Το Εφετείο διατήρησε τις ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί σε καταδικασθέντα, ο οποίος είχε παραδεχθεί σειρά αδικημάτων που αφορούσαν διάρρηξη και κλοπή σε εκκλησία στην Αγλαντζιά, κρίνοντας ότι η ένταξή του σε πρόγραμμα απεξάρτησης «αντισταθμίζει την αναγκαία αύξηση της επιβληθείσας ποινής» παρά το γεγονός ότι αποφάνθηκε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα, καθώς δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στην «επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά» του κατηγορούμενου.
Η απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε στις 26 Μαΐου 2026, στο πλαίσιο ποινικής έφεσης που καταχώρισε ο Γενικός Εισαγγελέας κατά της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υποστηρίζοντας ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί ήταν «έκδηλα ανεπαρκείς».
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος προέβη σε διάρρηξη εκκλησίας στην Αγλαντζιά, αφαιρώντας χρυσαφικά αξίας €2.832, τα οποία στη συνέχεια πώλησε σε χρυσοχοείο, ενώ προκάλεσε και ζημιές ύψους €150 σε παράθυρο και γυάλινη προθήκη του ναού.
Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη, μεταξύ άλλων, συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας, κλοπής, κακόβουλης ζημιάς και κλεπταποδοχής.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινές φυλάκισης από τρεις μέχρι 22 μήνες, με σοβαρότερη εκείνη των 22 μηνών για τη διάρρηξη κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Το Εφετείο επανέλαβε ότι η παρέμβασή του σε ποινές πρωτόδικου δικαστηρίου δικαιολογείται μόνο όταν αυτές είναι «είτε έκδηλα ανεπαρκείς, είτε έκδηλα υπερβολικές» ή όταν διαπιστώνεται «σφάλμα αρχής».
Στην απόφαση σημειώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «δεν προσέδωσε βαρύτητα στην επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου», παρά το γεγονός ότι είχαν ληφθεί υπόψη επτά άλλες υποθέσεις εναντίον του, σχετικές με συνωμοσία, κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και προηγούμενη καταδίκη για κλεπταποδοχή και κλοπή.
Το Εφετείο επεσήμανε τη σοβαρότητα των διαρρήξεων και κλοπών, αναφέροντας ότι πρόκειται για αδικήματα που «προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών».
Παράλληλα, παρέπεμψε σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία «η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα» σε τέτοιου είδους υποθέσεις.
Ωστόσο, καθοριστικό ρόλο στην τελική κρίση του Εφετείου φαίνεται να διαδραμάτισε η προσπάθεια απεξάρτησης του καταδικασθέντα από τα ναρκωτικά.
Σύμφωνα με την απόφαση, αμέσως μετά την καταδίκη του, τον Οκτώβριο του 2025, εντάχθηκε οικειοθελώς στο πρόγραμμα απεξάρτησης «Δανάη» στις Κεντρικές Φυλακές και μέχρι την εκδίκαση της έφεσης συμμετείχε επιτυχώς στο πρόγραμμα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσπάθεια αυτή αποτελεί «σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα», σημειώνοντας ότι «η έμπρακτη πλέον ένταξη του εφεσίβλητου σε πρόγραμμα απεξάρτησης αντισταθμίζει την αναγκαία αύξηση της επιβληθείσας ποινής».
Καταλήγοντας, το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, αποφάσισε τη διατήρηση των ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως, ήτοι 22 μήνες για διάρρηξη κατά τη διάρκεια της νύχτας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, 18 μήνες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, 15 μήνες για κλοπή, 15 μήνες για κλεπταποδοχή και 3 μήνες για κακόβουλη ζημία, επισημαίνοντας ότι επέδειξε «τη μέγιστη δυνατή, υπό τις περιστάσεις, επιείκεια».
Πηγή: ΚΥΠΕ











