Με νομικά διαβήματα αναμένεται να απαντήσει τις επόμενες ημέρες ο δικηγόρος Νίκος Κληρίδης, σε σχέση με το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε το Μεγάλο Σάββατο στην οικία και το γραφείο του από το Δικαστήριο, μετά από οδηγίες που δόθηκαν στους ανακριτές για να προβούν στην συγκεκριμένη ενέργεια, στην βάση μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε, όπως η ίδια η Αστυνομία ανέφερε στην επίσημη ανακοίνωση της, στον απόηχο των έντονων επικρίσεων.
Το ένταλμα εκτελέστηκε από πέντε αστυνομικούς και οι έρευνες ήταν πολύωρες, με την πλευρά του δικηγόρου, σύμφωνα με πληροφορίες, να το θεωρεί παράνομο και ως εκ τούτου αναμένεται να το προσβάλει, κάτι που δεν μπορεί να το πράξει άμεσα, λαμβάνοντας υπόψη πως η Αστυνομία επέλεξε να το εκδώσει εν μέσω εορτών του Πάσχα, όπου δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αστυνομικοί προχώρησαν στην κατάσχεση τριών τηλεφωνικών συσκευών, εκ των οποίων οι δύο παλιές, ωστόσο η τρίτη είναι το κινητό που χρησιμοποιεί τα τελευταία χρόνια μέχρι σήμερα ο Νίκος Κληρίδης, κάτι που συνεπάγεται πως σε αυτό υπάρχουν προσωπικά δεδομένα και συνομιλίες του με διάφορα πρόσωπα, ενδεχομένως και για επαγγελματικούς σκοπούς. Είναι για αυτό το λόγο που χθες μετά την είδηση για την έφοδο στην οικία του, αντέδρασαν διάφοροι δικηγόροι, υποδεικνύοντας ζητήματα αναλογικότητας και παραβίασης του δικηγορικού απορρήτου.
Περαιτέρω, οι αστυνομικοί διενήργησαν εξετάσεις στους ηλεκτρονικούς του υπολογιστές, χωρίς αυτοί να κατασχεθούν, με τις πληροφορίες να αναφέρουν πως αναζητήθηκαν συγκεκριμένες υποθέσεις. Τα μέλη της Αστυνομίας, συγκεκριμένα, αναζήτησαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Νίκου Κληρίδη πιθανά στοιχεία, που να σχετίζονται για παράδειγμα με την υπόθεση Focus, όπως επίσης και για αποφάσεις στις οποίες σχετιζόταν η σύζυγος του πρώην Δικαστή, Μιχαλάκη Χριστοδούλου, επίσης δικαστή του Ανωτάτου, όπως επίσης και άλλες αποφάσεις που αναφέρονται στα μηνύματα.
Επίσης, η Αστυνομία προχώρησε στην κατάσχεση εξωτερικών αποθηκευτικών χώρων, στα οποία ήταν αποθηκευμένα τα κατ΄ ισχυρισμό στοιχεία που του είχε παραδώσει η λεγόμενη Σάντη, που αποτελεί πρόσωπο κλειδί στην υπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι προ ημερών ο Νίκος Κληρίδης παρέδωσε στην Αστυνομία usb με περίπου 1000 screnshot, ενώ έδωσε πολύωρη κατάθεση.
Ωστόσο πηγές αφήνουν αιχμές ως προς τι ενδεχομένως να αναζητείτο, συνδέοντας την ενέργεια των ανακριτών, που θεωρούν πως ήταν κατόπιν οδηγιών του Αρχηγού Αστυνομίας και της Νομικής Υπηρεσίας -αν και κάποιοι στο παρασκήνιο φαίνεται να διαχωρίζουν τη θέση τους- με μία από τις τελευταίες αναρτήσεις του Μακάριου Δρουσιώτη, ο οποίος προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Προς αυτή την κατεύθυνση, θέλησαν να τονίσουν εξάλλου, πως η κατάθεση της Σάντη που κατά τις διαρροές από την Αστυνομία παραδέχθηκε πως είναι κατασκευασμένα, λήφθηκε εδώ και περίπου μια εβδομάδα, χωρίς ωστόσο η Αστυνομία να προχωρήσει εντός των επόμενων ωρών στην έκδοση εντάλματος έρευνας στην οικία και το γραφείο του Νίκου Κληρίδη.
Πάντως, στην ανακοίνωση της η Αστυνομίας και κατ΄ επέκταση ο Αρχηγός, στον απόηχο των έντονων αντιδράσεων από δικηγόρους, ανέφερε «το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε κατόπιν σχετικής δικαστικής διαδικασίας, με σκοπό την ανεύρεση τεκμηρίων τα οποία ενδέχεται να συμβάλουν ουσιωδώς στη διερεύνηση και εξιχνίαση των καταγγελλόμενων γεγονότων, στο πλαίσιο εξέτασης υπόθεσης που αφορά ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων».
Στην ανακοίνωση προστίθεται πως «η υποβολή του σχετικού αιτήματος από την Αστυνομία βασίστηκε σε αξιολόγηση συγκεκριμένης μαρτυρίας που έχει νομίμως περιέλθει στην κατοχή της και η οποία κρίθηκε επαρκής για την υποστήριξη της εν λόγω διαδικασίας». Επίσης αναφέρει ότι «σε καμία περίπτωση υφίσταται πρόθεση ή ενέργεια που να θίγει το δικηγορικό απόρρητο, το οποίο τυγχάνει πλήρους σεβασμού και προστασίας, σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Η Αστυνομία ενεργεί πάντοτε με γνώμονα την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Σε κάθε σενάριο η Σάντη διέπραξε σοβαρά ποινικά αδικήματα, κρίσιμο όμως το ερώτημα γιατί δεν συνελήφθη με την παραδοχή της
Κρίσιμο ερώτημα η μη σύλληψη της Σάντη
Την ίδια ώρα, αναπάντητο παραμένει το ερώτημα γιατί η Αστυνομία δεν προχώρησε στην σύλληψη της λεγόμενης Σάντη, λαμβάνοντας υπόψη πως παραδέχθηκε διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων και θεωρείται πως η μαρτυρία που επικαλείται σήμερα η Αστυνομία, προέρχεται από την εν λόγω γυναίκα, που σε κάθε σενάριο αποτελεί κλειδί στην όλη υπόθεση.
Η Αστυνομία θέλησε να διαρρεύσει πως η υπό αναφορά Σάντη, παραδέχθηκε ότι τα επίμαχα μηνύματα ήταν κατασκευασμένα. Βέβαια πλέον στην εξίσωση προστέθηκαν και τα ηχητικά αρχεία, που ακούγεται να εξιστορεί γεγονότα που συνάδουν με τα μηνύματα που δημοσιεύτηκαν. Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι η ουσία των ισχυρισμών, αλλά οι προεκτάσεις από την παραδοχή της.
Μια τέτοια παραδοχή, εφόσον η Αστυνομία διαρρέει πως έχει γραπτή και ενυπόγραφη κατάθεση, δεν αποτελεί απλώς ένα κομμάτι παζλ στην υπόθεση, αλλά συνιστά παραδοχή διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια χαώδης κατάσταση που εξέθεσε ανεπανόρθωτα θεσμούς και πρόσωπα. Από την άλλη, αποτελεί το βασικότερο κρίκο σε μια αλυσίδα, που θα οδηγήσει στην αλήθεια, όποια και αν είναι αυτή ή ακόμα και σε άλλα πρόσωπα, στο σενάριο να υπήρχαν συνεργάτες σε σχέση με την κατασκευή όλων αυτών των μηνυμάτων.
Τα στοιχεία είτε είναι ψευδή, είτε όχι. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, προκύπτει ανάγκη άμεσης και αυστηρής διερεύνησης όλων των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένου του προσώπου που φέρεται να τα δημιούργησε ή να τα διακίνησε, αφού σε κάθε ενδεχόμενο διαφαίνεται πως διαπράχθηκαν ποινικά αδικήματα.
Και εδώ ακριβώς προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα. Γιατί δεν έχει συλληφθεί η Σάντη, δεδομένης της σοβαρότητας των ισχυρισμών και της παραδοχής της; Το επιχείρημα ότι παρέδωσε το κινητό της τηλέφωνο στις αρχές δεν φαίνεται επαρκές. Και αυτό διότι, σε μια ποινική υπόθεση, η συνεργασία ενός υπόπτου λαμβάνεται υπόψη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση που αποφασιστεί να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας εναντίον άλλων, ωστόσο δεν αναιρεί την ανάγκη για σύλληψη του όταν υπάρχουν έστω και υπόνοιες διάπραξης αδικημάτων.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την Αστυνομία, υπάρχει και παραδοχή από την ίδια περί κατασκευής των μηνυμάτων, ωστόσο αυτή η παραδοχή σε συνάρτηση με την παράδοση τεκμηρίων, δεν ισοδυναμεί με απαλλαγή από την ευθύνη. Αντιθέτως, οι ευθύνες της Σάντη, σε κάθε ενδεχόμενο, συνιστούν διάπραξη ποινικών αδικημάτων.
Οι χειρισμοί της Αστυνομίας, που χαρακτηρίζονται από αντίφαση, δικαιολογημένα προκαλούν αμφιβολίες και εντείνουν την καχυποψία, ειδικότερα όταν οι Αρχές επιλέγουν το παιχνίδι των διαρροών ως προς την ενημέρωση, χωρίς να δίνουν επίσημα απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα.
Η απόφαση δε για έκδοση εντάλματος έρευνας στον Νίκο Κληρίδη, δημιούργησε περαιτέρω σεναριολογία και έδωσε ακόμη περισσότερη τροφή στους δύσπιστους που αμφισβητούν τις προθέσεις της Αστυνομίας. Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι η ορθότητα του εντάλματος αυτού καθαυτού, αλλά η εμφανής αντιφατικότητα στους χειρισμούς.
Σε ένα κράτος δικαίου, η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται σωστά, με αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Όταν όμως δημιουργούνται σκιές πάνω από τις ενέργειες της Αστυνομίας, λόγω αντιφατικών χειρισμών, τότε η αξιοπιστία των θεσμών πλήττεται σοβαρά και το αποτέλεσμα, όποιο και αν είναι αυτό, αναπόφευκτα θα τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Είναι εξάλλου για αυτό το λόγο, που ο διορισμός ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών, θεωρείτο αναγκαίος, ώστε η επόμενη ημέρα των συμπερασμάτων της έρευνας, να μην τεθούν υπό αμφισβήτηση. Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο εάν τα μηνύματα είναι πλαστά, αλλά και το περιεχόμενο τους και κάτω από ποιες συνθήκες συνδέθηκαν τα γεγονότα και τα πρόσωπα.











