Την αυστηρότητα του εξάντλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε 28χρονο κατηγορούμενο για ληστεία 20 ευρώ, τα οποία στη συνέχεια επέστρεψε, επιβάλλοντας του ποινή άμεσης φυλάκισης τριών ετών, παρά το γεγονός πως βρισκόταν υπόδικος για έντεκα μήνες, με το Εφετείο να ανατρέπει την απόφαση και να διατάσσει όπως αυτή ανασταλεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα και τις προσωπικές του συνθήκες.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που εξέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβήτησε η υπεράσπιση, τον Ιούλιο του 2025, ο κατηγορούμενος ανακόπηκε για έλεγχο από την Αστυνομία κατόπιν δύο καταγγελιών για ισάριθμες απόπειρες ληστείας σε περίπτερα του Στροβόλου με χρήση μαχαιριού. Τα εν λόγω καταγγελλόμενα περιστατικά παρέμειναν απόπειρες ληστείας, καθώς ο κατηγορούμενος δεν απέσπασε οποιοδήποτε ποσό.
Οκτώ μήνες προηγουμένως όμως, στις 10 και 11 Οκτωβρίου του 2024, ο κατηγορούμενος έδρασε με όμοιο τρόπο, αφού την πρώτη ημερομηνία αποπειράθηκε να ληστέψει περίπτερο προτάσσοντας μαχαίρι και τη δεύτερη, πάλι υπό την απειλή μαχαιριού, κατάφερε κι απέσπασε από περίπτερο το ποσό των €20. Αφότου συνελήφθη, ανακρινόμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, ενώ η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και έγινε κοινώς αποδεκτό ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε τα €20 που απέσπασε από το θύμα.
Στον κατηγορούμενου επιβλήθηκαν ποινές με μεγαλύτερη αυτή των τριών ετών, χωρίς αναστολή, με την συνήγορο υπεράσπισης του, Μαρία Αθανασίου (σ.σ δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα), να προσφεύγει στο Εφετείο, εκφράζοντας τη θέση πως οι ποινές ήταν έκδηλα υπερβολικές υπό τις περιστάσεις, ενώ αμφισβήτησε και την ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε λόγος για αναστολή των ποινών.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε σχετικά ότι οι προσωπικές συνθήκες του 28χρονου δεν μπορούσαν να υπερφαλαγγίσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων και συνεπώς, όπως κατέληξε, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής.
Η συνήγορος υπεράσπισης, Μαρία Αθανασίου, εξέφρασε τη θέση ενώπιον του Εφετείου, ότι η στάθμιση των δεδομένων από το πρωτόδικο Δικαστήριο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής δεν υπήρξε ούτε ακριβοδίκαιη ούτε πλήρης, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα υπερβολική και δυσανάλογη προς τη φύση και τη βαρύτητα των αδικημάτων, καθώς και προς τις προσωπικές περιστάσεις του πελάτη της. Επιπρόσθετα, εξέφρασε τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως, ουσιαστικά και επαρκώς υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του πελάτη της, ούτε τους μετριαστικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, τόσο σε σχέση με τα γεγονότα τέλεσης των αδικημάτων, όσο και με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ούτε τις συνέπειες της επιβληθείσας ποινής στη μετέπειτα κοινωνική του επανένταξη.
Επικαλέστηκε την άμεση παραδοχή του εφεσείοντα ενώπιον της Αστυνομίας αλλά και του Δικαστηρίου, την απολογία και ειλικρινή του μεταμέλεια, το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, την απουσία προσχεδιασμού των επίδικων αδικημάτων, την παρορμητική φύση των πράξεών του, καθώς και την εμφανή προχειρότητα κατά την τέλεσή τους (χωρίς κάλυψη του προσώπου του και με χρήση κοινού κουζινομάχαιρου), όπως και την επίδραση της στέρησης ναρκωτικών ουσιών κατά τον κρίσιμο χρόνο. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του, στο γεγονός ότι τελούσε υπό κράτηση από τις 4.7.2025, οι ποινές του επιβλήθηκαν στις 8.12.2025, δηλαδή έχει εκτίσει φυλάκιση 11 μηνών από την ποινή του και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης, αναφορικά με τις συνέπειες που θα επιφέρει στον εφεσείοντα η ποινή φυλάκισης στην προσωπική και κοινωνική του κατάσταση.
Στην αντίπερα όχθη, η συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα, Ν. Γρηγορίου, υπεραμύνθηκε της ορθότητας της ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, λέγοντας ότι δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ότι σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις ο κατηγορούμενος υπό την απειλή μαχαιριού μετέβη σε χρόνους καθημερινής εξυπηρέτησης του κοινού (φούρνους και περίπτερα) και απαιτούσε χρήματα.
Ισχυρίζεται, ακόμη, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, όσο και το γεγονός ότι ήταν, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, χρήστης ναρκωτικών και ότι καταβάλλει προσπάθειες για απεξάρτησή του από αυτά, όπως και τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του.
Το Εφετείο, στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, ενώ παρέπεμψε και στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως αυτές κατατέθηκαν ενώπιον Δικαστηρίου.
Τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκ πλευράς Υπεράσπισης δύο έγγραφα και συγκεκριμένα μία «Έκθεση Περίπτωσης» και μία «Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης». Από την μελέτη των εγγράφων αυτών, αναδιπλώνεται το οικογενειακό ιστορικό του εφεσείοντα, μέσα από το οποίο σκιαγραφείται μια ιστορία εγκατάλειψης, εκφοβισμού και απώλειας. Κατάληξη ήταν η καταφυγή στις ναρκωτικές ουσίες και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Υπάρχει επίσης διάγνωση για τον εφεσείοντα, πάσχει από δυσθυμική διαταραχή και διαταραχή προσωπικότητας. Υπάρχουν παιδικά τραύματα που περιλαμβάνουν και το γεγονός ότι ο εφεσείοντας επί σειρά ετών έμενε με ανάδοχη οικογένεια, πιθανό οικογενειακό ψυχιατρικό ιστορικό ενώ συνίσταται η περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ο εφεσείοντας να βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού.
Παραπέμποντας σε μια σειρά από άλλες υποθέσεις, το Εφετείο ανέφερε πως οι συγκεκριμένες είναι πολύ σοβαρότερες από την υπό εξέταση, για την οποία ανέφερε πως η διάπραξη των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο «διέπεται από προχειρότητα», αφού όπως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι εισερχόταν σε περίπτερα της περιοχής Στροβόλου χωρίς να καλύπτει το πρόσωπό του και πρότασσε ένα κουζινομάχαιρο που πήρε από το σπίτι του, προσπαθώντας να αποσπάσει χρήματα.
Σημείωσε δε, πως στις τρεις από τις τέσσερις περιπτώσεις που επιχείρησε και χωρίς να συναντήσει οποιαδήποτε σθεναρή αντίσταση, εγκατέλειψε την προσπάθεια του, χωρίς από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου να υπάρξουν τραυματισμοί.
Το Εφετείο χαρακτήρισε την ποινή στον κατηγορούμενο αυστηρή αλλά όχι υπερβολική, κρίνοντας ωστόσο πως εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν επέβαλε ποινή με αναστολή, λαμβάνοντας υπόψη πως ήδη βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές για έντεκα μήνες.
Έχει δίκαιο η συνήγορος του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης αναφορικά με τις συνέπειες της επιβληθείσας ποινής στον συγκεκριμένο εφεσείοντα, και τις δυσανάλογα και ιδιαίτερα επαχθείς περιπτώσεις που μπορεί να φέρει στην προσωπική και κοινωνική του κατάσταση. Παραπέμπουμε στην ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ εκ νέου και λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ο εφεσείοντας βρίσκεται σε καθεστώς εγκλεισμού από την ημερομηνία κράτησής του, δηλαδή από τις 4.7.2025, δηλαδή για χρονικό διάστημα περίπου 11 μηνών. Το διάστημα αυτό κρίνεται επαρκές ώστε να έχει τεθεί αντιμέτωπος με τις συνέπειες της καταδίκης και της φυλάκισης, αποκτώντας ικανοποιητική αντίληψη των συνθηκών του εγκλεισμού και των επιπτώσεών τους. Υπογραμμίζουμε, επίσης, στην παρούσα περίπτωση ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείοντας είναι μεν σοβαρά αλλά φαίνεται ότι διέπονταν από μεγάλη επιπολαιότητα και δεν ήταν στη βάση των οργανωμένων εγκλημάτων ληστείας. Πέραν της αναστάτωσης που προκλήθηκε με τον τρόπο που ενήργησε ο εφεσείων, κανένα τρίτο πρόσωπο δεν υπέστη ζημιά ή βλάβη από τις ενέργειές του.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις ιδιάζουσες προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το Εφετείο, αυτό κατέληξε ότι η χρήση του μέτρου της αναστολής θα επενεργούσε προς την κατεύθυνση της αναμόρφωσης του κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα να αποφασίσει ως επωφελέστερη λύση για το κοινωνικό σύνολο και για τον ίδιο, όπως του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.











