Αύξηση στις καταγγελίες μέσα σε διάστημα σχεδόν μίας δεκαετίας καταδεικνύουν τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον των Αρχών, όσον αφορά στη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, αφού από το 2017 μέχρι το 2025 οι καταγγελίες αυξήθηκαν κατά 218, ενώ την ίδια ώρα την περασμένη χρονιά υπήρξαν 60 καταδίκες ατόμων για το ίδιο σοβαρό αδίκημα.
Αυτά τα στοιχεία αποκαλύφτηκαν κατά τη διάρκεια ημερίδας του Συμβουλίου Φωνή, που διοργάνωσε η IMH και πραγματοποιήθηκε την περασμένη Πέμπτη στη Λευκωσία, κατά την οποία μίλησαν όλοι οι αρμόδιοι που είναι εμπλεκόμενοι στη διαχείριση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Ανάμεσα στους ομιλητές και η επιστημονική συντονίστρια του «Σπιτιού του Παιδιού», Ροδούλα Παπαλαμπριανού, η οποία έφερε ένα παράδειγμα ενός πραγματικού περιστατικού, ως προς τον τρόπο που λαμβάνεται κατάθεση από ένα παιδί θύμα σεξουαλικής κακοποίησης.
Πέραν τούτου, κατά τη διάρκεια της ημερίδας, μέλη της Αστυνομίας έδωσαν στοιχεία αναφορικά με τις καταγγελίες που λήφθηκαν τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, η Εύη Νικολάου, ανώτερη υπαστυνόμος και υπεύθυνη της υποδιεύθυνσης διαχείρισης υποθέσεως ευάλωτων προσώπων της Αστυνομίας, στη δική της παρέμβαση έδωσε στοιχεία αναφορικά με τις καταγγελίες. Όπως φαίνεται, από το 2017 μέχρι το 2025 υπήρξε αύξηση του ύψους των 218 καταγγελιών.
Συγκεκριμένα, ανέφερε πως «ο αριθμός παρουσιάζει σταθερή αυξητική πορεία χρόνο με το χρόνο, ώστε το 2025 να κλείσει με 356 αναφορές. Αυτό μεταφράζεται ουσιαστικά σε μία αναφορά για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικου κάθε μέρα στο χώρο που ζει».
Με βάση τα στοιχεία:
-Το 2017 υπήρξαν 138 καταγγελίες
-Το 2018 υπήρξαν 167 καταγγελίες
-Το 2019 υπήρξαν 211 καταγγελίες
-Το 2020 υπήρξαν 197 καταγγελίες
-Το 2021 υπήρξαν 278 καταγγελίες
-Το 2022 υπήρξαν 303 καταγγελίες
-Το 2023 υπήρξαν 315 καταγγελίες
-Το 2024 υπήρξαν 301 καταγγελίες
-Το 2025 υπήρξαν 356 καταγγελίες
-Το 2026 (μέχρι σήμερα) υπήρξαν 138 καταγγελίες
Η κα. Νικολάου επεσήμανε, δε, πως το έγκλημα πάντα υπήρχε, ωστόσο εκείνο που άλλαξε, πλέον, είναι ο τρόπος διαχείρισης των υποθέσεων και η προσέγγιση που ακολουθείται. «Μέσα από τις διαδικασίες που ακολουθούνται και τη στήριξη των παιδιών και των οικογενειών τους, περισσότερα παιδιά βρίσκουν τη δύναμη να μιλήσουν και περισσότερες φωνές ακούγονται. Ως εκ τούτου, η αύξηση των αναφορών θα πρέπει να ειπωθεί με θετικό πρόσημο και όχι αρνητικό, επειδή πίσω από κάθε αναφορά είναι ένα παιδί που βρήκε τη φωνή του και ένα σύστημα που κατάφερε να το ακούσει».
Η κα. Νικολάου, στη συνέχεια, ανέφερε πως το 2025 υπήρξαν συνολικά 60 καταδίκες ατόμων για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. «Αριθμός ρεκόρ σε σύγκριση με κάθε άλλη χρονιά», σημείωσε. Όπως εξήγησε, η διαχείριση γίνεται από διάφορες υπηρεσίες, με στόχο την ασφάλεια των παιδιών και την απονομή δικαιοσύνης. «Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών χαρακτηρίζεται ως μυστικό έγκλημα, επειδή η πραγματική της έκταση παραμένει άγνωστη. Τα στατιστικά στοιχεία καταγράφουν μόνο τις περιπτώσεις που αποκαλύφτηκαν και καταγγέλθηκαν. Η πραγματική διάσταση του προβλήματος είναι πολύ μεγαλύτερη».
Η υπεύθυνη της υποδιεύθυνσης διαχείρισης υποθέσεων ευάλωτων προσώπων επεσήμανε πως, με βάση τα επιστημονικά στοιχεία, πολλά παιδιά διστάζουν να αποκαλύψουν επειδή πρόκειται για κάτι προσωπικό και βαθιά τραυματικό και κάποια παιδιά δεν το αποκαλύπτουν ποτέ. «Ο κυριότερος παράγοντας μη αποκάλυψης είναι ο φόβος, ιδιαίτερα όταν ο θύτης βρίσκεται στο στενό οικογενειακό ή οικείο περιβάλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δυσκολία αποκάλυψης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, επειδή συνοδεύεται από έντονα συναισθήματα ντροπής και κοινωνικού στιγματισμού».
Κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής της, η κα. Νικολάου αναφέρθηκε στη δημιουργία νέου νομοθετικού πλαισίου, αλλά και τη λειτουργία του Σπιτιού του Παιδιού, που βοήθησε να αλλάξει η εικόνα και τα παιδιά-θύματα σεξουαλικής κακοποίησης να βρουν τη δύναμη να μιλήσουν και να αποκαλύψουν την κόλαση που περνούν.
«Το παιδί προέβαινε σε επιφωνήματα για να περιγράψει περιστατικά»
Στη δική της τοποθέτηση, η επιστημονική συντονίστρια του «Σπιτιού του Παιδιού», Ροδούλα Παπαλαμπριανού, υπέδειξε πως θα αναφερθεί σε ένα περιστατικό διαχείρισης υπόθεσης σεξουαλικής παρενόχλησης παιδιού, που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν, σε μία προσπάθεια να εξηγήσει τις διαδικασίες που ακολουθούνται όταν ληφθεί μία πληροφορία. Σημείωσε πως το παιδί δεν προσαρμόζεται στις ανάγκες του συστήματος, αλλά το σύστημα στις ανάγκες του παιδιού και επειδή το παιδί είναι στο επίκεντρο, όλες οι απαραίτητες υπηρεσίες συστεγάζονται στον ίδιο χώρο.
Η κα. Παπαλαμπριανού σημείωσε πως μέχρι και σήμερα περισσότερα από 3,000 παιδιά έχουν λάβει υπηρεσίες από το Σπίτι του Παιδιού, αριθμός που καταδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος, αλλά και την συσσωρευμένη εξειδικευμένη εμπειρία διαχείρισης τέτοιας φύσεως περιπτώσεων. Στη συνέχεια, θέλησε να αναφερθεί σε ένα πραγματικό περιστατικό, για μία υπόθεση που καταγγέλθηκε ανώνυμα στο ειδικό κλιμάκιο της Αστυνομίας και αφορούσε σε περίπτωση παιδιού τεσσάρων ετών και ενδεχομένως να κακοποιείτο από τον πατέρα του.
«Ακολούθησε άμεσος συντονισμός με την Αστυνομία και πραγματοποιήθηκε αρχική επαφή στο σχολικό περιβάλλον του παιδιού από την κοινωνική λειτουργό, που ορίστηκε για την υπόθεση. Κατά τη συνάντηση, το παιδί σε ερωτήσεις για την οικογένειά του, παρουσιάστηκε περιγραφικό με δυνατότητα ανάκλησης περιστατικών, αναφέροντας ότι κάποιες φορές συμβαίνουν κακά πράγματα στο σπίτι. Κατά τη συνάντηση προέκυψαν αναφορές σε πολλαπλές μορφές βίας, μεταξύ αυτών και σεξουαλικές και πολλές φορές λάμβαναν χώρα παρουσία της μητέρας. Η μητέρα παρουσίασε ενδείξεις θυματοποίησης».
Η κα. Παπαλαμπριανού επεσήμανε πως το παιδί μεταφέρθηκε άμεσα στο Σπίτι του Παιδιού για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης. Εξήγησε πως η ανακρίτρια της υπόθεσης υπέδειξε ευελιξία και έδωσε χώρο στο παιδί «μέσω ζωγραφιάς, μη λεκτικής έκφρασης, εκφραστικών αντιδράσεων, χειρονομιών. Θυμάμαι ότι το παιδί προέβαινε σε επιφωνήματα για να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης από την Αστυνομία και συνελήφθησαν οι γονείς την ίδια μέρα. Ακολούθησε άμεση επικοινωνία με τις ΥΚΕ».
Η επιστημονική συντονίστρια του «Σπιτιού του Παιδιού» σημείωσε πως το παιδί και τα αδέλφια του τέθηκαν υπό την φροντίδα ανάδοχης οικογένειας και διαπιστώθηκε πως υπήρχαν μαρτυρίες για κακοποίηση και ενός εκ των αδελφών του παιδιού, που σε κάποιες περιπτώσεις ήταν αυτόπτης μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης. Μέσα από την περιγραφή της συγκεκριμένης περίπτωσης, η κα. Παπαλαμπριανού θέλησε να εξηγήσει τις διαδικασίες που ακολουθούνται στο Σπίτι του Παιδιού και να δείξει πως το σύστημα προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού και όχι το παιδί στις δυνατότητες του συστήματος.
Κατά τη διάρκεια της παρέμβασής της, η κα. Παπαλαμπριανού τόνισε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πατέρας προέβη σε παραδοχή και τα παιδιά δεν χρειάστηκε να συμμετάσχουν στη Δικαστική διαδικασία, ωστόσο σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει παραδοχή, τότε το Σπίτι του Παιδιού παρέχει την κατάλληλη υποστήριξη.
Ανάγκη για να ακουστούν περισσότερο τα παιδιά
Στην ημερίδα που διοργάνωσε η IMH συμμετείχε και ο Αντρέας Ιωάννου, που είναι μέλος της Παιδοβουλής και ο οποίος υπέδειξε ένα σημαντικό σημείο που πρέπει να τεθεί υπόψη των αρμοδίων. Στην κατάρτιση νομοθεσιών και σχεδίων δράσης για τα παιδιά, πρέπει να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη τα παιδιά.
Ο Αντρέας Ιωάννου, κατά τη διάρκεια της δικής του παρέμβασης, μεταξύ άλλων, υπέδειξε πως «συχνά όταν συζητούμε για πολιτικές, στρατηγικές που αφορούν τα παιδιά, οι ενήλικες αναλαμβάνουν να αποφασίσουν τι είναι καλύτερο για μας. Ωστόσο, η δική μας θέση είναι ξεκάθαρη. Καμία πολιτική που αφορά τα παιδιά, δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των παιδιών».
Ο Αντρέας επεσήμανε πως η συμμετοχή των παιδιών δεν πρέπει να είναι απλή καταγραφή των απόψεων ή συμβολική διαβούλευση, αλλά να αποτελεί σημαντικό μέρος κάθε διαδικασίας λήψης αποφάσεων. «Η πάγια θέση της Παιδοβουλής είναι ότι τα παιδιά πρέπει να συμμετέχουν σε όλα τα στάδια της διαμόρφωσης μία στρατηγικής ή υπηρεσίας που τα αφορά. Πρέπει να συμμετέχουμε τα παιδιά στη διαδικασία σχεδιασμό προγραμμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, αφού γνωρίζουμε καλύτερα από τον καθένα ποιες είναι οι πραγματικές μας ανάγκες, απορίες, προβληματισμοί και προκλήσεις στην καθημερινότητά μας. Πρέπει να έχουμε λόγο στη διαμόρφωση των θεματικών γι’ αυτά τα προγράμματα».
Σε άλλο σημείο της τοποθέτησής του, το μέλος της Παιδοβουλής σημείωσε πως τα παιδιά πρέπει να ενημερώνονται και για την κατάληξη των αξιολογήσεων. «Πρέπει να ενημερώνονται για τα αποτελέσματα και να γνωρίζουν για τις εισηγήσεις τους. Για το λόγο αυτό, υποστηρίζουμε ότι τα παιδιά πρέπει να συμμετέχουν στη διαδικασία βελτίωσης και αναθεώρησης των προγραμμάτων αυτών. Η συνεχής βελτίωση των υπηρεσιών προϋποθέτει συνεχή διάλογο».
Παράλληλα, ο Αντρέας υπογράμμισε και την ανάγκη για ενίσχυση των συμβουλευτικών υπηρεσιών εντός των σχολείων. «Χρειαζόμαστε ασφαλείς χώρους και πρόσωπα που μπορούμε να απευθυνθούμε όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, αμφιβολίες και περιστατικά βίας και κακοποίησης. Χρειαζόμαστε ενημέρωση για το πού μπορούμε να βρούμε βοήθεια αλλά και υπηρεσίες που να είναι προσβάσιμες σε εμάς. Η παρουσία επαρκών ψυχολόγων και επαγγελματιών ψυχικής υγείας στα σχολεία μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην πρόληψη και αντιμετώπιση προβλημάτων».
Συμμετοχή διαφόρων υπηρεσιών για ολιστική διαχείριση των περιστατικών
Σημειώνεται πως κατά τη διάρκεια της ημερίδας του Συμβουλίου Φωνή τοποθετήθηκαν εκπρόσωποι διαφόρων υπηρεσιών και Υπουργείων, που τόνισαν πως η διαχείριση των περιστατικών της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών είναι με τη συμμετοχή διαφόρων υπηρεσιών. Ανάμεσα στους ομιλητές ήταν η Olivia Lind Haldorrson, η γενική γραμματέας του Barnahus Network, η οποία ενημέρωσε τους σύνεδρους για το τι ακριβώς είναι το δίκτυο Barnahus, το μοντέλο του οποίου ακολουθείται και στην Κύπρο, καθώς επίσης και ο Anton Toni Klancnik, μέλος της Europol, που ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους για το Help4U και πώς λειτουργεί αυτό.
Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της ημερίδας έγινε ενημέρωση για τη συμβολή του εκπαιδευτικού συστήματος στην προστασία των παιδιών, για τη σχολική υγεία και το πρόγραμμα της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, καθώς και για το θεσμικό και επιχειρησιακό ρόλο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας στη διαχείριση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων.
Στο μεταξύ, στην ημερίδα μίλησε και η κλινική συντονίστρια στήριξης και θεραπείας του ΝΗΜΑ, Παντελίτσα Νικολάου, η οποία έδωσε στατιστικά στοιχεία για το 2025 και όπως εξήγησε εξυπηρετήθηκαν 44 άτομα, εκ των οποίων τα 40 έχουν βιώσει σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ηλικία. Ανάμεσα στα 40 άτομα, τα δύο ήταν στην ηλικία των 18-24 ετών, τα 21 στην ηλικία 25-34 ετών, τα οκτώ σε ηλικία 45-54 ετών και τα τέσσερα σε ηλικία άνω των πενήντα ετών.
Την ημερίδα χαιρέτισε η πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου «Φωνή» και υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, Κλέα Χατζηστεφάνου-Παπαέλληνα.











