μας αναγνωρίσει ο Πρόεδρος ξεκίνησε πριν δύο χρόνια, από την κα. Άννα Αριστοτέλους, που προσπάθησε πάρα πολύ, προώθησε πολύ τα αιτήματά μας. Με την φυγή της, τα πράγματα έμειναν στάσιμα. Αναμένουμε τώρα να δούμε τι θα γίνει με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Εγώ μέχρι και σήμερα, συνεχίζω να έχω σχέση με τη ΔΕΑ, πηγαίνω στα κατεχόμενα και βοηθώ για ανεύρεση των αγνοουμένων. Η Αφάνεια μετρά δεκαέξι αγνοούμενους και έμειναν τέσσερα άτομα για να βρεθούν. Δυστυχώς πεθαίνουν όλοι που έχουν πληροφορίες και δεν θα μάθουμε την αλήθεια στο τέλος».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Γεννήθηκε 20 Ιουλίου 1974, λίγες ώρες πριν την εισβολή… «Δεν ξέρω πώς είναι να έχεις μάμμα και παπά»

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ