Περίπου μια εβδομάδα μετά την απόφαση της Νομικής Υπηρεσίας να μην προχωρήσει σε δίωξη του τέως βουλευτή του ΔΗΣΥ, στη Λεμεσό, Νίκου Σύκα, επικαλούμενη απόσυρση παραπόνου και έλλειψη μαρτυρίας για τον κατ' ισχυρισμό ξυλοδαρμού της συντρόφου του, ο κ. Σύκας τοποθετήθηκε για το θέμα μέσω γραπτής του δήλωσης, τονίζοντας ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο έκλεισε οριστικά, διαμηνύοντας ότι θα συνεχίσει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της παράταξης.
Όπως αναφέρει, στη δήλωσή του, ανάμεσα σε άλλα, επέδειξε απόλυτο σεβασμό στις θεσμικές διαδικασίες, ενώ σημείωσε ότι η αξιοπιστία των θεσμών ενισχύεται όταν λειτουργούν ανεπηρέαστα, με διαφάνεια, ανεξαρτησία και προσήλωση στη νομιμότητα, όχι υπό το βάρος πρόωρων κρίσεων ή κινήσεων εντυπωσιασμού.
Συγκεκριμένα, επισημαίνει πως «μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης και την απόφαση της Νομικής Υπηρεσίας να μην προχωρήσει, θεωρώ υποχρέωσή μου να τοποθετηθώ δημόσια:
• Από την πρώτη στιγμή αρνήθηκα τις καταγγελίες και ζήτησα αυτοβούλως την άρση της βουλευτικής μου ασυλίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διερεύνησης επέδειξα απόλυτο σεβασμό στις θεσμικές διαδικασίες, συνεργάστηκα πλήρως με τις αρμόδιες Αρχές και επέμεινα ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να αφεθεί να ολοκληρώσει απερίσπαστα το έργο της.
• Το τεκμήριο της αθωότητας αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε κράτους δικαίου. Η διαδικασία αυτή υπενθυμίζει ότι οι θεσμικές και πολιτικές αποφάσεις οφείλουν να λαμβάνονται με αντικειμενικότητα, νηφαλιότητα και στη βάση των πραγματικών δεδομένων, μόνο μετά την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών.
• Η αξιοπιστία των θεσμών ενισχύεται όταν λειτουργούν ανεπηρέαστα, με διαφάνεια, ανεξαρτησία και προσήλωση στη νομιμότητα, όχι υπό το βάρος πρόωρων κρίσεων ή κινήσεων εντυπωσιασμού».
Καταληκτικά, είπε ότι «για μένα, το κεφάλαιο αυτό έκλεισε οριστικά. Θα συνεχίσω να βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή, υπηρετώντας με συνέπεια την παράταξή μου, τη Λεμεσό και τους συμπολίτες μου. Παραμένω σταθερός στις αρχές που υπηρέτησα και υπηρετώ. Αυτή ήταν πάντα η θέση μου. Αυτή παραμένει και σήμερα».
Σημειώνεται ότι η Νομική Υπηρεσία σε ανακοίνωσή που είχε εκδώσει, ανέφερε, «με γνώμονα την υποχρέωση του Κράτους να διερευνά αποτελεσματικά καταγγελίες που αφορούν ενδεχόμενα περιστατικά βίας κατά των γυναικών, η παρούσα υπόθεση διερευνήθηκε από τις αρμόδιες Αρχές με τη δέουσα σοβαρότητα που επιβάλλει η φύση της. Η διερεύνηση πραγματοποιήθηκε στη βάση της αρχής ότι, η εξέταση υποθέσεων βίας κατά γυναικών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση ή τη συνεργασία του θύματος».
Σημείωνε πως «μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αξιολογήθηκε με ιδιαίτερη προσοχή. Παράλληλα, εξετάστηκε κατά πόσον η υπόθεση μπορούσε να προωθηθεί στη βάση της διαθέσιμης μαρτυρίας, ανεξαρτήτως της θέσης που εξέφρασε η παραπονούμενη αναφορικά με τη συνέχιση της διαδικασίας. Κρίθηκε ότι, υπό τις περιστάσεις και ελλείψει της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η οποία αποτελεί ουσιώδες μέρος του μαρτυρικού υλικού που θα μπορούσε να τεθεί προς αξιολόγηση ενώπιον Δικαστηρίου, δεν υπήρχε επαρκές μαρτυρικό υλικό για την προώθηση ποινικής δίωξης, τηρουμένου πάντοτε του τεκμηρίου αθωότητας του υπόπτου. Στην περίπτωση αυτή, η όποια άλλη μαρτυρία εξασφαλίστηκε κατά τη διερεύνηση δεν κρίθηκε επαρκής από μόνη της για την προώθηση της υπόθεσης ενώπιον Δικαστηρίου».
Τόνιζε εξάλλου πως «με βάση τα πιο πάνω, αποφασίστηκε όπως η υπόθεση παραμείνει σε εκκρεμότητα για περίοδο ενός έτους. Το Κράτος παραμένει διαθέσιμο να παρέχει στην παραπονούμενη κάθε αναγκαία μορφή στήριξης και προστασίας».
Επισήμανε ακόμα ότι «για λόγους προστασίας της ιδιωτικής ζωής των εμπλεκομένων προσώπων και διασφάλισης της ακεραιότητας οποιωνδήποτε ενδεχόμενων μελλοντικών διαδικασιών, δεν θα δοθούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο της μαρτυρίας ή τις επιμέρους πτυχές της υπόθεσης».
Σημειώνεται ότι μετά την δημοσιοποίηση της υπόθεσης, ο ΔΗΣΥ προχώρησε σε διαδικασίες και έθεσε εκτός ψηφοδελτίου ενόψει των βουλευτικών εκλογών του περασμένου Μαΐου τον βουλευτή του, ενώ η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αλλά και ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι η απόφαση ήταν πολιτική.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











