powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Επιστολή Ισότητας μέσω δικηγόρου σε Φυτιρή-Επικαλείται γνωμάτευση και ζητά αναστολή της μετατροπής των δεσμοφυλάκων σε Σώμα Ασφαλείας

Επιστολή μέσω δικηγόρου για αναστολή της μετρατροπής των δεσμοφυλάκων σε Σώμα Ασφαλείας, απέστειλε το Κλαδικό Συμβούλιο Δεσμοφυλάκων της Παγκύπριας Συντεχνίας Ισότητα, στέλνοντας το μήναμ ότι δεν διεκδικούν το εν λόγω καθεστώς, αλλά τη θέσπιση Ειδικού Καθεστώτος Δημοσίου Υπαλλήλου, με ωφελήματα επικινδυνότητας πέραν των υφισταμένων, νομική θωράκιση, ειδική συνταξιοδοτική πρόνοια και εθελούσια αφυπηρέτηση στα 25 χρόνια υπηρεσίας.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε η Συντεχνία, αναφέρει επίσης ότι απαιτεί την πλήρωση 135 κενών θέσεων, την ανέγερση νέου σωφρονιστικού ιδρύματος στον Μαθιάτη και την ίδρυση Ακαδημίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων, σημειώνοντας πως «εάν η Κυβέρνηση επιμείνει στη μονομερή προώθηση χωρίς διάλογο, η αντίδραση θα είναι πρωτοφανής σε όλα τα επίπεδα. Οποιαδήποτε μονομερής μεταβολή θα προσβληθεί αμελλητί ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων». 

Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του, «εκπροσωπώντας τη συντριπτική πλειοψηφία του προσωπικού του σωφρονιστικού συστήματος, απέστειλε σήμερα στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, κ. Κωνσταντίνο Φυτιρή, εμπεριστατωμένη νομική επιστολή, συνταγμένη από τον δικηγόρο Δημοσθένη Στεφανίδη (ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.), με την οποία ζητείται η άμεση αναστολή κάθε σχεδιασμού για τη μετατροπή του εργασιακού καθεστώτος των δεσμοφυλάκων σε Σώμα Ασφαλείας. Η επιστολή κοινοποιήθηκε στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νομικών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Επίτροπο Διοικήσεως, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων (CPT) και στα ΜΜΕ».

Σημειώνει ότι «η νομική γνωμάτευση τεκμηριώνει ότι η προτεινόμενη μετατροπή παραβιάζει τρεις πυλώνες του Συντάγματος: την ελευθερία των συμβάσεων (Άρθρο 26), αφού κάθε δεσμοφύλακας προσελήφθη ως δημόσιος υπάλληλος υπό τον Νόμο 1/1990 – το δικαίωμα απεργίας (Άρθρο 27), το οποίο αφαιρείται πλήρως και αμετάκλητα με την ένταξη σε Σώμα Ασφαλείας – και τη συνδικαλιστική ελευθερία (Άρθρο 21), η οποία υποβαθμίζεται ουσιωδώς. Χωρίς το δικαίωμα απεργίας, η συλλογική διαπραγμάτευση καθίσταται κενό γράμμα. Η επιστολή επικαλείται, μεταξύ άλλων, την ορόσημη απόφαση του ΕΔΔΑ Demir & Baykara κατά Τουρκίας (2008), τους Κανόνες Nelson Mandela, τους Ευρωπαϊκούς Σωφρονιστικούς Κανόνες, τις Συμβάσεις 87, 98 και 151 της ΔΟΕ και εκτενή κυπριακή νομολογία, συμπεριλαμβανομένης της θεμελιώδους αρχής pacta sunt servanda».

Παράλληλα διαμηνύει ότι «η ad hoc έκθεση της CPT (Απρίλιος 2025) αποδεικνύει ότι τα προβλήματα στις Κεντρικές Φυλακές – υπερπληθυσμός στο 123%, εξευτελιστικές συνθήκες κράτησης, ενδοσωφρονιστική βία – οφείλονται στη χρόνια υποστελέχωση και την έλλειψη υποδομών, όχι στο εργασιακό καθεστώς. Η CPT ζήτησε επειγόντως πρόσληψη και εκπαίδευση προσωπικού, ποτέ αλλαγή καθεστώτος. Ο Κανόνας 74 παρ. 3 των Κανόνων Nelson Mandela προβλέπει ρητά ότι το σωφρονιστικό προσωπικό πρέπει να υπηρετεί με καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου και μονιμότητα».

Επίσης, σημειώνει πως «το Κλαδικό Συμβούλιο δεν διεκδικεί το καθεστώς Σώματος Ασφαλείας. Διεκδικεί τη θέσπιση Ειδικού Καθεστώτος Δημοσίου Υπαλλήλου, με ωφελήματα επικινδυνότητας πέραν των υφισταμένων, νομική θωράκιση, ειδική συνταξιοδοτική πρόνοια και εθελούσια αφυπηρέτηση στα 25 χρόνια υπηρεσίας. Παράλληλα, απαιτεί την πλήρωση 135 κενών θέσεων, την ανέγερση νέου σωφρονιστικού ιδρύματος στον Μαθιάτη και την ίδρυση Ακαδημίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων. Εάν η Κυβέρνηση επιμείνει στη μονομερή προώθηση χωρίς διάλογο, η αντίδραση θα είναι πρωτοφανής σε όλα τα επίπεδα. Οποιαδήποτε μονομερής μεταβολή θα προσβληθεί αμελλητί ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων».

Καταληκτικά, τονίζει «η ΙΣΟΤΗΤΑ δεν φιμώνεται, δεν απειλείται και δεν διαπραγματεύεται την αξιοπρέπεια των δεσμοφυλάκων».

Αυτούσια η επιστολή του δικηγόρου

Έντιμε κύριε Υπουργέ,

ΑΙΤΗΜΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΩΝ ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΩΝ

Ενεργούμε κατ' εντολή και εξουσιοδότηση του πελάτη μας, του Κλαδικού Συμβουλίου Δεσμοφυλάκων της Παγκύπριας Συντεχνίας ΙΣΟΤΗΤΑ, το οποίο εκπροσωπεί τη συντριπτικά αντιπροσωπευτική πλειοψηφία του προσωπικού που υπηρετεί στην πρώτη γραμμή του σωφρονιστικού συστήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δοθέντος ότι «Σ' ένα δε σύστημα πολλαπλών οργανώσεων η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των ανταγωνιστριών συνδικαλιστικών οργανώσεων αποτελεί εκδήλωση της συνταγματικά εγγυημένης συνδικαλιστικής ελευθερίας. Είναι δε αυτονόητο ότι η προνομιακή αυτή μεταχείριση δεν μπορεί να γίνεται από το νομοθέτη αυθαίρετα αλλά με κριτήρια και προϋποθέσεις που αφενός θα διασφαλίζουν τη λειτουργία της συλλογικής αυτονομίας σύμφωνα με το σκοπό της και αφετέρου δεν θα εκμηδενίζουν τη δραστηριότητα των λοιπών μη αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η αντιπροσωπευτικότητα θα πρέπει να συνδέεται με γενικά και αφηρημένα κριτήρια, κατάλληλα να απεικονίζουν την ικανότητα υπεύθυνης και σοβαρής εκπροσώπησης των συμφερόντων των εργαζομένων, ενώ παράλληλα θα πρέπει να αφήνεται σημαντικό πεδίο δράσης στις μη αντιπροσωπευτικές οργανώσεις, ώστε να μην εκμηδενίζεται ο ρόλος και η δραστηριότητά τους» (Δ. Ζερδελής, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 6η έκδ., 2023, ΙΙΙ. Αντιπροσωπευτικότητα, §11, σελ. 216, αρ. 473) και ότι «Η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των ανταγωνιστριών συνδικαλιστικών οργανώσεων αποτελεί, σ' ένα σύστημα πολλαπλών οργανώσεων, εκδήλωση της διασφαλιζόμενης συνδικαλιστικής ελευθερίας. Την αρχή όμως αυτή φαίνεται να ανταγωνίζεται στους νεώτερους χρόνους η διάκριση των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε αντιπροσωπευτικές και μη αντιπροσωπευτικές με το συνακόλουθο αποτέλεσμα της αναγνώρισης ιδιαίτερων δικαιωμάτων στις πρώτες» (Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο - Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, 3η έκδ., 2021, β. Η νομοθετική επιβολή της αντιπροσωπευτικής οργάνωσης, §1, σελ. 280), να σας απευθύνουμε την παρούσα επιστολή, η οποία αποτελεί τη θέση του πελάτη μας έναντι των πρόσφατων δημόσιων εξαγγελιών σας για τη μετατροπή του αμιγώς δημοσιοϋπαλληλικού καθεστώτος των Δεσμοφυλάκων του Τμήματος Φυλακών σε Σώμα Ασφαλείας.

Φρονούμε ότι η πρόθεση αυτή ουδόλως συνιστά, συνάδει και ανταποκρίνεται σε εκσυγχρονισμό, αλλά αποτελεί μια μονομερή και αυθαίρετη επίθεση στα εργασιακά κεκτημένα του πελάτη μας και των μελών του, μια επικίνδυνη οπισθοδρόμηση για το κράτος δικαίου και μια κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών συνταγματικών και διεθνών αρχών που διέπουν τη σχέση Κράτους-Δημοσίου Υπαλλήλου.

Κάθε δεσμοφύλακας που υπηρετεί σήμερα προσελήφθη και υπέγραψε σύμβαση ως δημόσιος υπάλληλος, υπαγόμενος αποκλειστικά στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο του 1990 (Ν. 1/1990), με πλήρεις εγγυήσεις από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Η σχέση αυτή προστατεύεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (ελευθερία των συμβάσεων), το οποίο παραβιάζεται, όψιμα, αντιφατικά και καταχρηστικά και σχετικά παραπέμπουμε στην ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ (ΑΡ. 3), (2014) 3 Α.Α.Δ. 487, 497, στην οποία κρίθηκε ότι: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο – Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση».

Όπως λέχθηκε στην απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. στην Προσφυγή αρ. 66529/2011, Ν.Μ.Κ. κατά Ουγγαρίας, Δεύτερο Τμήμα, ημ. 14.5.2013:

«Η αιτιολόγηση για την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που προέρχεται από μία νομοθετική εγγύηση είναι ότι ο νόμος πρέπει να προστατεύει την εμπιστοσύνη που έχει στηριχθεί στη θεσμοθετημένη προστασία. Για το Δικαστήριο, η χρηστή διοίκηση εξαρτάται από την εμπιστοσύνη μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων (βλ. mutatis mutandis, στο πλαίσιο των θεσμικά οφειλόμενων επιχορηγήσεων, Plalam S.P.A. κατά Ιταλίας, Νο. 16021/02, §§ 35 εως 42, 18 Μαΐου 2010). Αν η εμπιστοσύνη δεν είναι σταθερή και προστατευόμενη, οι κυβερνήσεις δεν θα είναι αξιόπιστες και οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θα ρυθμίζουν τις υποθέσεις τους πάνω σ’ αυτήν την προϋπόθεση, όπως απαιτείται από την αυξημένη πίστη τους…Επιπλέον, μια νομοθετική τροποποίηση που ανατρέπει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη μπορεί να ανέρχεται από μόνη της σε μια επέμβαση στην περιουσία (βλ., mutatismutandis, αποφάσεις ΕΔΔΑMaurice κατά Γαλλίας [Ευρεία Σύνθεση], Νo. 11810/03, §§ 67-71 και 79, 2005-IX, Draon κατά Γαλλίας [Ευρεία Σύνθεση], Νo 1513/03, §§ 70-72, 6 Οκτωβρίου 2005 και Hasani κατά Κροατίας, Νο. 20844/09, 30 Σεπτεμβρίου 2010)».

Συμπλεκτικά, η επιχειρούμενη μεταβολή συγκρούεται μετωπικά με τη θεμελιώδη αρχή pacta sunt servanda (τα συμπεφωνημένα πρέπει να τηρούνται), η οποία ισχύει και έναντι του κράτους [απόφαση 2/2015 του Ειρηνοδικείου Ξάνθης (Νομικό Βήμα, 2015, Τόμος 63, σελ. 2241), 2509/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, (Πειραϊκή Νομολογία, 2014, Τόμος 36, σελ. 293), 57/2013 Εφετείου Λαρίσης (Δικογραφία, 2013, σελ. 46), 880/2000 Εφετείου Αθηνών (Νομικό Βήμα, 2000, Τόμος 48, σελ. 1579) και 879/2000, Εφετείου Αθηνών, ΔΕΕ/2001 (1267)] και, ομοούσια, όπως, κρίθηκε, της «ανάγκης τηρήσεως των συμφωνηθέντων, η οποία ερείδεται στη γενική αρχή «pacta sunt servanda» (απόφαση 732/2019 του Εφετείου Αθηνών) η οποία παραβιάζεται μονομερώς, υπό εξουσιαστικό αναπλαστικό ετεροκαθορισμό, βλαπτική μεταβολή και μονομερή αποδέσμευση και υπαναχώρηση επί της σχετικής δεσμευτικής συμφωνίας, με δυσμενή ανατροπή, υποκατάσταση και εξωγενή μετεξέλιξή της, εκ της οποίας αντλούνται, αρύονται και θεμελιώνονται κεκτημένα δικαιώματα και έγκυρες προσδοκίες, που ουσιαστικά δεν αναγνωρίζονται, καταργώντας και φαλκιδεύοντας την ασφάλεια δικαίου, την ασφάλεια των συναλλαγών και τη συναλλακτική ακεραιότητα στην εργασία, φερεγγυότητα, συνέπεια και ευθύτητα απέναντι στους επηρεαζόμενους, ιδίως όταν αυτοί προσλήφθηκαν υπό συγκεκριμένο καθεστώς, υπό την κατηγορηματική και διαρρήδην κρισιολογία και απόφανση ότι «…δικαιώματα, τα οποία προκύπτουν από το νόμο και επακόλουθα αποτελούν το αντικείμενο συμβατικών δεσμεύσεων, δεν μπορεί να παραμεριστούν μονομερώς, με την κατάργηση ή τον περιορισμό των σχετικών διατάξεων του νόμου που αποτέλεσαν την πηγή του δικαιώματος» (Ζωή Νικολαΐδου v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 7 με παραπομπή στην Republic v. Menelaou (1982) 3 C.L.R. 419).

Συναφώς, η αρχή «pacta sunt servanda» [απαραβίαστο των συμβάσεων (απόφαση 756/2015 του Αρείου Πάγου, Επιθεώρηση Δημοσίου Δικαίου, 2016, Τόμος 67, σελ. 888, 20525/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ΑΡΜ 2011, Τόμος 65, σελ. 1810 και 16/1983 του Αρείου Πάγου, ΝΟΒ/1983 (1368)] πρέπει να είναι σεβαστή και από το νομοθέτη (απόφαση 2/2015 του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, ανωτέρω, 2509/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ανωτέρω, 57/2013 Εφετείου Λαρίσης, ανωτέρω, 879-880/2000 Εφετείου Αθηνών, ανωτέρω) και συνιστά θεμελιώδη αρχή (απόφαση 5336/2009 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) με σύμφυτη την αξίωση της τηρήσεως των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων (απόφαση 57/2013 Εφετείου Λαρίσης, ανωτέρω) του οποίου οι μεταβολές δεν θα πρέπει να αντιστρατεύονται εμφανώς την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων στη σταθερότητα των εννόμων σχέσεών τους [απόφαση 2/2015 του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, ανωτέρω, 2509/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ανωτέρω και 879-880/2000 Εφετείου Αθηνών, ανωτέρω), καταλύοντας και αλλοιώνοντας την «αρχή του απαραβίαστου των συμβάσεων («pacta sunt servanda»)» (Μον.Εφ.Πειρ. 205/2023) «και τούτο διότι ο εργαζόμενος έχει ένα άξιο προστασίας δικαίωμα για τη διατήρηση των όρων εργασίας που έχει συμφωνήσει (pacta sunt servanda)» (ΑΠ 499/2023) και «Αντίθετη προς τα ελευθέρως συναποδεχθέντα και αφορώντα πτυχές μόνο εκδηλώσεις ορισμένου ατομικού δικαιώματος συμπεριφορά πλήττει την αρχή non venire contra facta propria -ή κατά παραλλαγή της συναπτόμενης με τις ιδιωτικές σχέσεις αρχής ότι pacta sund servanda-, η οποία ως ενέχουσα αποδοκιμασία της αντιφατικής γενικώς συμπεριφοράς προς τις ίδιες ελευθέρως αναληφθείσες δεσμεύσεις αξιώνει εφαρμογή και στο πεδίο των ατομικών ελευθεριών υπό την ανωτέρω διαγραφείσα περιορισμένη έκταση» (Γ. Ναυπλιώτης, Ατομικές ελευθερίες με ειδική συνταγματική επιφύλαξη και υπαλληλική σχέση, ΔιΔικ 2/1994.257-270), όπως όμως λαμβάνει χώρα στην παρούσα περίπτωση, ενώ, αντίθετα, κάθε αρμόδιος φορέας όφειλε να λάβει όλα τα κατάλληλα γενικά ή ειδικά μέτρα για να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία και να απέχει από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών της συμφωνίας.

Παράλληλα, σημειώνουμε ότι η αρχή «pacta sunt servanda» αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε έννομης τάξεως (απόφαση Δ.Ε.Κ, πλέον Δ.Ε.Ε., ημ. 16.6.1998, C-162/96, Racke, Συλλογή 1998, σ. I-3655, σκέψη 49) και γενική αρχή του διεθνούς δικαίου (Προτάσεις της γενικης εισαγγελέα Kokott της 6ης Οκτωβρίου 2011. Air Transport Association of America και λοιποί κατά Secretary of State for Energy and Climate Change. Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, Υπόθεση C-366/10).

Παραπέμπουμε και στις Προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως Trstenjak, ημ. 8.9.2011, στην Maribel Dominguez κατά Centre informatique du Centre Ouest Atlantique κατά Préfet de la région Centre, Υπόθεση C-282/10:

«95. Οι γενικές αρχές του δικαίου χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι ενσωματώνουν θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης και των κρατών μελών της, πράγμα το οποίο εξηγεί την κατάταξή τους ως πρωτογενές δίκαιο εντός της ιεραρχίας των κανόνων της έννομης τάξεως της Ένωσης (75). Εξέχουσα σημασία έχει, ειδικότερα, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπό στενή έννοια, η οποία αναπτύχθηκε και διασφαλίστηκε από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης με αυτήν τη γενική ονομασία, καθώς και η διαμόρφωση εκείνων των εξομοιουμένων με θεμελιώδη δικαιώματα δικονομικών δικαιωμάτων τα οποία, ως γενικές αρχές του κράτους δικαίου, έχουν ανυψωθεί σε επίπεδο συνταγματικού δικαίου της Ένωσης (76). Στις γενικές αρχές του δικαίου ανήκουν, επομένως, και εκείνες οι αρχές που συνδέονται στενά με τις διαρθρωτικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όπως η ελευθερία, η δημοκρατία, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και το κράτος δικαίου υπό την έννοια του άρθρου 2 ΣΕΕ, και που απορρέουν από αυτές. Η παραβίασή τους από κράτος μέλος μπορεί να θέσει σε κίνηση τον ειδικό μηχανισμό επιβολής κυρώσεων του άρθρου 7 ΣΕΕ. 96. Ως γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης έχουν αναγνωρισθεί, για παράδειγμα, σημαντικές αρχές του κράτους δικαίου, όπως η αρχή της αναλογικότητας (77), της σαφήνειας του δικαίου (78) ή το δικαίωμα του ατόμου για αποτελεσματική ένδικη προστασία (79). Στο πλαίσιο αυτό ανήκουν επίσης διάφορες γενικές αρχές της χρηστής διοικήσεως, όπως η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (80), η αρχή «ne bis in idem» (81), το δικαίωμα ακροάσεως (82), υπό τη μορφή επίσης της δυνατότητας να εκφράζει τη γνώμη του ο αποδέκτης βλαπτικών μέτρων (83), η υποχρέωση αιτιολογήσεως των νομικών πράξεων (84) ή η αρχή της αυτεπάγγελτης έρευνας (85). Η επίκληση «ανωτέρας βίας» (86) επίσης συγκαταλέγεται στις εν λόγω αρχές. Πάντως, μπορούν επίσης να αναφερθούν αρχές που αφορούν το δίκαιο των συμβάσεων, όπως για παράδειγμα η γενική αρχή του δικαίου pacta sunt servanda (87) ή επίσης η αρχή clausula rebus sic stantibus (88)».

Επίσης, σημειώνουμε ότι «Το αξίωμα της τήρησης τωv συμφωνημένων ανάγεται στην εποχή των αρχαίων Ελλήνων, με την περίφημη αρχή που διατυπώθηκε από τον Θουκυδίδη που αναφέρει: «…Εμμενώ ταις ξυνθήκαις και ταις σπονδαίς ταίσδε δικαίως και αδόλως…». Αργότερα το αξίωμα αυτό αναπτύχθηκε από τους Ρωμαίους στην περίφημη αρχή Pacta Sunt servanda, ενώ στη Γερμανική επιστήμη και νομολογία αναφέρεται : «…Die Vertäge muss erhalten werden…» (Χ. Δετσαρίδης, Οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της καλής πίστης στο διοικητικό δίκαιο, 1η έκδ., 2003, σελ. 223, υποσημείωση) αλλά και τη ρήση του Αριστοτέλη «ἡ γάρ συνθήκη νόμος ἐστί ἴδιος καί κατά μέρος... ὥστε ὅστις ἀπιστεῖ ἤ ἀναιρεῖ συνθήκην τούς νόμους ἀναιρεῖ» (Ἀριστοτέλους, Ρητορ., Α, 15, 1376b, 7).

Επομένως, οποιαδήποτε μονομερής, ανατρεπτική και βλαπτική μεταβολή της φύσης αυτής της σχέσης θα είναι παράνομη και αντισυνταγματική και θα προσβληθεί αμελλητί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όπως λέχθηκε στην απόφαση της μειοψηφίας στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Πρ. αρ. 1480/2011 κ.α., ημ. 11.6.2014: «…καθίσταται σαφές από αριθμό ρυθμίσεων της ιδιότητος του δημοσίου υπαλλήλου κατά τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμο αρ. 1/1990, κατά τρόπον ώστε υπάρχει μόνιμος διορισμός ή προαγωγή με προσφορά που αναφέρει την αμοιβή και τους λοιπούς όρους υπηρεσίας (άρθρο 37), οι απολαβές περιλαμβάνουν το μισθό που καταβάλλεται ως προνοείται από τον κρατικό προϋπολογισμό (άρθρο 55), ο δημόσιος υπάλληλος υπηρετεί το σύνολο του λαού και δηλώνει πίστη στο Σύνταγμα (άρθρο 60), αφυπηρετεί με βάση τον περί Συντάξεων Νόμο με τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής ηλικίας αφυπηρέτησης (άρθρο 53) και δεν απολύεται εκτός διά αποφάσεως της ΕΔΥ, η οποία ασκεί πειθαρχική εποπτεία (άρθρο 5). Επομένως, ο δημόσιος υπάλληλος έχει υποχρεώσεις και δικαιώματα που έχουν αναφορά στο σύνολο του λαού τον οποίο εξυπηρετεί έχων προς τούτο δημόσιο καθήκον και έχει μονιμότητα με ανάλογη βέβαια κατοχύρωση των απολαβών του και δεν απολύεται, εκτός στην ουσία, όπως και στην Αγγλία, «for justcause».

Επίσης, όπως αναφέρθηκε στην Αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (1991) 3 Α.Α.Δ. 611: «Η συνταγματική θέση του δημοσίου υπαλλήλου είναι εκείνη του απρόσωπου υπηρέτη του δημοσίου. Η αποστολή του είναι διαχρονική, απόρροια της μονιμότητας της θέσης του».

Ομοίως και στην αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3) (2011) 3 Α.Α.Δ. 777 (Γνωμάτευση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κου Νικολάτου): «Σύμφωνα με παραδεδεγμένες αρχές που αναγνωρίζονται στις ευρωπαϊκές και γενικά στις πολιτισμένες χώρες, η Δημόσια Υπηρεσία συνεισφέρει ουσιαστικά τρία πράγματα στην κυβερνητική μηχανή, την πραγματογνωμοσύνη της, τη μονιμότητα της και την εγγύηση αμερόληπτης συμβουλής και εκτέλεσης των αποφάσεων της (Δέστε: Garner, Administrative Law, Fifth Edition, p. 415). Στο σύγγραμμα του O. Hood Phillips, Constitutional and Administrative Law, 5η έκδοση (1973), αναφέρεται στη σελ. 294, ότι αντίθετα με τους Υπουργούς, στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι δημόσιοι υπάλληλοι καλούνται μόνιμοι («permanent»), εφόσον ο διορισμός τους δεν είναι πολιτικός («political») και στην πράξη τερματίζεται μόνο λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς. Μάλιστα, εξηγείται στις σελ. 299-300, ότι στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας κατοχυρώνεται, από τη μια, το επιθυμητό της ελευθερίας έκφρασης περί των κοινών με συνακόλουθη τη συμμετοχή των πολιτών στην πράξη και, από την άλλη, κατοχυρώνεται, προς το δημόσιο συμφέρον, η αμεροληψία και η μη πολιτικοποιημένη δημόσια υπηρεσία. Δημόσιος υπάλληλος (από μια βαθμίδα και άνω) οφείλει να παραιτηθεί της θέσης του, πριν θέσει υποψηφιότητα για εκλογή. Τα πιο πάνω συνάδουν ουσιαστικά και με το Άρθρο 60 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου αρ. 1/90, στο οποίο εύστοχα παρέπεμψε ο Έντιμος Γενικός Εισαγγελέας, περί της πίστης και του σεβασμού που οφείλει έκαστος δημόσιος υπάλληλος στο Σύνταγμα και στο ανεξάρτητο της Δημόσιας Υπηρεσίας, η οποία ακομμάτιστα υπηρετεί το σύνολο του λαού εφόσον, ως προνοείται από το εδάφιο (1) (β) του άρθρου, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του κράτους».

Συναφώς, στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Ιωάννη Αγαθαγγέλου κ.α. (1997) 3 Α.Α.Δ. 198 επισημάνθηκε ότι το Άρθρο 46 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου, Ν. 1/90 διασφαλίζει τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα και αποτελεί πρόνοια ιδιαιτέρως σημαντική, κάτι που ίσχυε και πριν το Νόμο 1/90 (Κωνσταντίνος Φωκάς v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 114: «Η υπόσταση δημοσίου υπαλλήλου βάσει των διατάξεων του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου (Ν. 33/67) είναι συνυφασμένη με τη μονιμότητα και την εκτέλεση των προδιαγεγραμμένων καθηκόντων που προβλέπει το σχέδιο υπηρεσίας (βλ. άρθρο 58 (2) του Ν. 33/67)»).

Προσέτι, στην Άρης Γεωργίου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2008) 1Α Α.Α.Δ. 534 κρίθηκε ότι «η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων για εργασία μέχρι το 60ό έτος - η παράταση του ορίου αφυπηρέτησης στο 63ο δεν ενδιαφέρει εδώ - δεν αποτελεί ωφέλημα αλλά, εκ του νόμου, δικαίωμα και υποχρέωση. Εάν η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούσε ωφέλημα, θα μπορούσε μονομερώς ο υπάλληλος να παραιτηθεί, χωρίς να απαιτείται αποδοχή της παραίτησής του, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 52 του Ν.1/1990» σημειώνοντας, περαιτέρω, ότι ο χρησιμοποιούμενος όρος «απόσπαση» δεν είναι ορθός, καθώς «…η φύση της απόσπασης δεν μπορεί παρά να έχει προσωρινό χαρακτήρα· διαφορετικά θα καταστρατηγείτο το γράμμα και το πνεύμα του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου ως προς τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων στη θέση στην οποία διορίζονται» Κωνσταντίνος Φωκάς v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 114, η οποία μνημονεύθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Γεωργίου Χατζηστυλλή (2003) 3 Α.Α.Δ. 484) και «ο όρος "μεταφορά" είναι έννοια άγνωστη στο διοικητικό δίκαιο» (Ιωάννης Αγαθαγγέλου κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 4 Α.Α.Δ. 2873, η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση με την Κυπριακή Δημοκρατία v. Ιωάννη Αγαθαγγέλου κ.α. (1997) 3 Α.Α.Δ. 198).

Περαιτέρω, η μετατροπή σε Σώμα Ασφαλείας, μολονότι δεν αφαιρεί αυτή καθεαυτή το δικαίωμα ένταξης σε συντεχνία, συνεπάγεται δύο σοβαρότατες συνέπειες· αφενός, κατά το Άρθρο 27 παράγραφος 2 του Συντάγματος, την πλήρη και αμετάκλητη αφαίρεση του δικαιώματος της απεργίας - το οποίο αποτελεί το κύριο και ισχυρότερο μέσο συλλογικής διεκδίκησης - αφετέρου, δυνάμει του Άρθρου 21 παράγραφος 5 του Συντάγματος, τη δυνατότητα του νομοθέτη να επιβάλει περαιτέρω περιορισμούς στην άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Σημειώνεται ότι η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης: τα μέλη Σωμάτων Ασφαλείας (π.χ. αστυνομικοί) στερούνται ρητώς του δικαιώματος απεργίας. Η προτεινόμενη μετατροπή θα καταστήσει τους δεσμοφύλακες ουσιαστικά παροπλισμένους συνδικαλιστικά, αφού χωρίς το δικαίωμα της απεργίας, η συλλογική διαπραγμάτευση καθίσταται κενό γράμμα και ψευδεπίγραφη. Παράλληλα, το Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κατοχυρώνει το δικαίωμα συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης για όλους τους εργαζομένους. Όπως έκρινε το ΕΔΔΑ στη σημαντικότατη απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης στην υπόθεση Demir και Baykara κατά Τουρκίας, τα μέλη της διοίκησης του κράτους δεν μπορούν να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 11· κατά μέγιστο, επιτρέπονται μόνον νόμιμοι περιορισμοί, όχι πλήρης αφαίρεση δικαιωμάτων, μνεία δε της απόφασης αυτής γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα της Τζούλιας - Ηλιοπούλου-Στράγγα, Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, 2018, i. Υπαγωγή σε δικαιώματα και κοινωνικές ελευθερίες της ΕΣΔΑ συναφών δικαιωμάτων και κοινωνικών ελευθεριών, τα οποία δεν κατοχυρώνονται ρητώς στην ΕΣΔΑ, σελ. 241:

«Το ΕΔΔΑ προβαίνει σε ερμηνεία δικαιωμάτων και ελευθεριών της ΕΣΔΑ η οποία οδηγεί στην υπαγωγή σε αυτά περαιτέρω συναφών δικαιωμάτων και ελευθεριών, τα οποία δεν κατοχυρώνονται ρητώς στην ΕΣΔΑ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων και το δικαίωμα απεργίας, τα οποία δεν κατοχυρώνονται ρητώς στην ΕΣΔΑ. Παρά την αρχική του ρητή άρνηση να υπαγάγει τα δύο αυτά δικαιώματα στην έννοια της ρητώς στο άρθρο 11 ΕΣΔΑ προστατευόμενης συνδικαλιστικής ελευθερίας, με μια εν μέρει ρητή μεταστροφή της νομολογίας του, το ΕΔΔΑ δέχθηκε, το 2008 και το 2009 αντιστοίχως, ότι τα δύο αυτά δικαιώματα προστατεύονται από την ΕΣΔΑ».

…………………………………………………………………………………..

Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 12.11.2008, Demir και Baykara κατά Tουρκίας (προσφυγή υπ’ αριθμ. 34503/97), σκέψη 150 (δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων [ρητή μεταστροφή της νομολογίας]) και ΕΔΔΑ, απόφαση της 21.4.2009, Enerji Yapı-Yol Sen κατά Tουρκίας (προσφυγή υπ’ αριθμ. 68959/01), σκέψη 24 (δικαίωμα απεργίας).

Επιπλέον, οι Συμβάσεις 87 (Ελευθερία Συνδικαλισμού), 98 (Δικαίωμα Οργάνωσης και Συλλογικής Διαπραγμάτευσης) και 151 (Εργασιακές Σχέσεις στη Δημόσια Υπηρεσία) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), τις οποίες η Κύπρος έχει κυρώσει, προστατεύουν ρητά το δικαίωμα συνδικαλιστικής οργάνωσης, συλλογικής διαπραγμάτευσης και πλήρους ανεξαρτησίας των συντεχνιών δημοσίων υπαλλήλων έναντι των δημοσίων αρχών.

Ομοίως, το Άρθρο 5 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (1961, αναθ. 1996), τον οποίο η Κύπρος έχει κυρώσει, κατοχυρώνει το δικαίωμα οργάνωσης. Στόχος της προτεινόμενης ρύθμισης φαίνεται να είναι η φίμωση κάθε κριτικής φωνής που αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες του συστήματος, μέσω ενός εσωτερικού πειθαρχικού μηχανισμού ιεραρχικής υποταγής, αντί της ανεξάρτητης δικαστικής προσέγγισης που ισχύει σήμερα. Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του Άρθρου 5 των περί της Σύμβασης περί των Αντιπροσώπων των Εργαζομένων (Κυρωτικών) Νόμων του 1995 έως 2012, κάθε εργοδότης - συμπεριλαμβανομένου του Κράτους – οφείλει να παρέχει αποτελεσματική προστασία στους εκπροσώπους των εργαζομένων. Ο ρόλος του συνδικαλιστή είναι ο έλεγχος της εξουσίας και όχι η υποταγή σε αυτήν.

Η προτεινόμενη αλλαγή αποτελεί οντολογική μετάλλαξη του χαρακτήρα της εργασίας των δεσμοφυλάκων από σωφρονιστική-παιδαγωγική σε κατασταλτική-αστυνομική, σε πλήρη αντίθεση με τα πλέον θεμελιώδη διεθνή πρότυπα. Ο Κανόνας 71 των Ευρωπαϊκών Σωφρονιστικών Κανόνων (EPR) [Σύσταση Rec(2006)2 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως αναθεωρήθηκε το 2020] ορίζει ρητά ότι οι φυλακές θα υπάγονται στην ευθύνη δημόσιων αρχών χωριστών από τις στρατιωτικές, αστυνομικές ή υπηρεσίες ποινικής έρευνας. Ομοίως, ο Κανόνας 74 των Κανόνων Nelson Mandela [Απόφαση Γενικής Συνέλευσης ΟΗΕ A/RES/70/175] επιτάσσει το προσωπικό των φυλακών να εκτελεί κοινωνική υπηρεσία μεγάλης σημασίας, προσανατολισμένη στην επανένταξη και την ανθρωποκεντρική μεταχείριση των κρατουμένων, και όχι στην καταστολή. Η Σύσταση R(97)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης περί προσωπικού επιφορτισμένου με την εφαρμογή κυρώσεων και μέτρων επιβεβαιώνει τον καίριο ρόλο του σωφρονιστικού προσωπικού ως πολιτικού προσωπικού. Η Κύπρος, ως κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, δεσμεύεται να καθοδηγείται από αυτούς τους κανόνες στη νομοθεσία, τις πολιτικές και τις πρακτικές της.

Η πραγματικότητα των Κεντρικών Φυλακών, όπως αποτυπώνεται με αδιαμφισβήτητο τρόπο στην ad hoc έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT) μετά την αιφνιδιαστική επίσκεψη της 1ης–4ης Απριλίου 2025 (δημοσιευθείσα τον Δεκέμβριο 2025), δεν οφείλεται στο πολιτικό καθεστώς των υπαλλήλων, αλλά στη χρόνια υποστελέχωση, τον υπερπληθυσμό και την έλλειψη υποδομών. Η CPT κατέγραψε ευρήματα που συνιστούν ντροπή για ένα ευρωπαϊκό κράτος: κρατούμενοι αναγκάζονται να ουρούν σε μπουκάλια και να αφοδεύουν σε σακούλες τη νύχτα, πρακτική που η ίδια η CPT χαρακτήρισε εξευτελιστική· κελιά κάτω των 6 τετραγωνικών μέτρων φιλοξενούν έως και τέσσερις ανθρώπους, ενώ είναι ανεπαρκή ακόμη και για έναν· τα υψηλά επίπεδα ενδοσωφρονιστικής βίας αποδόθηκαν από την ίδια τη CPT στη χρόνια έλλειψη προσωπικού πρώτης γραμμής, η οποία έχει επιτρέψει σε ισχυρότερες ομάδες κρατουμένων να κυριαρχούν και να επιβάλλουν άτυπες τιμωρίες· ανήλικοι κρατούμενοι κοιμούνται σε στρώματα στο πάτωμα σε μουχλιασμένα κελιά, χωρίς εκπαίδευση ή δραστηριότητες, με τη CPT να χαρακτηρίζει τις Κεντρικές Φυλακές ακατάλληλο χώρο κράτησης παιδιών. Σημειωτέον ότι ο Πρόεδρος της CPT, Alan Mitchell, επέστρεψε στην Κύπρο τον Ιούνιο 2025 για συνομιλίες υψηλού επιπέδου με τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα προβλήματα είναι γνωστά στα ανώτατα επίπεδα εδώ και χρόνια. Η CPT ζήτησε επειγόντως πρόσληψη και εκπαίδευση περισσότερου προσωπικού - όχι αλλαγή καθεστώτος.

Αυτά τα τραγικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι το πρόβλημα είναι δομικό και υλικοτεχνικό, και δεν αφορά το καθεστώς. Οι δεσμοφύλακες δεν είναι αστυνομικοί. Ο ρόλος τους δεν είναι η διεξαγωγή κατασταλτικών επιχειρήσεων, αλλά η ασφαλής φύλαξη και η κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων. Η προσπάθεια μετατόπισης των ευθυνών από την πολιτική ηγεσία στους εργαζόμενους, πελάτες μας,, μέσω της μετατροπής σε δύναμη ασφαλείας, όχι μόνο δεν λύνει τα ζητήματα ασφαλείας, αλλά θα οδηγήσει σε μαζικές παραιτήσεις έμπειρου προσωπικού, σε λειτουργική κατάρρευση των φυλακών και σε νέες καταδικαστικές αποφάσεις από το ΕΔΑΔ, με βαρύτατες οικονομικές και θεσμικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία. Αντί να αντιμετωπιστεί η ρίζα του προβλήματος, η μετατροπή θα επιδεινώσει δραματικά τις συνθήκες, θα αποθαρρύνει κάθε νέα πρόσληψη και θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή και την ασφάλεια τόσο των δεσμοφυλάκων όσο και των κρατουμένων.

Ο πελάτης μας δεν διεκδικεί το καθεστώς Σώματος Ασφαλείας· αλλά διεκδικεί την άμεση θέσπιση Ειδικού Καθεστώτος Δημοσίου Υπαλλήλου εντός του υφιστάμενου πολιτικού πλαισίου, με αναβαθμισμένα ωφελήματα επικινδυνότητας, νομική θωράκιση, ειδική συνταξιοδοτική πρόνοια, θέσπιση εθελούσιας αφυπηρέτησης στα 25 χρόνια υπηρεσίας - αναγνωρίζοντας την ψυχοφθόρα φύση του επαγγέλματος - και πλήρη προστασία από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.

Παράλληλα, ο πελάτης μας απαιτεί την άμεση πλήρωση των 135 κενών θέσεων και την πρόσληψη επαρκούς αριθμού δεσμοφυλάκων για την ασφαλή λειτουργία των φυλακών, όπως επιτάσσει η CPT· την επίσπευση της ανέγερσης του νέου σωφρονιστικού ιδρύματος στον Μαθιάτη· την αναβάθμιση και επαναλειτουργία της Σχολής Δεσμοφυλάκων ως αυτόνομης Ακαδημίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων, με προγράμματα εκπαίδευσης βασισμένα στα ανθρώπινα δικαιώματα, τους Κανόνες Nelson Mandela και τους Ευρωπαϊκούς Σωφρονιστικούς Κανόνες· τον διορισμό Διευθυντή Φυλακών με πλαισίωση από επιτελική ομάδα ειδικών· και την ενίσχυση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και στήριξης τόσο για τους κρατουμένους όσο και για το προσωπικό, όπως συνιστά η CPT, ώστε η Κύπρος να εναρμονιστεί πλήρως με τα διεθνή πρότυπα και να γίνει πρότυπο σωφρονισμού στη Μεσόγειο.

Εάν η Κυβέρνηση επιμείνει στη μονομερή προώθηση του νομοσχεδίου χωρίς διάλογο και χωρίς την παροχή δικαιώματος επιλογής στους υπηρετούντες δεσμοφύλακες, η αντίδραση του πελάτη μας θα είναι πρωτοφανής σε όλα τα επίπεδα. Οι δεσμοφύλακες δεν πρόκειται να γίνουν πειραματόζωα καμίας πολιτικής σκοπιμότητας.

Ο πελάτης μας δηλώνει κατηγορηματικά: Η ΙΣΟΤΗΤΑ δεν φιμώνεται, δεν απειλείται και δεν διαπραγματεύεται την αξιοπρέπεια των δεσμοφυλάκων.

Η Κύπρος οφείλει στους πολίτες της ένα σύγχρονο, ανθρωποκεντρικό σωφρονιστικό σύστημα, όχι μια παραστρατιωτική δομή καταστολής που θα παραβιάζει τις συνταγματικές εγγυήσεις και τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Καλούμε τον κ. Υπουργό να αναστείλει άμεσα την προωθούμενη νομοθεσία και να προχωρήσει σε ουσιαστικό διάλογο με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, όπως επιτάσσει η δημοκρατική τάξη και η κοινωνική εταιρικότητα.

Με τιμή

Δημοσθένης Στεφανίδης

Δια ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Δικηγόροι

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
;