Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας απέρριψε σήμερα την ένσταση της υπεράσπισης της Γερμανίδας κτηματομεσίτριας, αναφορικά με τη νομιμότητα των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας που εκδόθηκαν για συλλογή μαρτυρικού υλικού από τις γερμανικές αρχές, κρίνοντας ότι αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοσή τους ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και όχι το Κακουργιοδικείο.
Κατά την έναρξη της σημερινής διαδικασίας τέθηκε παράλληλα και ζήτημα διερμηνείας από πλευράς υπεράσπισης, με το Δικαστήριο να κρίνει τελικά ότι η κατηγορούμενη μπορούσε να παρακολουθήσει τη διαδικασία με πολωνική διερμηνεία, δίδοντας παράλληλα οδηγίες για μετάφραση της σημερινής απόφασης και στη γερμανική γλώσσα.
Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 46 κατηγορίες, που αφορούν, μεταξύ άλλων, δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον, παράνομη χρήση ακινήτων χωρίς τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αναφορικά με ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα.
Η σημερινή απόφαση αφορούσε τέσσερις ευρωπαϊκές εντολές έρευνας που εκδόθηκαν στις 18 και 26 Ιουλίου 2024, καθώς και στις 2 και 13 Σεπτεμβρίου 2024, στο πλαίσιο εξασφάλισης μαρτυρικού υλικού από τη Γερμανία.
Στην πολυσέλιδη απόφασή του, το Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις πρόνοιες του περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου του 2017 (Ν. 181(Ι)/2017) και της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, απορρίπτοντας τη θέση της υπεράσπισης ότι οι εντολές εκδόθηκαν από αναρμόδιο δικαστήριο.
«Η έννοια του άρθρου 2 του Νόμου είναι σαφής. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας», ανέφερε χαρακτηριστικά το Δικαστήριο, προσθέτοντας ότι «το γεγονός ότι η υπόθεση καταχωρίστηκε στις 19/7/24 για σκοπούς παραπομπής στο Κακουργιοδικείο δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα, ούτε η φύση των αδικημάτων».
Σημειώνεται ότι ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορούμενης, Σωτήρης Αργυρού, είχε υποστηρίξει ότι οι ευρωπαϊκές εντολές έρευνας εκδόθηκαν κατά παράβαση της Νομοθεσίας και της σχετικής Eυρωπαϊκής Oδηγίας, προβάλλοντας πολλαπλές ενστάσεις ως προς την εγκυρότητα έκδοσης, εκτέλεσης και λήψης του μαρτυρικού υλικού.
Μεταξύ άλλων, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι αρμόδιο για την έκδοση των εντολών ήταν το Κακουργιοδικείο και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ότι οι εντολές εκδόθηκαν χωρίς τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, ενώ προβλήθηκε και ισχυρισμός πως οι εντολές κοινοποιήθηκαν εκπρόθεσμα, στερώντας από την κατηγορούμενη το δικαίωμα άσκησης έφεσης εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας.
Από την άλλη πλευρά, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, Άννα Ματθαίου, απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, υποστηρίζοντας ότι από τη σχετική Νομοθεσία προκύπτει ότι αρμόδια αρχή έκδοσης είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο και ότι οι ευρωπαϊκές εντολές έρευνας μπορούν να εκδοθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και πριν την εκδίκαση, ότι η αναλογικότητα ελέγχεται από την αρχή έκδοσης κατά το στάδιο έκδοσης της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας και τέλος, ότι η Νομοθεσία προβλέπει δικαίωμα άσκησης έφεσης εντός δέκα ημερών από την έκδοση της εντολής, δικαίωμα το οποίο ουδέποτε άσκησε η υπεράσπιση.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η καταχώριση της υπόθεσης για παραπομπή στο Κακουργιοδικείο δεν αποτελούσε κώλυμα για συνέχιση της διερεύνησης της υπόθεσης, ενώ συμπλήρωσε ότι η δικαιοδοσία του Κακουργιοδικείου «περιορίζεται αυστηρά» από τον περί Ποινικής Δικονομίας και τον περί Δικαστηρίων Νόμο.
Παράλληλα, έκρινε ότι ούτε η μη κοινοποίηση των εντολών πριν από την εκτέλεσή τους στη Γερμανία ούτε η μη μετάφρασή τους στα γερμανικά καθιστούσαν τη διαδικασία άκυρη.
«Η μη κοινοποίηση στην υπεράσπιση των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας πριν την εκτέλεσή τους στη Γερμανία δεν τις κατέστησε άκυρες», ανέφερε χαρακτηριστικά το Δικαστήριο. Πρόσθεσε ακόμη ότι η Νομοθεσία και η σχετική Eυρωπαϊκή Oδηγία «δεν επιβάλλουν χρονική προθεσμία για την κοινοποίηση».
Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι η υπεράσπιση δεν είχε ασκήσει έφεση κατά των αποφάσεων έκδοσης των εντολών έρευνας ούτε είχε καταχωρίσει αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Σε άλλο σημείο της σημερινής διαδικασίας, ο κ. Αργυρού έθεσε ζήτημα σχετικά με τη διερμηνεία, αναφέροντας ότι η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να παρακολουθήσει πλήρως τη διαδικασία στην πολωνική γλώσσα και ζητώντας γερμανόφωνο διερμηνέα.
Το Δικαστήριο ανέφερε ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες εξεύρεσης διερμηνέα στη γερμανική γλώσσα, παρ’ όλα αυτά δεν κατέστη δυνατό να παραστεί σήμερα στο δικαστήριο και ακολούθησε διάλογος με την κατηγορούμενη αναφορικά με το γλωσσικό της υπόβαθρο. Η ίδια ανέφερε ότι γεννήθηκε στην περιοχή της Σιλεσίας στην Πολωνία, φοίτησε σε πολωνικό σχολείο, αλλά ζει στη Γερμανία από τα 19 της χρόνια.
Ανακοινώνοντας την απόφασή του επί του ζητήματος, το Δικαστήριο ανέφερε ότι, με βάση τις απαντήσεις της κατηγορούμενης και το μορφωτικό της επίπεδο, «υπάρχει δυνατότητα αντίληψης της πολωνικής γλώσσας», αποδεχόμενο ωστόσο ότι «η γλώσσα αντίληψής της είναι η γερμανική».
Ως εκ τούτου, έκρινε ότι μπορούσε να προχωρήσει η διαδικασία και έδωσε οδηγίες όπως μεταφραστεί η σημερινή απόφαση και στη γερμανική γλώσσα.
Η Γερμανίδα κτηματομεσίτρια παραμένει υπό κράτηση, με την υπόθεση να συνεχίζεται στις 20 και 22 Μαΐου στις 09:00.
Πηγή: ΚΥΠΕ











