31 Ιανουαρίου 2022, απόφαση Ανωτάτου στην υπόθεση της Βρετανίδας για ομαδικό βιασμό:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν βεβαιώθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της ομολογίας ως όφειλε, ανεξαρτήτως του ευρήματος του ότι η προφορική μαρτυρία της εφεσείουσας ήταν αναξιόπιστη. Αντί τούτου, περιορίστηκε στην φραστική αναφορά ότι η ομολογία της «συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία» χωρίς να προσδιορίσει τα στοιχεία εκείνα της μαρτυρίας με τα οποία θεωρούσε ότι αυτή συνήδε». Τα προηγούμενα πλάνα που καταδεικνύουν σεξουαλική ελευθεριότητα χωρίς μέτρο, η οποία αναμφίβολα για πολλούς δεν είναι αποδεκτή, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εύρημα και μάλιστα με την ισχύ της πραγματικής μαρτυρίας, ότι η καταγγελία της εφεσείουσας για βιασμό ή βιασμούς στο συγκεκριμένο χρόνο, ήταν ψευδής».
25 Φεβρουαρίου 2025, απόφαση ΕΔΑΔ εναντίον Κύπρου στην υπόθεση της Βρετανίδας για ομαδικό βιασμό:
«Ούτε ο επικεφαλής ανακριτής, ούτε ο σύμβουλος του Γενικού Εισαγγελέα κατά την επακόλουθη επαναξιολόγηση του φακέλου της έρευνας δεν συμμετείχαν σε ουσιαστική εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν έλλειψη συναίνεσης. Η αξιολόγησή τους δεν έκανε καμία αναφορά στις μαρτυρίες ότι η προσφεύγουσα είχε καταναλώσει αλκοόλ ή στα ίχνη κοκαΐνης στα ούρα της και πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητά της να συναινέσει. Δεν έγινε καμία αναφορά στη ρητή διαφωνία της με την πρόταση να κάνει σεξ, με ορισμένους από τους υπόπτους. Οι πολυάριθμες καταθέσεις που χρειάστηκε να υποβληθεί η προσφεύγουσα, επαναλαμβάνοντας τη δήλωσή της στις αρχές, αποτελούν επίσης αποδεικτικά στοιχεία για την εκ νέου θυματοποίηση μέσω της αποτυχίας των αρχών να υιοθετήσουν μια προσέγγιση ευαίσθητη ως προς το θύμα και να διεξαγάγουν την έρευνά τους για να μετριάσουν την αγωνία. «Η υπόθεση χαρακτηρίζεται από μια σειρά ελλείψεων εκ μέρους των ανακριτικών αρχών, των εισαγγελικών αρχών και του πρωτοβάθμιου εθνικού δικαστηρίου που διαμόρφωσε την τροχιά της».
3 Ιουλίου 2025, απόφαση ΕΔΑΔ κατά Κύπρου στην υπόθεση βιασμού Ν.Τ:
«Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας δεν εξέτασε τις εκφράσεις ενοχής ή συμπάθειας της αιτήτριας προς τον ΧΧΧ παράλληλα με τα αποδεικτικά στοιχεία που υποδήλωναν έλλειψη συναίνεσης. Αυτό περιλαμβάνει την έκκλησή της «παρακαλώ σταμάτησε», το οποίο δεν αντικρούστηκε ουσιαστικά, τους μώλωπες που είδε η [φίλη της], η αξιοπιστία των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, και την ψυχολογική της πίεση εκείνη τη νύχτα, η οποία την οδήγησε να λάβει βοήθεια από ψυχολόγους και να μιλήσει σε άλλους. Αυτά τα γεγονότα σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκαν στην τελική απόφαση. Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας φαίνεται να έφτασε σε επιλεκτικά συμπεράσματα, με στάση ενοχοποίησης του θύματος (victim-blaming). Εξέθεσε την αιτήτρια σε δευτερογενή θυματοποίηση μέσω ηθικολογικών και σεξιστικών στερεοτύπων που προκαλούν ενοχή, δίνοντας δυσανάλογη έμφαση στην έκφραση αισθημάτων της για τον ΧΧΧ, ενώ απέτυχε να λάβει υπόψιν σημαντικών στοιχείων που θα μπορούσαν να υποδεικνύουν την απουσία συναίνεσης».
****
Οι πιο πάνω αποφάσεις, που η μια αφορά την πολύκροτη υπόθεση βιασμού της Ν.Τ που κατήγγειλε πολιτικό πρόσωπο, ωστόσο ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε να μην οδηγηθεί στην Δικαιοσύνη, με το ΕΔΑΔ να καταδικάζει τους χειρισμούς, καθώς και η υπόθεση του ομαδικού βιασμού της Βρετανίδας, που από θύμα μετατράπηκε σε θύτης, αποτελούν μια μεγάλη πληγή για την Κύπρο. Και αυτό διότι, οι θεσμοί, όχι μόνο απέτρεψαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, αλλά -όπως καταγράφουν οι αποφάσεις- θυματοποίησαν εκ νέου τα θύματα, που όφειλαν να προστατεύσουν. Γεγονός, που αφενός έπληξε τους θεσμούς και αφετέρου -και το πιο σημαντικό- απέστειλε λανθασμένα μηνύματα στα επόμενα θύματα που κατά καιρούς απευθύνονται εκκλήσεις από κάθε κατεύθυνση, προκειμένου να σπάσουν την σιωπή τους και αποταθούν στις Αρχές. Σε αυτές δηλαδή, που κρίνοντας στην βάση των πιο πάνω αποφάσεων, θυματοποίησαν τα θύματα, είτε λόγω σεξιστικών προσεγγίσεων είτε λόγω στερεοτύπων.
Πέραν των άλλων, ο Μακάριος Δρουσιώτης αλλά ακολούθως και ο δικηγόρος Νίκος Κληρίδης, στο κάδρο των ισχυρισμών έβαλαν και υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης. Ένα από τα πιο σοβαρά αδικήματα του ποινικού κώδικα, με την μαρτυρία του θύματος σε τέτοιες υποθέσεις, να κρίνεται καθοριστικής σημασίας. Μαρτυρία που πολλές φορές για να την εξασφαλίσουν οι Αρχές, θα πρέπει να διασφαλιστούν οι κατάλληλες συνθήκες, κυρίως από ειδικούς, ώστε το θύμα να νιώσει ασφάλεια και προστασία προκειμένου να μιλήσει. Ωστόσο, ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, δεν ήταν λίγες οι φορές που ένα θύμα αποφάσισε να «καταδικάσει» τον ίδιο του τον εαυτό, είτε με την απόσυρση της καταγγελίας του είτε ακόμη και με την σιωπή του.
Η δημόσια τοποθέτηση θύματος βιασμού -με απόφαση Δικαστηρίου- που κατάφερε να σπάσει τη σιωπή του μετά από 34 χρόνια, μετά την δημοσιοποίηση της είδησης πως ανάμεσα στην ανακριτική ομάδα διορίστηκε λοχίας που συνελήφθη και τέθηκε σε διαθεσιμότητα μετά από καταγγελία συναδέλφου του για παρενόχληση (σ.σ. την οποία εν τέλει απέσυρε), εξηγεί πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να εξηγήσει ο οποιοσδήποτε.
«Εδώ μιλάνε για σεξουαλική κακοποίηση από συνάδελφο η οποία απέσυρε μετά για δικούς της λόγους. Αν και πιστεύω της είπαν χίλιοι καλοί άνθρωποι μην προχωρήσεις κοπέλα μου καλύτερα! Εξ ακοής μαρτυρίες υπάρχουν αστυνομικοί και σε σημαντικές θέσεις ή έχουν βγει με σύνταξη κάποιοι οι οποίοι είχαν κακοποιήσει σεξουαλικός τα παιδιά τους ή αδέλφια ή ξαδέλφια ποτέ και κανείς δε θα γνωρίσει. Και ο λόγος είναι επειδή ακόμα προκαλούν φόβο στα θύματα μόνο και μόνο με την παρουσία τους. Έτσι τα θύματα προτιμούν να κρατούν το στόμα κλειστό, ζώντας τη δική τους ψυχική φυλακή αντί να ζητήσουν λύτρωση ή δικαίωση γιατί πιστεύουν ότι κανείς δε θα τους πιστέψει μετά από τόσα χρόνια. Είναι λυπηρό και άδικο».
Ακόμα και αν το ενδεχόμενο η λεγόμενη Σάντη να έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από την παιδική της ηλικία θεωρείται απομακρυσμένο, οι Αρχές οφείλουν με επαγγελματισμό και πάνω από όλα σοβαρότητα, δεδομένης της ευαισθησίας του θέματος, να διερευνήσουν κάθε ισχυρισμό προκειμένου να αποκλειστεί τεκμηριωμένα. Όταν δε, έχεις στην πλάτη σου τις καταπελτικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ, που εξέθεσαν ανεπανόρθωτα την Κύπρο και τους κορυφαίους θεσμούς της (σ.σ Αστυνομία και Νομική Υπηρεσία) οι χειρισμοί δεν θα πρέπει να εκθέτουν το πιθανό θύμα, αντιθέτως οφείλουν να το προστατεύσουν και να του δημιουργήσουν συνθήκες ασφάλειας.
Όταν όμως οι ίδιοι που όφειλαν να πράξουν τα δέοντα και να εφαρμόσουν τις προϋποθέσεις, διαρρέουν όχι μόνο πότε μετέβη το πιθανό θύμα στην Αστυνομία, αλλά και το περιεχόμενο της κατάθεσης του, την ώρα που ενδέχεται να βρίσκεται υπό το καθεστώς φόβου λόγω και της μεγάλης δημοσιότητας και δημόσιας συζήτησης γύρω από το πρόσωπο της, τότε -στην περίπτωση που πρόκειται όντως για θύμα σεξουαλικής κακοποίησης- οι Αρχές έχουν ήδη αποτύχει. Έχουν ήδη επαναλάβει τα λάθη τους, εξαιτίας των οποίων η Κύπρος εκτέθηκε διεθνώς, με αποφάσεις του ΕΔΑΔ.
Έχουν ήδη αποστείλει λανθασμένα μηνύματα σε οποιοδήποτε πιθανό θύμα καλείται να τους εμπιστευτεί, ανάμεσα σε αυτά και ενδεχομένως η Σάντη. Σε οποιαδήποτε Σάντη που πιθανόν να αμφιταλαντεύεται μέσα της, ως προς το σωστό και το λάθος. Έχουν αποστείλει το μήνυμα πως η δυσπιστία έναντι των θεσμών, είναι δικαιολογημένη. Όταν δε ο Αρχηγός του Σώματος σφυρά αδιάφορος, χωρίς απόδοση ευθυνών, ώστε να προστατέψει -ως οφείλει- το κύρος του θεσμού, τότε η θεσμική εμπιστοσύνη φθείρεται ακόμη περισσότερο. Με συνένοχο τον ίδιο τον Αρχηγό του θεσμού, που καλεί τους πολίτες να τον εμπιστευτούν.
****
Και σε όλα αυτά, η Ν.Τ καλείται να αποφασίσει -μετά και την απόφαση του ΕΔΑΔ- εάν επιθυμεί να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σε βάρος του πολιτικού προσώπου που είχε καταγγείλει. Μετά από περαιτέρω «διερεύνηση» της Αστυνομίας, ο Αρχηγός της οποίας «νομιμοποιεί» την έκθεση πιθανών θυμάτων βιασμού (σ.σ έστω και στο ενδεχόμενο και μόνο) και με Κατηγορούσα Αρχή, την Νομική Υπηρεσία που επιτρέπει χωρίς να παρέμβει στην «εργαλειοποίηση» ενός πιθανού θύματος σεξουαλικής κακοποίησης, με παιχνίδια διαρροών προς εξυπηρέτηση αλλότριων κινήτρων.
Οι ισχυρισμοί μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Μπορεί όντως να πρόκειται για μυθοπλασία και τίποτα να μην ισχύει από όσα είδαν το φως της δημοσιότητας. Εξάλλου, ευχή του κάθε λογικού ανθρώπου, είναι όλα αυτά περί σεξουαλικής κακοποίησης ενός παιδιού, να αποτελούν αποκύημα της φαντασίας. Ωστόσο, οι θεσμοί του κράτους οφείλουν να διερευνούν κάθε ενδεχόμενο και να προσεγγίζουν τέτοιες υποθέσεις με επαγγελματισμό και πάνω από όλα με σεβασμό, μακριά από οποιεσδήποτε σκοπιμότητες.











